notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Κορυφή Ταϋγέτου: Ένας αιώνιος ιερός τόπος

slider_image
20-07-2020

Με αφορμή τη Γιορτή του Προφήτη Ηλία

Γράφει ο Παναγιώτης Αλιμήσης

Ο Ταΰγετος, το ψηλότερο και μεγαλοπρεπέστερο βουνό της Πελοποννήσου, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια αποτέλεσε ένα ασφαλές καταφύγιο και τόπο λατρείας, για τους πληθυσμούς που ρίζωσαν στις πλαγιές του. Οι δυσπρόσιτες κορυφές σε όλο σχεδόν το μήκος της οροσειράς, έγιναν η βάση για την δημιουργία οικισμών, κάστρων, ναών, πύργων και ιερών, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι τις μέρες μας, μαρτυρώντας ένα ένδοξο όσο και πολυκύμαντο παρελθόν.

Η επιβλητική παράσταση του ορεινού όγκου, η ιστορία, η εναλλαγή του τοπίου, το απαράμιλλο φυσικό κάλλος, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, έλκουν καθημερινά τουρίστες, περιηγητές και φυσιολάτρες.



Καμία όμως κορυφή ή πλαγιά του Ταϋγέτου, του «αγαθού γέροντα» όπως τον ονόμασε ο Νικηφόρος Βρεττάκος, δεν προκαλεί τόσο το ενδιαφέρον όσο η ψηλότερη κορυφή του ο Προφήτης Ηλίας ή το Ταλετόν των Αρχαίων Ελλήνων. Κάθε χρόνο από τις 18 μέχρι τις 20 του Ιουλίου, πλήθος προσκυνητών από όλη την Ελλάδα ανεβαίνουν με κόπο στο πλάτωμα της πυραμιδοειδούς κορυφής όπου δεσπόζει το ταπεινό πλινθόκτιστο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Σε υψόμετρο 2.407 μέτρα, από το βράδυ της παραμονής στις 19 του μήνα οι πιστοί παρακολουθούν με ευλάβεια την Θεία Λειτουργία στον ασκεπή ναό και μόλις πέσει το σκοτάδι, ανάβουν φωτιά με λιβάνι όπως προστάζει το έθιμο.



Μάλιστα, όσοι φτάσουν εκεί την ώρα που ανατέλλει ή δύει ο Ήλιος, θα γίνουν μάρτυρες της εντυπωσιακής τριγωνικής σκιάς της που σχηματίζεται το πρωί στον Μεσσηνιακό κόλπο και το απόγευμα στον κάμπο της Λακωνίας!



Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, φωτογραφικά ντοκουμέντα και μαρτυρίες, πρόκειται για ένα προσκύνημα που λαμβάνει χώρα τουλάχιστον τους τελευταίους δυο με τρείς αιώνες. Στις ξερολιθιές του ναού και των πέριξ αυτού κτισμάτων, διακρίνονται χαραγμένα ονοματεπώνυμα με ημερομηνίες που φτάνουν στα προεπαναστατικά χρόνια.

Ωστόσο, το ερώτημα που έχει απασχολήσει τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως ντόπιους ερευνητές, είναι η ύπαρξη ή μη ‘θρησκευτικής συνέχειας’ σε αυτή την ψηλή κορυφή. Αν δηλαδή υπάρχει αδιάσπαστη λατρευτική δραστηριότητα στον Προφήτη Ηλία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Συνήθως, η «βουτιά» στο παρελθόν για κάποιον που μελετάει ένα δύσκολο ιστορικό ζήτημα, γίνεται για την καλύτερη δυνατή τεκμηρίωση. Βέβαια, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι ανατρέχοντας προς τα πίσω οι πηγές που αναφέρονται αποκλειστικά στην κορυφή του Ταϋγέτου είναι ελάχιστες και ενίοτε προβληματικές. Οι μόνες ολοκληρωμένες και σαφείς αναφορές που ρίχνουν φως στην έρευνα, προέρχονται από τα «Λακωνικά» του αρχαίου περιηγητή Παυσανία, από ένα Βυζαντινό Χρυσόβουλο του 14ου αιώνα και από μια μαρτυρία του Ιταλού περιηγητή Κυριάκου του Αγκωνίτη.

Στόχος, άλλωστε, του παρόντος άρθρου είναι η ανάδειξη της ιστορικής πραγματικότητας απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς και ανορθολογικές προσεγγίσεις.


Με τα μάτια του Παυσανία
 
Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, όπως και όλοι σχεδόν οι Έλληνες, θεωρούσαν τις ψηλότερες κορυφές των βουνών ιερές αποδίδοντας τους συχνά θεϊκές ιδιότητες. Εκεί ανήγειραν τους ναούς, τα ιερά ή τους βωμούς για να είναι κοντά στον «Θεό Ήλιο», μια συνήθης πρακτική που χάνεται στα βάθη της προϊστορίας.

Ο μεγάλος περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας, Έλληνας με καταγωγή από τη Λυδία της Μικρά Ασίας, είναι ίσως ο μοναδικός συγγραφέας που κατέγραψε αυτή την πανελλήνια θρησκευτική τελετουργία. Φιλομαθής και λάτρης της περιπέτειας, επισκέφθηκε την υπό ρωμαϊκή κατοχή Ελλάδα μεταξύ του 150 με 165 μ.Χ, εποχή που η θρησκεία του Δωδεκάθεου είχε αρχίσει να παρακμάζει, συνυπάρχοντας πλέον με αμέτρητες εξελληνισμένες θεότητες της Ανατολής. Το πολύτομο έργο του με τίτλο «Ελλάδος Περιήγησης» θεωρείται ο πρώτος ταξιδιωτικός οδηγός στον κόσμο, καθώς αναφέρει με χαρακτηριστική λεπτομέρεια, δρόμους, μνημεία, δημόσια κτήρια, καταλύματα, ιστορικές τοποθεσίες, έθιμα κτλ. Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στη Σπάρτη και τη Λακεδαίμονα αποτύπωσε στον τόμο που είναι γνωστός ως «Λακωνικά».

Φτάνοντας εκεί μέσω της αρχαίας Πελλάνας, ο ακούραστος αυτός ταξιδιώτης δεν άφησε σχεδόν τίποτα να ξεφύγει από την προσοχή του. Ιδιαίτερη εντύπωση του προξένησε η ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου, την οποία όπως αναφέρει, οι ντόπιοι θεωρούσαν ιερή: «Άκρα δε του Ταϋγέτου Ταλετόν υπέρ Βρυσεών ανέχει. Ταύτην Ηλίου καλούσιν ιεράν και άλλα τε αυτόθι Ηλίω θύουσι και ίππους». Ο Παυσανίας, μας λέει σε απλή μετάφραση ότι «στη ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου το Ταλετόν που υψώνεται πάνω από τις Βρυσέες, (αρχαία τοποθεσία μεταξύ των χωριών Καλύβια Σοχάς και Ξηροκαμπίου), που οι αρχαίοι ονομάζουν ιερή, θυσιάζουν άλογα στον θεό Ήλιο».


Η διαφορετική άποψη

Πολλές πηγές της αρχαιότητας, προκαλούν συχνά διχογνωμία μεταξύ των ιστορικών για την πραγματική ερμηνεία τους. Έτσι και στο θέμα που εξετάζουμε, ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι το Ταλετόν που αναφέρει ο Παυσανίας δεν αφορά την ψηλότερη κορυφή, αλλά ένα μικρότερο υψόμετρο κοντά στη πεδιάδα. Μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι εκείνη του φιλέλληνα Γερμανού αρχαιολόγου Prott, ο οποίος τον περασμένο αιώνα έδωσε τη δική του αιρετική άποψη. Κατά τη διάρκεια ανασκαφών στα Καλύβια Σοχάς το 1905, ψάχνοντας να βρει το περίφημο «Λακωνικό Ιερό», υποστήριξε ότι το Ταλετόν βρίσκεται σε χαμηλότερο ύψος, τοποθετώντας το σε ένα προβούνι πλησίον του ορεινού οικισμού Σοχά. Όμως ο Prott μίλησε κάπως αόριστα, αφού δεν προσδιόρισε ακριβώς σε ποια κορυφή βρισκόταν το υποτιθέμενο ιερό ούτε παρουσίασε κάποια ‘ειδική’ μελέτη. Επιπλέον, στην περιοχή που έδειξε ο ίδιος αλλά και στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που περικλείει τον οικισμό, δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κάποιο αρχαιολογικό λείψανο που να παραπέμπει σε ναό ή βωμό.

Αντίθετα, αρκετοί φιλόλογοι θεωρούν ότι «Άκρα» -λέξη που τονίζει ο Παυσανίας- δηλώνει το απώτατο σημείο σε ύψος και στη περίπτωση ενός βουνού την ψηλότερη κορυφή. Οι Αρχαίοι μας πρόγονοι για λόγους τιμής και σεβασμού, είναι λογικό να διάλεγαν την πιο επιβλητική τοποθεσία για τη λατρεία τους προς τον Θεό Ήλιο παρά ένα προβούνι! Παρόλα αυτά, για λόγους ιστορικής ακρίβειας και επιστημονικής ορθότητας η «επίμαχη» πρόταση στο αρχαίο κείμενο των «Λακωνικών» χρειάζεται προσεκτικότερη μελέτη.

                                                     
Το Χρυσόβουλο
       
Για την περίοδο που ξεκινά από τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια μέχρι τις Σταυροφορίες, δεν υπάρχουν γραπτές ή προφορικές πηγές. Ειδικότερα, στο διάστημα 1000 ετών που μεσολαβεί από τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες (4ος αιώνας μ.Χ.) μέχρι τον 14ο αιώνα επικρατεί σιωπή. Ωστόσο, το γεγονός ότι ήδη από τον 2ο μ.Χ. αιώνα διαδίδεται ταχύτατα ο Χριστιανισμός στην Ευρώπη, πρέπει με σχετική βεβαιότητα να θεωρηθεί ότι η ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου κράτησε τη θρησκευτική της σημασία αλώβητη, με τη μόνη διαφορά πως ο Θεός Ήλιος ‘αντικαταστάθηκε’ από τον Προφήτη Ηλία.

Μεταξύ 6ου και 7ου αιώνα σλαβικές φυλές από τον βαλκανικό βορρά, εποίκησαν εκτεταμένα την Πελοπόννησο ιδρύοντας πολλές αυτοδιοικούμενες κοινότητες στον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα, που ονομάστηκαν «σ(κ)λαβηνίες». Στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους προκάλεσαν μια πρόσκαιρη εθνολογική αναστάτωση, ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις αιματηρών συγκρούσεων με την κεντρική εξουσία. Ανεξάρτητα, πάντως, από την δυναμική διείσδυσή τους στα ελληνικά εδάφη, ουδέποτε κατάφεραν να υποσκελίσουν την βυζαντινή κυριαρχία.

Με βασικό άξονα την εποικιστική πολιτική που εφάρμοσαν διαδοχικές ηγεσίες από κοινού με την Εκκλησία, οι Σλάβοι δέχθηκαν τελικά τον Χριστιανισμό ως ανώτερη πολιτιστική έκφραση και απορροφήθηκαν από τον ενισχυμένο γηγενή ελληνικό πληθυσμό. Το μόνο που άφησαν ως ανάμνηση της παρουσίας τους, είναι μερικά τοπωνύμια και ελάχιστες λέξεις ποιμενικού χαρακτήρα.

Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων, ίσως να επιτρέπει το συμπέρασμα πως η κορυφή ήταν και για τους ίδιους ιερή τοποθεσία με την ίδια ακριβώς σημασία που είχε για τους Έλληνες. Μόλις προς τις αρχές  του 14ου αιώνα, εποχή που οι πληθυσμοί στον Ταΰγετο έχουν πυκνώσει, εμφανίζεται ένα Χρυσόβουλο (αυτοκρατορικό νομοθέτημα) του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου Β’ το οποίο οριοθετούσε την τότε Μητρόπολη Μονεμβασίας. Η έκδοσή του υπολογίζεται στο 1314 και είναι η δεύτερη σημαντικότερη πηγή μετά από εκείνη του περιηγητή Παυσανία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του κειμένου στην ψηλότερη κορυφή, την οποία οι ντόπιοι αποκαλούσαν Πενταδάκτυλο (Ο Ταΰγετος ονομαζόταν και Πενταδάκτυλος εξαιτίας των αντερεισμάτων των πέντε ψηλότερων κορυφών που υπερβαίνουν τα 2.000 μέτρα)

Αναλυτικά το απόσπασμα: «…Από δη ταύτης της σεβάσμιας Μονής, διέρχεται (το όριο) δια του πεδίου και καταντά (καταλήγει) εις την απέναντι Θεία Μονή της υπεραγίας Θεοτόκου την εις όνομα τιμωμένην και αυτής της Ελεούσης ούσαν πλησίον της κόμης Αρκασά (βυζαντινή κωμόπολη ανατολικά του Ξηροκαμπίου). Είτα απέρχεται εις εταίραν κόμην ονομαζομένης Σοχά, προς την ποσί του όρους Ταϋγέτου, κακείθεν ανέρχεται εις την τούτον κορυφή ένθα ην ευκτήριον του Προφήτου Ηλιού επικεκλημένον (αποκαλούμενο) Πεντεδάκτυλο και πάλιν κατέρχεται κατά δεξιάν εις ευκτήριον έτερον αυτού του Προφήτου Ηλιού…».

Το Χρυσόβουλο αναφέρεται ξεκάθαρα σε εκκλησάκι (ευκτήριον) του Προφήτη Ηλία, τονίζοντας μάλιστα πως βρίσκεται σε μια από τις κορυφές που ονομάζεται «Πεντε(α)δάκτυλος». Πράγματι, η ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου είναι μία εκ των πέντε αντερεισμάτων του, συνεπώς δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για ποιο σημείο του βουνού γίνεται λόγος.

 
Η μαρτυρία του «Αγκωνίτη»
 
Σχετική με την έρευνα και εξίσου διαφωτιστική είναι και η μαρτυρία του Κυριάκου του «Αγκωνίτη». Πρόκειται φυσικά για… παρατσούκλι που του κόλλησαν πιθανότατα οι Λάκωνες, απλά γιατί καταγόταν από την Ανκόνα της Ιταλίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κυριάκο Ντε Πιτσίκολι (Ciriako de Pizzicolli) και για πολλούς είναι ίσως ο πιο σημαντικός Ευρωπαίος περιηγητής που επισκέφθηκε την Πελοπόννησο. Ο Αγκωνίτης έφτασε στη Λακωνία το 1447, έξι χρόνια πριν από την Άλωση της Πόλης, και η αναφορά του στην ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου έρχεται να «δέσει» τόσο με τον Παυσανία όσο και με το βυζαντινό Χρυσόβουλο. Ερχόμενος από την Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης, κατέληξε στον Αρκασά όπου συνομίλησε για αρκετή ώρα με τους κατοίκους. Εκείνοι, αφού πρώτα τον καλωσόρισαν στη συνέχεια του μίλησαν για το πανηγύρι(!) ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία.

Ο λόγος στον ίδιο: «…Φτάσαμε τέλος στο χωριό της Σπάρτης που λέγεται Αρκασάς. Κοιτάζοντας από την πεδιάδα, στην ανατολική βάση του όρους Ταΰγετος-οι κάτοικοι τον αναφέρουν ως Άγιο Ηλία- και προς τις χιονοσκέπαστες κορυφές του βουνού, οι ντόπιοι μας έδειξαν το ιερό παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Παρότι σε όλη την Ελλάδα ακόμα και στον καιρό μας οι Έλληνες τιμούν τις ψηλότερες κορυφές των βουνών, ως ιερά του ίδιου του Προφήτη, αυτοί πιστεύουν πως ο ζωντανός αθάνατος Ηλίας, κατοικεί ειδικά σε αυτή την ψηλή κορυφή και στις 20 Ιουλίου την ημέρα που γίνεται η γιορτή και το πανηγύρι του, βεβαιώνουν ότι εμφανίζεται ανάμεσα στα πυρακτωμένα κόκκινα σύννεφα με όλη του την λαμπρότητα. Τόσο ισχυρό είναι ακόμη στον καιρό μας το θρησκευτικό δέος μεταξύ των απλοϊκών χωρικών…».

Λέγοντας ο Αγκωνίτης πως οι ντόπιοι γιόρταζαν τον Προφήτη Ηλία με πανηγύρι, σημαίνει ότι είχε δημιουργηθεί ένας τοπικός θρύλος γύρω από το όνομα του Αγίου, που προφανώς ήταν αποτέλεσμα πολυετούς λατρείας και ψυχικού δεσίματος των κατοίκων με το βουνό. Δεν αποκλείεται αυτή η λατρεία με τις μεταφυσικές δοξασίες που περιγράφει ο Ιταλός, να έχει αφετηρία ακόμα και στα πρώιμα χριστιανικά χρόνια.




Άλλες αναφορές
  
Σε μια αρχαία επιγραφή του 1ου αιώνα μ.Χ, που βρέθηκε πριν μερικά χρόνια στον Ταΰγετο, γίνεται αναφορά στον «Δία του Ταλετού». Σε αυτή διαβάζουμε: «Διί Ταλετίτα [και Αυξησία] Δαμοία». Πιθανόν για κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα της Ρωμαϊκής περιόδου, ο πατέρας του Ελληνικού Πάνθεου να λατρευόταν παράλληλα με τον Θεό Ήλιο Απόλλωνα. Αυτό όμως είναι απλά μια υπόθεση και τίποτα παραπάνω. Δυστυχώς η συγκεκριμένη επιγραφή, αν και σημαντική για την έρευνα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ισχυρό αποδεικτικό τεκμήριο.

Για τον «Προφήτη Ηλία» έγραψε και ο μεγάλος Ρωμαίος φιλόσοφος Κικέρων. Σε ένα από τα έργα του σχετικά με τους Έλληνες φιλόσοφους και την αρχαία ελληνική επιστήμη, κάνει λόγο για «το παρατηρητήριο του Αναξίμανδρου στην κορυφή του Ταϋγέτου». Τα αστρονομικά όργανα παρατήρησης μαζί με την απαραίτητη υποδομή τους, θα βρίσκονταν στην κορυφή πριν ο χώρος μετατραπεί σε ιερό προσκύνημα. Πάντως, αρχαιολογικά λείψανα που να πιστοποιούν ή να αφήνουν έστω υπόνοια για ύπαρξη αστεροσκοπείου δεν έχουν εντοπιστεί.

Τέλος, ο γαλλικής καταγωγής και… αμφιλεγόμενος περιηγητής Γκι Λα Γκουλετιέρ, (La Guilletiere) επηρεασμένος απ’ το εξερευνητικό πνεύμα της Αναγέννησης, ήρθε στη Λακωνία στα τέλη του 17ου και αποτύπωσε την καθημερινότητα των κατοίκων. Ανάμεσα σε άλλα, έγραψε πως οι Μανιάτες «λατρεύουν ιδιαίτερα την Παναγία τον Άη Δημήτρη και τον Άη Γιώργη που θεωρούν προστάτη τους, ενώ στις κορυφές των βουνών, βλέπεις αμέτρητα εκκλησάκια αφιερωμένα τα περισσότερα στον Άη Λιά». Ποιος ξέρει; Μπορεί ανάμεσα στα πολλά εκκλησάκια που είδε ο Γάλλος, να ήταν και αυτό του Προφήτη Ηλία στην ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου.


Συμπέρασμα

Μελετώντας προσεκτικά τις γραπτές μαρτυρίες που ξεκινούν με τον Παυσανία και φτάνουν έως τον Λα Γκουλετιέρ, διαπιστώνεται ότι το ψηλότερο σημείο της οροσειράς, είναι μια ιερή τοποθεσία με αδιάκοπη, ή τουλάχιστον μακρόχρονη κατά διαστήματα θρησκευτική συνέχεια. Μπορεί οι πηγές να χρονολογούνται με διαφορά… αιώνων η μία από την άλλη, έχουν όμως κοινά χαρακτηριστικά και βεβαιώνουν πως ο συγκεκριμένος χώρος ήταν ανέκαθεν ιερός, στεγάζοντας δύο μεγάλες θρησκείες. Οι αναφορές για θυσίες αλόγων, πανηγύρια και ανθρώπους που πιστεύουν ότι είδαν τον Προφήτη Ηλία στο άρμα του να πετά, δεν αφήνουν παρά ελάχιστο περιθώριο αμφισβήτησης της διαχρονικής ιερότητας της «πυραμίδας» του Ταϋγέτου.

Εν τέλει, στο κείμενο έγινε προσπάθεια να δημιουργηθεί για τον αναγνώστη η καλύτερη δυνατή εικόνα, με ό,τι στοιχείο υπήρχε διαθέσιμο. Άλλωστε, οι πηγές δεν τελειώνουν ποτέ. Όλο και σε κάποιο νέο εύρημα θα «σκοντάψουν» οι ερευνητές του μέλλοντος.


(Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό «Αδούλωτη Μάνη Λακωνία Οδός»)

Οι εσωτερικές φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του αρθρογράφου (1999)



*Ο Παναγιώτης Αλιμήσης είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε Σύγχρονη Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο London Metropolitan της Μεγάλης Βρετανίας

Γράφει ο Παναγιώτης Αλιμήσης

Ο Ταΰγετος, το ψηλότερο και μεγαλοπρεπέστερο βουνό της Πελοποννήσου, ήδη από τα προϊστορικά χρόνια αποτέλεσε ένα ασφαλές καταφύγιο και τόπο λατρείας, για τους πληθυσμούς που ρίζωσαν στις πλαγιές του. Οι δυσπρόσιτες κορυφές σε όλο σχεδόν το μήκος της οροσειράς, έγιναν η βάση για την δημιουργία οικισμών, κάστρων, ναών, πύργων και ιερών, πολλά από τα οποία σώζονται μέχρι τις μέρες μας, μαρτυρώντας ένα ένδοξο όσο και πολυκύμαντο παρελθόν.

Η επιβλητική παράσταση του ορεινού όγκου, η ιστορία, η εναλλαγή του τοπίου, το απαράμιλλο φυσικό κάλλος, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, έλκουν καθημερινά τουρίστες, περιηγητές και φυσιολάτρες.



Καμία όμως κορυφή ή πλαγιά του Ταϋγέτου, του «αγαθού γέροντα» όπως τον ονόμασε ο Νικηφόρος Βρεττάκος, δεν προκαλεί τόσο το ενδιαφέρον όσο η ψηλότερη κορυφή του ο Προφήτης Ηλίας ή το Ταλετόν των Αρχαίων Ελλήνων. Κάθε χρόνο από τις 18 μέχρι τις 20 του Ιουλίου, πλήθος προσκυνητών από όλη την Ελλάδα ανεβαίνουν με κόπο στο πλάτωμα της πυραμιδοειδούς κορυφής όπου δεσπόζει το ταπεινό πλινθόκτιστο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Σε υψόμετρο 2.407 μέτρα, από το βράδυ της παραμονής στις 19 του μήνα οι πιστοί παρακολουθούν με ευλάβεια την Θεία Λειτουργία στον ασκεπή ναό και μόλις πέσει το σκοτάδι, ανάβουν φωτιά με λιβάνι όπως προστάζει το έθιμο.



Μάλιστα, όσοι φτάσουν εκεί την ώρα που ανατέλλει ή δύει ο Ήλιος, θα γίνουν μάρτυρες της εντυπωσιακής τριγωνικής σκιάς της που σχηματίζεται το πρωί στον Μεσσηνιακό κόλπο και το απόγευμα στον κάμπο της Λακωνίας!



Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, φωτογραφικά ντοκουμέντα και μαρτυρίες, πρόκειται για ένα προσκύνημα που λαμβάνει χώρα τουλάχιστον τους τελευταίους δυο με τρείς αιώνες. Στις ξερολιθιές του ναού και των πέριξ αυτού κτισμάτων, διακρίνονται χαραγμένα ονοματεπώνυμα με ημερομηνίες που φτάνουν στα προεπαναστατικά χρόνια.

Ωστόσο, το ερώτημα που έχει απασχολήσει τις τελευταίες δεκαετίες κυρίως ντόπιους ερευνητές, είναι η ύπαρξη ή μη ‘θρησκευτικής συνέχειας’ σε αυτή την ψηλή κορυφή. Αν δηλαδή υπάρχει αδιάσπαστη λατρευτική δραστηριότητα στον Προφήτη Ηλία από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Συνήθως, η «βουτιά» στο παρελθόν για κάποιον που μελετάει ένα δύσκολο ιστορικό ζήτημα, γίνεται για την καλύτερη δυνατή τεκμηρίωση. Βέβαια, εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι ανατρέχοντας προς τα πίσω οι πηγές που αναφέρονται αποκλειστικά στην κορυφή του Ταϋγέτου είναι ελάχιστες και ενίοτε προβληματικές. Οι μόνες ολοκληρωμένες και σαφείς αναφορές που ρίχνουν φως στην έρευνα, προέρχονται από τα «Λακωνικά» του αρχαίου περιηγητή Παυσανία, από ένα Βυζαντινό Χρυσόβουλο του 14ου αιώνα και από μια μαρτυρία του Ιταλού περιηγητή Κυριάκου του Αγκωνίτη.

Στόχος, άλλωστε, του παρόντος άρθρου είναι η ανάδειξη της ιστορικής πραγματικότητας απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς και ανορθολογικές προσεγγίσεις.


Με τα μάτια του Παυσανία
 
Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, όπως και όλοι σχεδόν οι Έλληνες, θεωρούσαν τις ψηλότερες κορυφές των βουνών ιερές αποδίδοντας τους συχνά θεϊκές ιδιότητες. Εκεί ανήγειραν τους ναούς, τα ιερά ή τους βωμούς για να είναι κοντά στον «Θεό Ήλιο», μια συνήθης πρακτική που χάνεται στα βάθη της προϊστορίας.

Ο μεγάλος περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας, Έλληνας με καταγωγή από τη Λυδία της Μικρά Ασίας, είναι ίσως ο μοναδικός συγγραφέας που κατέγραψε αυτή την πανελλήνια θρησκευτική τελετουργία. Φιλομαθής και λάτρης της περιπέτειας, επισκέφθηκε την υπό ρωμαϊκή κατοχή Ελλάδα μεταξύ του 150 με 165 μ.Χ, εποχή που η θρησκεία του Δωδεκάθεου είχε αρχίσει να παρακμάζει, συνυπάρχοντας πλέον με αμέτρητες εξελληνισμένες θεότητες της Ανατολής. Το πολύτομο έργο του με τίτλο «Ελλάδος Περιήγησης» θεωρείται ο πρώτος ταξιδιωτικός οδηγός στον κόσμο, καθώς αναφέρει με χαρακτηριστική λεπτομέρεια, δρόμους, μνημεία, δημόσια κτήρια, καταλύματα, ιστορικές τοποθεσίες, έθιμα κτλ. Τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στη Σπάρτη και τη Λακεδαίμονα αποτύπωσε στον τόμο που είναι γνωστός ως «Λακωνικά».

Φτάνοντας εκεί μέσω της αρχαίας Πελλάνας, ο ακούραστος αυτός ταξιδιώτης δεν άφησε σχεδόν τίποτα να ξεφύγει από την προσοχή του. Ιδιαίτερη εντύπωση του προξένησε η ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου, την οποία όπως αναφέρει, οι ντόπιοι θεωρούσαν ιερή: «Άκρα δε του Ταϋγέτου Ταλετόν υπέρ Βρυσεών ανέχει. Ταύτην Ηλίου καλούσιν ιεράν και άλλα τε αυτόθι Ηλίω θύουσι και ίππους». Ο Παυσανίας, μας λέει σε απλή μετάφραση ότι «στη ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου το Ταλετόν που υψώνεται πάνω από τις Βρυσέες, (αρχαία τοποθεσία μεταξύ των χωριών Καλύβια Σοχάς και Ξηροκαμπίου), που οι αρχαίοι ονομάζουν ιερή, θυσιάζουν άλογα στον θεό Ήλιο».


Η διαφορετική άποψη

Πολλές πηγές της αρχαιότητας, προκαλούν συχνά διχογνωμία μεταξύ των ιστορικών για την πραγματική ερμηνεία τους. Έτσι και στο θέμα που εξετάζουμε, ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι το Ταλετόν που αναφέρει ο Παυσανίας δεν αφορά την ψηλότερη κορυφή, αλλά ένα μικρότερο υψόμετρο κοντά στη πεδιάδα. Μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι εκείνη του φιλέλληνα Γερμανού αρχαιολόγου Prott, ο οποίος τον περασμένο αιώνα έδωσε τη δική του αιρετική άποψη. Κατά τη διάρκεια ανασκαφών στα Καλύβια Σοχάς το 1905, ψάχνοντας να βρει το περίφημο «Λακωνικό Ιερό», υποστήριξε ότι το Ταλετόν βρίσκεται σε χαμηλότερο ύψος, τοποθετώντας το σε ένα προβούνι πλησίον του ορεινού οικισμού Σοχά. Όμως ο Prott μίλησε κάπως αόριστα, αφού δεν προσδιόρισε ακριβώς σε ποια κορυφή βρισκόταν το υποτιθέμενο ιερό ούτε παρουσίασε κάποια ‘ειδική’ μελέτη. Επιπλέον, στην περιοχή που έδειξε ο ίδιος αλλά και στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που περικλείει τον οικισμό, δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κάποιο αρχαιολογικό λείψανο που να παραπέμπει σε ναό ή βωμό.

Αντίθετα, αρκετοί φιλόλογοι θεωρούν ότι «Άκρα» -λέξη που τονίζει ο Παυσανίας- δηλώνει το απώτατο σημείο σε ύψος και στη περίπτωση ενός βουνού την ψηλότερη κορυφή. Οι Αρχαίοι μας πρόγονοι για λόγους τιμής και σεβασμού, είναι λογικό να διάλεγαν την πιο επιβλητική τοποθεσία για τη λατρεία τους προς τον Θεό Ήλιο παρά ένα προβούνι! Παρόλα αυτά, για λόγους ιστορικής ακρίβειας και επιστημονικής ορθότητας η «επίμαχη» πρόταση στο αρχαίο κείμενο των «Λακωνικών» χρειάζεται προσεκτικότερη μελέτη.

                                                     
Το Χρυσόβουλο
       
Για την περίοδο που ξεκινά από τα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια μέχρι τις Σταυροφορίες, δεν υπάρχουν γραπτές ή προφορικές πηγές. Ειδικότερα, στο διάστημα 1000 ετών που μεσολαβεί από τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες (4ος αιώνας μ.Χ.) μέχρι τον 14ο αιώνα επικρατεί σιωπή. Ωστόσο, το γεγονός ότι ήδη από τον 2ο μ.Χ. αιώνα διαδίδεται ταχύτατα ο Χριστιανισμός στην Ευρώπη, πρέπει με σχετική βεβαιότητα να θεωρηθεί ότι η ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου κράτησε τη θρησκευτική της σημασία αλώβητη, με τη μόνη διαφορά πως ο Θεός Ήλιος ‘αντικαταστάθηκε’ από τον Προφήτη Ηλία.

Μεταξύ 6ου και 7ου αιώνα σλαβικές φυλές από τον βαλκανικό βορρά, εποίκησαν εκτεταμένα την Πελοπόννησο ιδρύοντας πολλές αυτοδιοικούμενες κοινότητες στον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα, που ονομάστηκαν «σ(κ)λαβηνίες». Στα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους προκάλεσαν μια πρόσκαιρη εθνολογική αναστάτωση, ενώ δεν έλειψαν και περιπτώσεις αιματηρών συγκρούσεων με την κεντρική εξουσία. Ανεξάρτητα, πάντως, από την δυναμική διείσδυσή τους στα ελληνικά εδάφη, ουδέποτε κατάφεραν να υποσκελίσουν την βυζαντινή κυριαρχία.

Με βασικό άξονα την εποικιστική πολιτική που εφάρμοσαν διαδοχικές ηγεσίες από κοινού με την Εκκλησία, οι Σλάβοι δέχθηκαν τελικά τον Χριστιανισμό ως ανώτερη πολιτιστική έκφραση και απορροφήθηκαν από τον ενισχυμένο γηγενή ελληνικό πληθυσμό. Το μόνο που άφησαν ως ανάμνηση της παρουσίας τους, είναι μερικά τοπωνύμια και ελάχιστες λέξεις ποιμενικού χαρακτήρα.

Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων, ίσως να επιτρέπει το συμπέρασμα πως η κορυφή ήταν και για τους ίδιους ιερή τοποθεσία με την ίδια ακριβώς σημασία που είχε για τους Έλληνες. Μόλις προς τις αρχές  του 14ου αιώνα, εποχή που οι πληθυσμοί στον Ταΰγετο έχουν πυκνώσει, εμφανίζεται ένα Χρυσόβουλο (αυτοκρατορικό νομοθέτημα) του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου Β’ το οποίο οριοθετούσε την τότε Μητρόπολη Μονεμβασίας. Η έκδοσή του υπολογίζεται στο 1314 και είναι η δεύτερη σημαντικότερη πηγή μετά από εκείνη του περιηγητή Παυσανία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά του κειμένου στην ψηλότερη κορυφή, την οποία οι ντόπιοι αποκαλούσαν Πενταδάκτυλο (Ο Ταΰγετος ονομαζόταν και Πενταδάκτυλος εξαιτίας των αντερεισμάτων των πέντε ψηλότερων κορυφών που υπερβαίνουν τα 2.000 μέτρα)

Αναλυτικά το απόσπασμα: «…Από δη ταύτης της σεβάσμιας Μονής, διέρχεται (το όριο) δια του πεδίου και καταντά (καταλήγει) εις την απέναντι Θεία Μονή της υπεραγίας Θεοτόκου την εις όνομα τιμωμένην και αυτής της Ελεούσης ούσαν πλησίον της κόμης Αρκασά (βυζαντινή κωμόπολη ανατολικά του Ξηροκαμπίου). Είτα απέρχεται εις εταίραν κόμην ονομαζομένης Σοχά, προς την ποσί του όρους Ταϋγέτου, κακείθεν ανέρχεται εις την τούτον κορυφή ένθα ην ευκτήριον του Προφήτου Ηλιού επικεκλημένον (αποκαλούμενο) Πεντεδάκτυλο και πάλιν κατέρχεται κατά δεξιάν εις ευκτήριον έτερον αυτού του Προφήτου Ηλιού…».

Το Χρυσόβουλο αναφέρεται ξεκάθαρα σε εκκλησάκι (ευκτήριον) του Προφήτη Ηλία, τονίζοντας μάλιστα πως βρίσκεται σε μια από τις κορυφές που ονομάζεται «Πεντε(α)δάκτυλος». Πράγματι, η ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου είναι μία εκ των πέντε αντερεισμάτων του, συνεπώς δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για ποιο σημείο του βουνού γίνεται λόγος.

 
Η μαρτυρία του «Αγκωνίτη»
 
Σχετική με την έρευνα και εξίσου διαφωτιστική είναι και η μαρτυρία του Κυριάκου του «Αγκωνίτη». Πρόκειται φυσικά για… παρατσούκλι που του κόλλησαν πιθανότατα οι Λάκωνες, απλά γιατί καταγόταν από την Ανκόνα της Ιταλίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κυριάκο Ντε Πιτσίκολι (Ciriako de Pizzicolli) και για πολλούς είναι ίσως ο πιο σημαντικός Ευρωπαίος περιηγητής που επισκέφθηκε την Πελοπόννησο. Ο Αγκωνίτης έφτασε στη Λακωνία το 1447, έξι χρόνια πριν από την Άλωση της Πόλης, και η αναφορά του στην ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου έρχεται να «δέσει» τόσο με τον Παυσανία όσο και με το βυζαντινό Χρυσόβουλο. Ερχόμενος από την Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης, κατέληξε στον Αρκασά όπου συνομίλησε για αρκετή ώρα με τους κατοίκους. Εκείνοι, αφού πρώτα τον καλωσόρισαν στη συνέχεια του μίλησαν για το πανηγύρι(!) ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία.

Ο λόγος στον ίδιο: «…Φτάσαμε τέλος στο χωριό της Σπάρτης που λέγεται Αρκασάς. Κοιτάζοντας από την πεδιάδα, στην ανατολική βάση του όρους Ταΰγετος-οι κάτοικοι τον αναφέρουν ως Άγιο Ηλία- και προς τις χιονοσκέπαστες κορυφές του βουνού, οι ντόπιοι μας έδειξαν το ιερό παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Παρότι σε όλη την Ελλάδα ακόμα και στον καιρό μας οι Έλληνες τιμούν τις ψηλότερες κορυφές των βουνών, ως ιερά του ίδιου του Προφήτη, αυτοί πιστεύουν πως ο ζωντανός αθάνατος Ηλίας, κατοικεί ειδικά σε αυτή την ψηλή κορυφή και στις 20 Ιουλίου την ημέρα που γίνεται η γιορτή και το πανηγύρι του, βεβαιώνουν ότι εμφανίζεται ανάμεσα στα πυρακτωμένα κόκκινα σύννεφα με όλη του την λαμπρότητα. Τόσο ισχυρό είναι ακόμη στον καιρό μας το θρησκευτικό δέος μεταξύ των απλοϊκών χωρικών…».

Λέγοντας ο Αγκωνίτης πως οι ντόπιοι γιόρταζαν τον Προφήτη Ηλία με πανηγύρι, σημαίνει ότι είχε δημιουργηθεί ένας τοπικός θρύλος γύρω από το όνομα του Αγίου, που προφανώς ήταν αποτέλεσμα πολυετούς λατρείας και ψυχικού δεσίματος των κατοίκων με το βουνό. Δεν αποκλείεται αυτή η λατρεία με τις μεταφυσικές δοξασίες που περιγράφει ο Ιταλός, να έχει αφετηρία ακόμα και στα πρώιμα χριστιανικά χρόνια.




Άλλες αναφορές
  
Σε μια αρχαία επιγραφή του 1ου αιώνα μ.Χ, που βρέθηκε πριν μερικά χρόνια στον Ταΰγετο, γίνεται αναφορά στον «Δία του Ταλετού». Σε αυτή διαβάζουμε: «Διί Ταλετίτα [και Αυξησία] Δαμοία». Πιθανόν για κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα της Ρωμαϊκής περιόδου, ο πατέρας του Ελληνικού Πάνθεου να λατρευόταν παράλληλα με τον Θεό Ήλιο Απόλλωνα. Αυτό όμως είναι απλά μια υπόθεση και τίποτα παραπάνω. Δυστυχώς η συγκεκριμένη επιγραφή, αν και σημαντική για την έρευνα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ισχυρό αποδεικτικό τεκμήριο.

Για τον «Προφήτη Ηλία» έγραψε και ο μεγάλος Ρωμαίος φιλόσοφος Κικέρων. Σε ένα από τα έργα του σχετικά με τους Έλληνες φιλόσοφους και την αρχαία ελληνική επιστήμη, κάνει λόγο για «το παρατηρητήριο του Αναξίμανδρου στην κορυφή του Ταϋγέτου». Τα αστρονομικά όργανα παρατήρησης μαζί με την απαραίτητη υποδομή τους, θα βρίσκονταν στην κορυφή πριν ο χώρος μετατραπεί σε ιερό προσκύνημα. Πάντως, αρχαιολογικά λείψανα που να πιστοποιούν ή να αφήνουν έστω υπόνοια για ύπαρξη αστεροσκοπείου δεν έχουν εντοπιστεί.

Τέλος, ο γαλλικής καταγωγής και… αμφιλεγόμενος περιηγητής Γκι Λα Γκουλετιέρ, (La Guilletiere) επηρεασμένος απ’ το εξερευνητικό πνεύμα της Αναγέννησης, ήρθε στη Λακωνία στα τέλη του 17ου και αποτύπωσε την καθημερινότητα των κατοίκων. Ανάμεσα σε άλλα, έγραψε πως οι Μανιάτες «λατρεύουν ιδιαίτερα την Παναγία τον Άη Δημήτρη και τον Άη Γιώργη που θεωρούν προστάτη τους, ενώ στις κορυφές των βουνών, βλέπεις αμέτρητα εκκλησάκια αφιερωμένα τα περισσότερα στον Άη Λιά». Ποιος ξέρει; Μπορεί ανάμεσα στα πολλά εκκλησάκια που είδε ο Γάλλος, να ήταν και αυτό του Προφήτη Ηλία στην ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου.


Συμπέρασμα

Μελετώντας προσεκτικά τις γραπτές μαρτυρίες που ξεκινούν με τον Παυσανία και φτάνουν έως τον Λα Γκουλετιέρ, διαπιστώνεται ότι το ψηλότερο σημείο της οροσειράς, είναι μια ιερή τοποθεσία με αδιάκοπη, ή τουλάχιστον μακρόχρονη κατά διαστήματα θρησκευτική συνέχεια. Μπορεί οι πηγές να χρονολογούνται με διαφορά… αιώνων η μία από την άλλη, έχουν όμως κοινά χαρακτηριστικά και βεβαιώνουν πως ο συγκεκριμένος χώρος ήταν ανέκαθεν ιερός, στεγάζοντας δύο μεγάλες θρησκείες. Οι αναφορές για θυσίες αλόγων, πανηγύρια και ανθρώπους που πιστεύουν ότι είδαν τον Προφήτη Ηλία στο άρμα του να πετά, δεν αφήνουν παρά ελάχιστο περιθώριο αμφισβήτησης της διαχρονικής ιερότητας της «πυραμίδας» του Ταϋγέτου.

Εν τέλει, στο κείμενο έγινε προσπάθεια να δημιουργηθεί για τον αναγνώστη η καλύτερη δυνατή εικόνα, με ό,τι στοιχείο υπήρχε διαθέσιμο. Άλλωστε, οι πηγές δεν τελειώνουν ποτέ. Όλο και σε κάποιο νέο εύρημα θα «σκοντάψουν» οι ερευνητές του μέλλοντος.


(Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό «Αδούλωτη Μάνη Λακωνία Οδός»)

Οι εσωτερικές φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του αρθρογράφου (1999)



*Ο Παναγιώτης Αλιμήσης είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε Σύγχρονη Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο London Metropolitan της Μεγάλης Βρετανίας

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image

Apela Real Estate

Κτηματομεσιτικό Γραφείο Λακωνίας