Κάποτε έκλεβαν οι άνθρωποι για να μην πιάσει το στομάχι τους αράχνες, αργότερα έκλεβαν κάποιοι για να πλουτίσουν, στις μέρες μας μπαίνουν στα σπίτια μας «με το έτσι θέλω», «φωνάζει ο κλέφτης για να φοβηθεί ο νοικοκύρης», βασανίζουν, σκοτώνουν και δεν φτάνει αυτό, με τη νέα τεχνολογία έγινε της μόδας η «τηλεφωνική απάτη», που θα έπρεπε να γράφεται με ο (μικρον).
Δυο γιαγιάδες στη «Ρούγα» κάθονται και σχολιάζουν όλα αυτά που βλέπουν και ακούνε, αυτά που ζούνε και κάνουν το σταυρό τους μην πέσουν θύματα και από τη στενοχώρια τους φαρμακωθούνε.
– Για κόπιασε, μωρ’ Γιώργαινα και πες μου κάτι να μου σάξεις τη διάθεση γιατί πάω να τρελαθώ από τη στεναχώρια μου…
– Τί έπαθες μωρ’ Μήτσαινα;
– Μωρ’ με πήρε τηλέφωνο η εγγόνα μου από το σοκομείο και μου είπε να στείλω λεφτά στο γιατρό για να τη χειρουργήσει.
– Μη μου πεις ότι του έστειλες…
– Έχω ένα μικρό κομπόδεμα, αλλά δε σώνει και δε ξέρω από ποιόνε να ζητήσω δανεικά…
– Του λόγου μου, θα σου έδινα άμα σ’ έβρισκε τέτοιο κακό…
– Μα καλά, δε με πιστεύεις;
– Σε πιστεύω ότι το πιστεύεις, μα δεν είναι αλήθεια. Δεν ακούς μωρ’ χαζοβιόλα ότι κάνουνε κάποιοι αητονύχηδες ίδια τη φωνή κάποιου και στήνουνε τούτο το παιχνίδι για να σου πάρουνε λεφτά;
– Που-πού…! πού να πάει το νιονιό μου μωρ’ Γιώργαινα, που όταν άκουσα την εγγόνα μου να μου μιλάει σοργιάστηκα χάμου. Ευτυχώς που ήρθες. Ο Χριστός σε έστειλε. Αλλά για πες μου, πώς θα σωθούμε από δαύτους;
– Του λόγου μου, Μήτσαινα, όταν με παίρνουνε τηλέφωνο και κάνουν ότι είναι δικά μου πρόσωπα,
α) Ποτές δε λέω «ναι» αλλά «παρακαλώ ποιος είναι;» και
β) Είπα στα δικά μου πρόσωπα και έχουμε μια λέξη για «σύνθημα».
– Δηλαδής;
– Λέω «παρακαλώ ποιος είναι», μου λέει για παράδειγμα ότι είναι η κόρη μου, και μετά της λέω «για πες μου κόρη μου το σύνθημα;» Τότες άμα είναι αητονύχης του κόβουνται τα φτερά και πέφτει η γραμμή! κατάλαβες;
– Μωρ’ πώς το σκέφτηκες φτούνο; Πάγαινε να το πεις στη τελεόραση να σωθεί ο κοσμάκης από δαύτους…!










