notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Μητράκος - Τα σινεμά της Σπάρτης: «ΡΟΔΟΝ» (θερινό)

slider_image
16-07-2021

Το «ΡΟΔΟΝ» είχε όλα εκείνα τα στοιχεία του παραδοσιακού θερινού σινεμά έτσι όπως το γνώρισε και το λάτρεψε ο Έλληνας: Το φυσικό σκηνικό, τον ανοιχτό χώρο και την αξεπέραστη αίσθηση ελευθερίας

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Το θερινό σινεμά «Ρόδον» «άνθισε» στη Σπάρτη το καλοκαίρι του 1961, μέσα στην καρδιά της χρυσής 10ετίας του σινεμά, εκεί, στην σημερινή οδό των 118 (τότε «Τριπόλεως») που ήταν αραιοκατοικημένη και μάλιστα είχε και μια θαυμάσια αλέα με ευκαλύπτους, στην οποία έβγαιναν οι οικογένειες για κυριακάτικο περίπατο.

Στην εφημερίδα «ΛΑΚΩΝΙΚΟ ΒΗΜΑ», 8-7-1961, διαβάζουμε τα εξής:

Ο ΝΕΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
«Ο Νέος Κινηματογράφος επί της οδού Τριπόλεως πληρεί όλους τους όρους του υπαιθρίου και ανταποκρίνεται πλήρως προς τον προορισμό του. Έχει υπαίθριον αίθουσαν λίαν ευρύχωρον, καθίσματα αναπαυτικά, οθόνην ευρύχωρον και μηχανήματα καλά. Εκτός όμως τούτου, προβάλλει και ταινίας αρκετά καλάς, μέχρι τώρα τουλάχιστον. Οι επιχειρηματίαι τούτου σκέπτονται να τον κάμουν και χειμερινόν. Θα ήτο ευχής έργον να γίνη, διότι ομολογουμένως η πόλις μας στερείται ενός καλού και συγχρονισμένου κινηματογράφου και διότι οι προοδευτικοί αυτοί επιχειρηματίαι, είμεθα βέβαιοι, ότι θα παρουσιάσουν κάτι το τέλειον.»



Δυστυχώς το ρεπορτάζ δεν μας διέσωσε τα ονόματα των επιχειρηματιών που άνοιξαν το «ΡΟΔΟΝ» ούτε ευοδώθηκε η πρόθεσή τους να ανοίξουν και ένα σύγχρονο χειμερινό σινεμά, ανταγωνιστικό προς τα τότε χειμερινά σινεμά της Σπάρτης «ΑΤΤΙΚΟΝ» και «ΦΛΟΡΑΛ», τα οποία, όπως φαίνεται από το δημοσίευμα, είχαν ξεπεραστεί από την εποχή τους. Έτσι κι αλλιώς, η δημιουργία του νέου θερινού σινεμά «ΡΟΔΟΝ», έφερε έναν φρέσκο αέρα στα καλοκαίρια της Σπάρτης και στη βάση του υγιούς ανταγωνισμού με τα άλλα δύο θερινά σινεμά της πόλης, το «ΡΕΞ» και το «ΦΛΟΡΑΛ», βοήθησε να κρατηθούν προσιτά τα εισιτήρια για τις λαϊκές οικογένειες, που ήταν η μεγάλη δύναμη των θερινών σινεμά, αλλά και να δοθεί περισσότερη προσοχή και φροντίδα στην ποιοτική επιλογή των ταινιών.

Το θερινό σινεμά «ΡΟΔΟΝ» ήταν λίγο μακριά από το κέντρο της Σπάρτης, αλλά αυτό δεν αποτελούσε εμπόδιο. Αντίθετα αποτελούσε και αιτία για μια βόλτα, αφού τα αυτοκίνητα ήταν, τότε, ελάχιστα και ο κόσμος έβγαινε τις εξόδους του με τα πόδια.

Εκτός αυτού το «ΡΟΔΟΝ» έφερνε, κυρίως, ελληνικές ταινίες (δραματικές, φουστανέλας και κωμωδίες), είχε φθηνό εισιτήριο, ήταν πολύ δροσερό σινεμά και γι’ αυτό ο κόσμος το προτιμούσε.

Το «ΡΟΔΟΝ» είχε όλα εκείνα τα στοιχεία του παραδοσιακού θερινού σινεμά έτσι όπως το γνώρισε και το λάτρεψε ο Έλληνας: Το φυσικό σκηνικό, τον ανοιχτό χώρο και την αξεπέραστη αίσθηση ελευθερίας.

Με το που αντίκριζες το «ΡΟΔΟΝ» είχες αμέσως αυτήν την όμορφη αίσθηση του κλασικού ελληνικού θερινού σινεμά:

Η είσοδος ήταν απλή με το όνομα του σινεμά γραμμένο στην πρόσψη με καλλιγραφικά κομμένα σε ξύλο και  βαμμένα κόκκινα: «Ρόδον». Δεξιά και αριστερά ήταν οι πόρτες εισόδου κι εξόδου, το μικρό ταμείο και μια πινακίδα με τις φωτογραφίες του έργου και τις αφίσες. Η πλατεία ήταν ευρύχωρη, στρωμένη με άσπρο σπαστό χαλίκι και καθίσματα με σιδερένιο σκελετό και πλεχτό με νάιλον κάθισμα και πλάτη. Στο χώρο δέσποζε η μεγάλη λευκή οθόνη, χτιστή με τούβλα, υπερυψωμένη πάνω από την είσοδο, με το καμαράκι προβολής ακριβώς απέναντί της στην πίσω μεριά του σινεμά, προς το προαύλιο του 2ου Δημοτικού Σχολείου, το οποίο ήταν «σύνορο» με το «ΡΟΔΟΝ». Κατά την κλασική διάταξη των θερινών σινεμά κάτω από το καμαράκι προβολής ήταν το μπαράκι και δίπλα οι τουαλέτες. Γύρω από το σινεμά υπήρχε τοίχος με φωτιστικά στα κολωνάκια του και ξύλινα καφασωτά , που πάνω τους σκαρφάλωναν λουλούδια και πρασινάδες όχι μόνο του σινεμά αλλά και από τις αυλές και τους κήπους των διπλανών σπιτιών . Στην «πλάτη» του «ΡΟΔΟΝ» βρισκόταν το προαύλιο και το κτήριο του 2ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης κι εκεί ακριβώς ήταν η θέση των  «λαθρο-θεατών» πιτσιρίκων της εποχής. Από το σημείο αυτό «έμπαζε» το «ΡΟΔΟΝ» την αναγκαία για τα καλοκαιρινά βράδια δροσιά, αφού «έπιανε» το βοριαδάκι που ερχόταν ανεμπόδιστο από τη μεριά του σχολείου. Το «ΡΟΔΟΝ» από το πρώτο καλοκαίρι της λειτουργίας του, στα 1961, έγινε αγαπημένος προορισμός των Σπαρτιατών ΚΑΙ για το περιβάλλον της εξοχής που προσέφερε αλλά ΚΑΙ για τις ταινίες που επέλεγε.

Στις 24-8-1964, λ.χ., διαβάζουμε στην εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ του Ανδρέα Χιώτη:

«Ο αγαπημένος σας κινηματογράφος ΡΟΔΟΝ εξασφάλισε δια την ψυχαγωγίαν σας τα καλλίτερα έργα της ελληνικής και ξένης παραγωγής, τα οποία θα προβάλη κατά την θερινήν περίοδον» .

Όπως όλα τα θερινά σινεμά, έτσι και το «ΡΟΔΟΝ», προσέφερε πολύ περισσότερα από μια ταινία: Έγινε τρόπος ζωής για τους Σπαρτιάτες της εποχής, προσέφερε φθηνή σε κόστος ψυχαγωγία στα λαϊκά στρώματα, ανέβασε το πολιτιστικό επίπεδο της τοπικής κοινωνίας και βοήθησε τους ανθρώπους της μεσαίας και της κατώτερης οικονομικής και κοινωνικής τάξης να βλέπουν τη ζωή διαφορετικά, πιο αισιόδοξα, να κοινωνικοποιούνται και να αποκτούν νέες ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις, για να ανταπεξέρχονται στις καθημερινές δυσκολίες που τους έβαζε η ζωή.

Εκτός από ενδιαφέρουσες ταινίες, στο «ΡΟΔΟΝ» ανέβηκαν και θεατρικές παραστάσεις αθηναϊκών θιάσων, δίνοντας την ευκαιρία στην «απομακρυσμένη» από το προνομιούχο κέντρο Σπάρτη, να έρχεται σε επαφή με την σημαντική αυτή μορφή Τέχνης, που πλουτίζει την ψυχή του ανθρώπου και δημιουργεί έναν πλατύ, ψυχικά πλούσιο και ακέραιο πολιτισμό στην κοινωνία:

«Την παρελθούσαν εβδομάδα έδωσε παραστάσεις εις την πόλιν μας ο θίασος του διαπρεπούς κωμικού Φραγκίσκου Μανέλη. Ο ένα λόγω θίασος ενεφανίσθη εις το κινηματοθέατρον «ΡΟΔΟΝ» και πλαισιούμενος από την εκλεκτήν ορχήστρα του κ. Γιάννη Βέλλα προσήλκυσε το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού της πόλεώς μας.» ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, 21-6-1962

Αφού χάρισε στους Σπαρτιάτες αλησμόνητες καλοκαιρινές βραδιές μαγείας και ομορφιάς το «ΡΟΔΟΝ» «μαράθηκε» κι έκλεισε κάπου μεταξύ 1969 και 1972. Έκτοτε βυθίστηκε στην ανυπαρξία και σκεπάστηκε από την αχλύ του απάνθρωπου χειμώνα του σύγχρονου «πολιτισμού» μας. Γέμισε αγριόχορτα και σκουριασμένα κουφάρια αυτοκινήτων, αφού χρησιμοποιήθηκε σαν «μάντρα», ενώ όλα παραδόθηκαν στη φθορά του χρόνου και στη διάλυση.



Στα 2002, όμως, συνέβη το απρόβλεπτο και εν πολλοίς αδιανόητο. Το «ΡΟΔΟΝ» , τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά, ξανάνθισε: Ο Σπαρτιάτης επιχειρηματίας Κώστας Ρουμελιώτης, ένας «κινηματογραφάνθρωπος» που κάποτε είχε οργώσει την επαρχία με μια φορητή κινηματογραφική μηχανή, παίζοντας ταινίες στα καφενεία και στις πλατείες των χωριών μας, προοδευτικός στις πεποιθήσεις και αθεράπευτος λάτρης και νοσταλγός των παλιών σινεμά, με αισθήματα ευγενικά και διάθεση πολιτιστικής προσφοράς στον τόπο του, αποφάσισε (μέσα από πολλές δυσκολίες και θυσίες προσωπικές) να αναστήσει το «ΡΟΔΟΝ» και να το κάνει να «ξανανθίσει» μέσα στη σύγχρονη, πια, Σπάρτη. Και τα κατάφερε με τον καλύτερο τρόπο. Γιατί ό,τι κάνει ο άνθρωπος με αγάπη και μεράκι, είναι «καταδικασμένο» να πετύχει. Ο Κώστας  Ρουμελιώτης σεβάστηκε το «ΡΟΔΟΝ» και την ιστορία του και κατόρθωσε, όχι απλά να το ξαναζωντανέψει, αλλά να το κάνει καλύτερο απ’ ό,τι ήταν κάποτε: Ο χώρος καθαρίστηκε με επιμέλεια και αποκαταστάθηκε, η οθόνη του «ΡΟΔΟΝ» ξαναβρήκε τη λευκάδα και το αλλοτινό μεγαλείο της, η πρόσοψη και η είσοδος εξωραΐστηκαν, ανανεώθηκαν και «λούστηκαν» στο φως, το καλλιγραφικό «Ρ» που ο καιρός είχε «αρπάξει» από την επιγραφή «ΡΟΔΟΝ» ξαναβρήκε τη θέση του, ένα καλαίσθητο ταμείο προστέθηκε στην είσοδο μαζί και προθήκες με πανέμορφες έγχρωμες αφίσες των ταινιών, οι τοίχοι της πλατείας ανακατασκευάστηκαν και βάφτηκαν, τοποθετήθηκαν καινούρια, όμορφα φωτιστικά, πρασινάδες, αναρριχητικά φυτά και λουλούδια φυτεύτηκαν απλόχερα ολόγυρα, το καμαράκι προβολής, το μπαράκι και οι τουαλέτες ανακαινίστηκαν κι εκσυγχρονίστηκαν εκ βάθρων, καινούριο σπαστό λευκό χαλίκι στρώθηκε παντού και πάνω του μπήκαν δυο μεγάλες σειρές από όμορφες, κίτρινες καρέκλες «του σκηνοθέτη» με στρογγυλά σιδερένια τραπεζάκια καφενείου ανάμεσά τους, ώστε να μπορούν οι θεατές να απολαμβάνουν τα ποτά, τους ξηρούς καρπούς, τα σάντουιτς, τα πατατάκια κλπ που προμηθεύονταν από το μπαρ, τόσο στο διάλειμμα όσο και κατά την προβολή της ταινίας.



Μια καινούρια μηχανή προβολής πήρε τη θέση της στο καμαράκι και ο Βαγγέλης Ζαχαρόπουλος από την Κοκκινόραχη, που μεγάλωσε μέσα στα καμαράκια των σινεμά της Σπάρτης, ο «τελευταίος των…Μηχανικών», ένας αληθινός θρύλος στο σινεμά «ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ» της ζωής μας, έλαβε θέση στο πόστο του, ενώ σύγχρονα ηχητικά απαιτήσεων τοποθετήθηκαν σε κατάλληλες θέσεις στο χώρο, για να χαρίζουν κρυστάλλινο ήχο κατά τη διάρκεια της προβολής και όμορφες μουσικές επιλογές στα διαλείμματα. Και, βέβαια, πανταχού παρών, ακοίμητο και ακούραστο καλό πνεύμα του «ΡΟΔΟΝ» ο Κώστας Ρουμελιώτης, γνωστός κι εγκάρδιος φίλος με κάθε θεατή, που φρόντιζε κάθε τι που είχε σχέση με τη λειτουργία του σινεμά, συνεπικουρούμενος από τη σύζυγο και την κόρη του.



Το «ΡΟΔΟΝ» για τον Κώστα, ΔΕΝ ήταν μια επιχείρηση για να «βγάλει λεφτά». Ήταν ένα όνειρο, ένα στοίχημα ζωής, μια αγάπη από κείνες που λες ότι αξίζει να τους αφιερωθείς με αίσθημα θυσίας ανιδιοτέλειας και προσφοράς. Ο Κώστας είχε με το «ΡΟΔΟΝ», πραγματικά, μια σχέση «πατέρα» με «παιδί». Το είδε με τα μάτια του να ξαναπαίρνει ζωή, το ένιωσε ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, να αναγεννάται ως μυθικός Φοίνιξ από τις στάχτες του, το πότισε με τον ιδρώτα του, το ξανάστησε στα πόδια του με την έγνοια του και τον προσωπικό του αγώνα, του έδωσε ζωή απ’ την ανάσα του, απ’ τις αγωνίες και τις ελπίδες του και δέθηκε μαζί του με μια σχέση ζωής και μιαν αγάπη που ξεπέρασε τις συμβατικότητες και τους ψυχρούς υπολογισμούς.

Ωραίες επιλογές ταινιών, κατάλληλες για αξέχαστες καλοκαιρινές αποδράσεις, όμορφο περιβάλλον, η διαχρονική μαγεία του θερινού σινεμά παρούσα σε κάθε παράσταση… κατάφερε το «ΡΟΔΟΝ» να γυρίσει το χρόνο πίσω και να κάνει τη δική του αντίσταση στην γκρίζα καθημερινότητα μιας ζωής στερημένης από άρωμα, χρώμα, ζεστασιά και ανθρωπιά. Συντρόφευε τα καλοκαίρια μας, κήρυσσε την επίσημη έναρξη της «θερινής σεζόν» κι «έριχνε αυλαία» με τις πρώτες ψύχρες και τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου.

«Κάνε τη ζωή σου ένα όνειρο και το όνειρό σου πραγματικότητα» είχε πει ο «πατέρας» του «Μικρού Πρίγκιπα», ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Κι ο Κώστας Ρουμελιώτης κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και τη ζωή μας, μαζί,  ένα όνειρο, ένα όνειρο που κράτησε εννιά καλοκαίρια: Το 2011, ένα σύννεφο που πλανιόταν από πάντα πάνω στον ουρανό του «ΡΟΔΟΝ», βάρυνε, έγινε μαύρο και πυκνό, χαμήλωσε και απειλούσε με καταιγίδα. Ο ιδιοκτήτης του χώρου αποφάσισε να «αξιοποιήσει» διαφορετικά το οικόπεδο και η σύμβαση με τον Κώστα Ρουμελιώτη λύθηκε. ΟΙ φίλοι του «ΡΟΔΟΝ», έστω και πολύ αργά, κινητοποιήθηκαν. Με μπροστάρη την κοινωνική κίνηση «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΠΑΡΤΗΣ» συγκέντρωσαν εκατοντάδες  υπογραφές κι έβαλαν θέμα στο δημοτικό συμβούλιο Σπάρτης να αγοράσει το «ΡΟΔΟΝ», και να το μετατρέψει σε δημοτικό θερινό σινεμά. Παράλληλα, με μια σειρά εκδηλώσεων στο χώρο του «ΡΟΔΟΝ» προσπάθησαν οι ενεργοί πολίτες να ευαισθητοποιήσουν τους αρμοδίους αλλά και την τοπική κοινωνία. Δυστυχώς η προσπάθεια απέβη μάταιη. Ο δήμος Σπάρτης δεν κατόρθωσε (ή δεν θέλησε) να διασώσει το «ΡΟΔΟΝ» με αποτέλεσμα το καλοκαίρι του 2011 να πέσουν οι τίτλοι του οριστικού ΤΕΛΟΥΣ για το ιστορικό αυτό, τελευταίο παραδοσιακό θερινό σινεμά της Σπάρτης και της Λακωνίας.

Για δεύτερη (και τελευταία) φορά (είχε προηγηθεί η ΑΝΕΣΙΣ) ο δήμος Σπάρτης χρεώθηκε με μια μεγάλη αποτυχία στον τομέα της Τέχνης, του τοπικού Πολιτισμού και της Παράδοσης. Ο δήμος Σπάρτης δεν θέλησε να αντιληφθεί πως τα θερινά σινεμά, όπως το «ΡΟΔΟΝ» είναι πολιτισμός, παράδοση, αναμνήσεις, ιστορία, οάσεις (στην κυριολεξία) δροσιάς, απόδρασης και απόλαυσης στο πιεσμένο αστικό τοπίο και πρέπει, γι’ αυτό, να κηρυχθούν διατηρητέα για να προφυλαχθούν από τα σημεία των καιρών και να διατηρήσουν την ατμόσφαιρα, το ύφος και το κινηματογραφικό μυστήριο που τα διακρίνει.

Κάπου στα τέλη του Σεπτέμβρη  του 2011, έγινε η τελευταία προβολή στο «ΡΟΔΟΝ» με την ταινία «ΤΟ ΠΑΡΤΥ» του Πήτερ Σέλλερς (κάτι σαν τραγική ειρωνεία να κλείνει ένα σινεμά με ένα «πάρτυ») κι ύστερα μια πινακίδα που έμοιαζε λιγόλογη, γραμμένη – όμως - από την συγκίνηση του Κώστα Ρουμελιώτη, ανακοίνωνε το οριστικό τέλος του σινεμά «ΡΟΔΟΝ», ύστερα από 46 χρόνια παρουσίας στη Σπάρτη:

«Ο ΘΕΡΙΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ «ΡΟΔΟΝ» ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΙΣ ΘΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΛΟΓΩ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΠΙΛΕΞΑΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΑΣ.»

Από την επομένη, κιόλας, «ξηλώθηκε» όλος  ο εξοπλισμός του σινεμά, το τοπίο ερήμωσε και «αγρίεψε» κι ύστερα … ήρθαν οι μπουλντόζες.
Και η τραγική ειρωνεία: Αφού κατεδαφίστηκε το «ΡΟΔΟΝ» κι έγιναν τα πρώτα σκαψίματα για την ανοικοδόμηση, βρέθηκαν αρχαιότητες λίγα μέτρα κάτω από την επιφάνεια του οικοπέδου και οι εργασίες σταμάτησαν. (Τόσα χρόνια θεατές στο «ΡΟΔΟΝ» και δε γνωρίζαμε πως κάναμε συντροφιά στους προγόνους !!!)



Μπορεί το «ΡΟΔΟΝ» να ξεριζώθηκε για πάντα από τον «άγονο κήπο» της Σπάρτης, όμως θα ζει και θα ανθίζει για πάντα στις καρδιές και στο νου όσων το έζησαν και το αγάπησαν. Και ποιος ξέρει; Ίσως αυτή η αγάπη και η θύμηση, που αρνείται να πεθάνει, να γίνει - κάποια στιγμή - και ανάσταση.

Ο κινηματογράφος είναι όπως ο έρωτας: όταν είναι καλός είναι κάτι υπέροχο, και όταν δεν είναι καλός, είναι -πάλι- κάτι ωραίο.
George Cucor 1899-1983, Αμερικανός σκηνοθέτης


ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ, ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΗΘΗΚΑΝ ΣΤΟ «ΡΟΔΟΝ»

1962
- Θίασος Φραγκίσκου Μανέλη και ορχήστρα Γιάννη Βέλλα.

1963
- Ο φίλος μου ο Λευτεράκης: Ελληνική κωμωδία (1963, ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ) του Αλ. Σακελλάριου, με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Κ. Βουτσά  Μ. Κοντού, Γ. Κωνσταντίνου κ.α.
- Αττίλας η Μάστιγξ του Θεού (Attila): Ιταλική, ιστορική ταινία (1954) σε σκηνοθεσία Pietro Francisci με τους: Anthony Quinn, Sofia Loren, Irena Papas, Ettore Manni and Henry Vidal κ.α.

-Τα ριακονταμελές μπαλέτο της Σχολής Μοριάνωβ σε 5 παραστάσεις

- Σκάνδαλα στο νησί του έρωτα: Ελληνική κωμωδία (1963) σε σκηνοθεσία Δημήτρη Δαδήρα με τους: Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Γκιζέλα Ντάλι, Λευτέρη Βουρνά, Ελένη Χαλκούση κ.α.

- Καταραμένη αποστολή: Θαλασσινή περιπέτεια με τον Τζον Γουέιν.

- Οι Σκανδαλιάρηδες: Ελληνική κωμωδία του 1963 σε σκηνοθεσία Στέλιου Τατασόπουλου με τους Νίκο Σταυρίδη, Γιάννη Γκιωνάκη, Κλεώ Σκουλούδη, Πόπη Λάζου κ.α.

- Η Ψεύτρα: Ελληνική κωμωδία του 1963 (ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ) σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με τους: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Αλέκο Αλεξανδράκη, Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Κώστα Βουτσά κ.α.

1969
- Ο κόσμος τρελάθηκε: Ελληνική κωμωδία του 1967 σε σκηνοθεσία  Ερρίκου Θαλασσινού, με τους: Ντίνο Ηλιόπουλο, Λίλιαν Μηνιάτη, Αλέκο Τζανετάκο κ.α.

- Έξω οι κλέφτες: Ελληνική κωμωδία του 1961 σε σκηνοθεσία Κ. Ανδρίτσου, με τους: Ορέστη Μακρή, Διονύση Παπαγιανόπουλο, Δημήτρη Νικολαΐδη, Μάρθα Καραγιάννη, Ανδρέα Ντούζο, Κούλη Στολίγκα, κ.ά.

- Κάποτε κλαίνε κι οι δυνατοί: Δραματική ελληνική ταινία του 1967, σε σκηνοθεσία  του Απ. Τεγόπουλου, με τους: Νίκο Ξανθόπουλο, Άντζελα Ζήλεια, Θόδωρο Μορίδη, Γιώργο Βελέντζα, Γιώργο  Μούτσιο, Ελένη Ζαφειρίου κ.ά.

- Άλλος για το εκατομμύριο: Ελληνική κωμωδία του 1964 σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου με τους Γιάννη Γκιωνάκη, Μίμη Φωτόπουλο, Βασίλη Αυλωνίτη, Ελένη Ανουσάκη, Μπεάτα Ασημακοπούλου κ.α΄.

- Η ζωή αρχίζει με σένα: δραματική ελληνική ταινία του 1961, σε σκηνοθεσία Φίλιππα Φυλακτού, με τους: Νίκο Ξανθόπουλο, Πάρη Λεβέντη, Γ. Μούτσιο, Διον. Παπαγιαννόπουλο, Μαλαίνα Ανουσάκη κ.ά.

- Το πρόσωπο της ημέρας: Ελληνική κωμωδία του 1965, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τους:  Κ. Βουτσά, Ελένη Προκοπίου, Λίλιαν Μηνιάτη, Κ. Καζάκο κ.ά.

- Αυτή η γη είναι δική μας: Ελληνική κοινωνική ταινία του 1967, σε σκηνοθεσία Γρ. Γρηγορίου, με τους: Πέτρο Φυσσούν, Ελ. Ανουσάκη, Θαν. Μυλωνά, Λαυρέντη Διανέλλο κ.ά.

- Μικροί και μεγάλοι εν δράσει: Ελληνική κωμωδία του 1963, σε σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου, με τους: Λάμπρο Κωνσταντάρα, Μαίρη Αρώνη, Βασίλη Αυλωνίτη, Βιβέτα Τσιούνη, Μαρίκα Νέζερ κ.ά.

- Ο Παπατρέχας: Ελληνική κωμωδία του 1966, σε σκηνοθεσία Ερρίκου Θαλασσινού, με τους: Θαν. Βέγγο, Σούλη Σαμπάχ, Ν. Φέρμα, Τάκη Μηλιάδη κ.ά.

- Φτωχαδάκια και λεφτάδες: Ελληνική κωμωδία του 1961, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τους: Μίμη Φωτόπουλο, Μπεάτα Ασημακοπούλου, Ν. Σταυρίδη, Γιούλη, Σμαρούλα, Γιάννη Γκιωνάκη κ.ά.

- Το έξυπνο πουλί: Ελληνική κωμωδία του 1961, σε σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου, με τους: Κ. Χατζηχρήστο, Άννα Φόνσου, Β. Αυλωνίτη, Δ. Νικολαΐδη, Άννα Μαντζουράνη, Σταύρο Παράβα, Μαρίκα Νέζερ κ.ά.

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Το θερινό σινεμά «Ρόδον» «άνθισε» στη Σπάρτη το καλοκαίρι του 1961, μέσα στην καρδιά της χρυσής 10ετίας του σινεμά, εκεί, στην σημερινή οδό των 118 (τότε «Τριπόλεως») που ήταν αραιοκατοικημένη και μάλιστα είχε και μια θαυμάσια αλέα με ευκαλύπτους, στην οποία έβγαιναν οι οικογένειες για κυριακάτικο περίπατο.

Στην εφημερίδα «ΛΑΚΩΝΙΚΟ ΒΗΜΑ», 8-7-1961, διαβάζουμε τα εξής:

Ο ΝΕΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
«Ο Νέος Κινηματογράφος επί της οδού Τριπόλεως πληρεί όλους τους όρους του υπαιθρίου και ανταποκρίνεται πλήρως προς τον προορισμό του. Έχει υπαίθριον αίθουσαν λίαν ευρύχωρον, καθίσματα αναπαυτικά, οθόνην ευρύχωρον και μηχανήματα καλά. Εκτός όμως τούτου, προβάλλει και ταινίας αρκετά καλάς, μέχρι τώρα τουλάχιστον. Οι επιχειρηματίαι τούτου σκέπτονται να τον κάμουν και χειμερινόν. Θα ήτο ευχής έργον να γίνη, διότι ομολογουμένως η πόλις μας στερείται ενός καλού και συγχρονισμένου κινηματογράφου και διότι οι προοδευτικοί αυτοί επιχειρηματίαι, είμεθα βέβαιοι, ότι θα παρουσιάσουν κάτι το τέλειον.»



Δυστυχώς το ρεπορτάζ δεν μας διέσωσε τα ονόματα των επιχειρηματιών που άνοιξαν το «ΡΟΔΟΝ» ούτε ευοδώθηκε η πρόθεσή τους να ανοίξουν και ένα σύγχρονο χειμερινό σινεμά, ανταγωνιστικό προς τα τότε χειμερινά σινεμά της Σπάρτης «ΑΤΤΙΚΟΝ» και «ΦΛΟΡΑΛ», τα οποία, όπως φαίνεται από το δημοσίευμα, είχαν ξεπεραστεί από την εποχή τους. Έτσι κι αλλιώς, η δημιουργία του νέου θερινού σινεμά «ΡΟΔΟΝ», έφερε έναν φρέσκο αέρα στα καλοκαίρια της Σπάρτης και στη βάση του υγιούς ανταγωνισμού με τα άλλα δύο θερινά σινεμά της πόλης, το «ΡΕΞ» και το «ΦΛΟΡΑΛ», βοήθησε να κρατηθούν προσιτά τα εισιτήρια για τις λαϊκές οικογένειες, που ήταν η μεγάλη δύναμη των θερινών σινεμά, αλλά και να δοθεί περισσότερη προσοχή και φροντίδα στην ποιοτική επιλογή των ταινιών.

Το θερινό σινεμά «ΡΟΔΟΝ» ήταν λίγο μακριά από το κέντρο της Σπάρτης, αλλά αυτό δεν αποτελούσε εμπόδιο. Αντίθετα αποτελούσε και αιτία για μια βόλτα, αφού τα αυτοκίνητα ήταν, τότε, ελάχιστα και ο κόσμος έβγαινε τις εξόδους του με τα πόδια.

Εκτός αυτού το «ΡΟΔΟΝ» έφερνε, κυρίως, ελληνικές ταινίες (δραματικές, φουστανέλας και κωμωδίες), είχε φθηνό εισιτήριο, ήταν πολύ δροσερό σινεμά και γι’ αυτό ο κόσμος το προτιμούσε.

Το «ΡΟΔΟΝ» είχε όλα εκείνα τα στοιχεία του παραδοσιακού θερινού σινεμά έτσι όπως το γνώρισε και το λάτρεψε ο Έλληνας: Το φυσικό σκηνικό, τον ανοιχτό χώρο και την αξεπέραστη αίσθηση ελευθερίας.

Με το που αντίκριζες το «ΡΟΔΟΝ» είχες αμέσως αυτήν την όμορφη αίσθηση του κλασικού ελληνικού θερινού σινεμά:

Η είσοδος ήταν απλή με το όνομα του σινεμά γραμμένο στην πρόσψη με καλλιγραφικά κομμένα σε ξύλο και  βαμμένα κόκκινα: «Ρόδον». Δεξιά και αριστερά ήταν οι πόρτες εισόδου κι εξόδου, το μικρό ταμείο και μια πινακίδα με τις φωτογραφίες του έργου και τις αφίσες. Η πλατεία ήταν ευρύχωρη, στρωμένη με άσπρο σπαστό χαλίκι και καθίσματα με σιδερένιο σκελετό και πλεχτό με νάιλον κάθισμα και πλάτη. Στο χώρο δέσποζε η μεγάλη λευκή οθόνη, χτιστή με τούβλα, υπερυψωμένη πάνω από την είσοδο, με το καμαράκι προβολής ακριβώς απέναντί της στην πίσω μεριά του σινεμά, προς το προαύλιο του 2ου Δημοτικού Σχολείου, το οποίο ήταν «σύνορο» με το «ΡΟΔΟΝ». Κατά την κλασική διάταξη των θερινών σινεμά κάτω από το καμαράκι προβολής ήταν το μπαράκι και δίπλα οι τουαλέτες. Γύρω από το σινεμά υπήρχε τοίχος με φωτιστικά στα κολωνάκια του και ξύλινα καφασωτά , που πάνω τους σκαρφάλωναν λουλούδια και πρασινάδες όχι μόνο του σινεμά αλλά και από τις αυλές και τους κήπους των διπλανών σπιτιών . Στην «πλάτη» του «ΡΟΔΟΝ» βρισκόταν το προαύλιο και το κτήριο του 2ου Δημοτικού Σχολείου Σπάρτης κι εκεί ακριβώς ήταν η θέση των  «λαθρο-θεατών» πιτσιρίκων της εποχής. Από το σημείο αυτό «έμπαζε» το «ΡΟΔΟΝ» την αναγκαία για τα καλοκαιρινά βράδια δροσιά, αφού «έπιανε» το βοριαδάκι που ερχόταν ανεμπόδιστο από τη μεριά του σχολείου. Το «ΡΟΔΟΝ» από το πρώτο καλοκαίρι της λειτουργίας του, στα 1961, έγινε αγαπημένος προορισμός των Σπαρτιατών ΚΑΙ για το περιβάλλον της εξοχής που προσέφερε αλλά ΚΑΙ για τις ταινίες που επέλεγε.

Στις 24-8-1964, λ.χ., διαβάζουμε στην εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ του Ανδρέα Χιώτη:

«Ο αγαπημένος σας κινηματογράφος ΡΟΔΟΝ εξασφάλισε δια την ψυχαγωγίαν σας τα καλλίτερα έργα της ελληνικής και ξένης παραγωγής, τα οποία θα προβάλη κατά την θερινήν περίοδον» .

Όπως όλα τα θερινά σινεμά, έτσι και το «ΡΟΔΟΝ», προσέφερε πολύ περισσότερα από μια ταινία: Έγινε τρόπος ζωής για τους Σπαρτιάτες της εποχής, προσέφερε φθηνή σε κόστος ψυχαγωγία στα λαϊκά στρώματα, ανέβασε το πολιτιστικό επίπεδο της τοπικής κοινωνίας και βοήθησε τους ανθρώπους της μεσαίας και της κατώτερης οικονομικής και κοινωνικής τάξης να βλέπουν τη ζωή διαφορετικά, πιο αισιόδοξα, να κοινωνικοποιούνται και να αποκτούν νέες ψυχικές και πνευματικές δυνάμεις, για να ανταπεξέρχονται στις καθημερινές δυσκολίες που τους έβαζε η ζωή.

Εκτός από ενδιαφέρουσες ταινίες, στο «ΡΟΔΟΝ» ανέβηκαν και θεατρικές παραστάσεις αθηναϊκών θιάσων, δίνοντας την ευκαιρία στην «απομακρυσμένη» από το προνομιούχο κέντρο Σπάρτη, να έρχεται σε επαφή με την σημαντική αυτή μορφή Τέχνης, που πλουτίζει την ψυχή του ανθρώπου και δημιουργεί έναν πλατύ, ψυχικά πλούσιο και ακέραιο πολιτισμό στην κοινωνία:

«Την παρελθούσαν εβδομάδα έδωσε παραστάσεις εις την πόλιν μας ο θίασος του διαπρεπούς κωμικού Φραγκίσκου Μανέλη. Ο ένα λόγω θίασος ενεφανίσθη εις το κινηματοθέατρον «ΡΟΔΟΝ» και πλαισιούμενος από την εκλεκτήν ορχήστρα του κ. Γιάννη Βέλλα προσήλκυσε το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού της πόλεώς μας.» ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, 21-6-1962

Αφού χάρισε στους Σπαρτιάτες αλησμόνητες καλοκαιρινές βραδιές μαγείας και ομορφιάς το «ΡΟΔΟΝ» «μαράθηκε» κι έκλεισε κάπου μεταξύ 1969 και 1972. Έκτοτε βυθίστηκε στην ανυπαρξία και σκεπάστηκε από την αχλύ του απάνθρωπου χειμώνα του σύγχρονου «πολιτισμού» μας. Γέμισε αγριόχορτα και σκουριασμένα κουφάρια αυτοκινήτων, αφού χρησιμοποιήθηκε σαν «μάντρα», ενώ όλα παραδόθηκαν στη φθορά του χρόνου και στη διάλυση.



Στα 2002, όμως, συνέβη το απρόβλεπτο και εν πολλοίς αδιανόητο. Το «ΡΟΔΟΝ» , τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά, ξανάνθισε: Ο Σπαρτιάτης επιχειρηματίας Κώστας Ρουμελιώτης, ένας «κινηματογραφάνθρωπος» που κάποτε είχε οργώσει την επαρχία με μια φορητή κινηματογραφική μηχανή, παίζοντας ταινίες στα καφενεία και στις πλατείες των χωριών μας, προοδευτικός στις πεποιθήσεις και αθεράπευτος λάτρης και νοσταλγός των παλιών σινεμά, με αισθήματα ευγενικά και διάθεση πολιτιστικής προσφοράς στον τόπο του, αποφάσισε (μέσα από πολλές δυσκολίες και θυσίες προσωπικές) να αναστήσει το «ΡΟΔΟΝ» και να το κάνει να «ξανανθίσει» μέσα στη σύγχρονη, πια, Σπάρτη. Και τα κατάφερε με τον καλύτερο τρόπο. Γιατί ό,τι κάνει ο άνθρωπος με αγάπη και μεράκι, είναι «καταδικασμένο» να πετύχει. Ο Κώστας  Ρουμελιώτης σεβάστηκε το «ΡΟΔΟΝ» και την ιστορία του και κατόρθωσε, όχι απλά να το ξαναζωντανέψει, αλλά να το κάνει καλύτερο απ’ ό,τι ήταν κάποτε: Ο χώρος καθαρίστηκε με επιμέλεια και αποκαταστάθηκε, η οθόνη του «ΡΟΔΟΝ» ξαναβρήκε τη λευκάδα και το αλλοτινό μεγαλείο της, η πρόσοψη και η είσοδος εξωραΐστηκαν, ανανεώθηκαν και «λούστηκαν» στο φως, το καλλιγραφικό «Ρ» που ο καιρός είχε «αρπάξει» από την επιγραφή «ΡΟΔΟΝ» ξαναβρήκε τη θέση του, ένα καλαίσθητο ταμείο προστέθηκε στην είσοδο μαζί και προθήκες με πανέμορφες έγχρωμες αφίσες των ταινιών, οι τοίχοι της πλατείας ανακατασκευάστηκαν και βάφτηκαν, τοποθετήθηκαν καινούρια, όμορφα φωτιστικά, πρασινάδες, αναρριχητικά φυτά και λουλούδια φυτεύτηκαν απλόχερα ολόγυρα, το καμαράκι προβολής, το μπαράκι και οι τουαλέτες ανακαινίστηκαν κι εκσυγχρονίστηκαν εκ βάθρων, καινούριο σπαστό λευκό χαλίκι στρώθηκε παντού και πάνω του μπήκαν δυο μεγάλες σειρές από όμορφες, κίτρινες καρέκλες «του σκηνοθέτη» με στρογγυλά σιδερένια τραπεζάκια καφενείου ανάμεσά τους, ώστε να μπορούν οι θεατές να απολαμβάνουν τα ποτά, τους ξηρούς καρπούς, τα σάντουιτς, τα πατατάκια κλπ που προμηθεύονταν από το μπαρ, τόσο στο διάλειμμα όσο και κατά την προβολή της ταινίας.



Μια καινούρια μηχανή προβολής πήρε τη θέση της στο καμαράκι και ο Βαγγέλης Ζαχαρόπουλος από την Κοκκινόραχη, που μεγάλωσε μέσα στα καμαράκια των σινεμά της Σπάρτης, ο «τελευταίος των…Μηχανικών», ένας αληθινός θρύλος στο σινεμά «ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ» της ζωής μας, έλαβε θέση στο πόστο του, ενώ σύγχρονα ηχητικά απαιτήσεων τοποθετήθηκαν σε κατάλληλες θέσεις στο χώρο, για να χαρίζουν κρυστάλλινο ήχο κατά τη διάρκεια της προβολής και όμορφες μουσικές επιλογές στα διαλείμματα. Και, βέβαια, πανταχού παρών, ακοίμητο και ακούραστο καλό πνεύμα του «ΡΟΔΟΝ» ο Κώστας Ρουμελιώτης, γνωστός κι εγκάρδιος φίλος με κάθε θεατή, που φρόντιζε κάθε τι που είχε σχέση με τη λειτουργία του σινεμά, συνεπικουρούμενος από τη σύζυγο και την κόρη του.



Το «ΡΟΔΟΝ» για τον Κώστα, ΔΕΝ ήταν μια επιχείρηση για να «βγάλει λεφτά». Ήταν ένα όνειρο, ένα στοίχημα ζωής, μια αγάπη από κείνες που λες ότι αξίζει να τους αφιερωθείς με αίσθημα θυσίας ανιδιοτέλειας και προσφοράς. Ο Κώστας είχε με το «ΡΟΔΟΝ», πραγματικά, μια σχέση «πατέρα» με «παιδί». Το είδε με τα μάτια του να ξαναπαίρνει ζωή, το ένιωσε ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, να αναγεννάται ως μυθικός Φοίνιξ από τις στάχτες του, το πότισε με τον ιδρώτα του, το ξανάστησε στα πόδια του με την έγνοια του και τον προσωπικό του αγώνα, του έδωσε ζωή απ’ την ανάσα του, απ’ τις αγωνίες και τις ελπίδες του και δέθηκε μαζί του με μια σχέση ζωής και μιαν αγάπη που ξεπέρασε τις συμβατικότητες και τους ψυχρούς υπολογισμούς.

Ωραίες επιλογές ταινιών, κατάλληλες για αξέχαστες καλοκαιρινές αποδράσεις, όμορφο περιβάλλον, η διαχρονική μαγεία του θερινού σινεμά παρούσα σε κάθε παράσταση… κατάφερε το «ΡΟΔΟΝ» να γυρίσει το χρόνο πίσω και να κάνει τη δική του αντίσταση στην γκρίζα καθημερινότητα μιας ζωής στερημένης από άρωμα, χρώμα, ζεστασιά και ανθρωπιά. Συντρόφευε τα καλοκαίρια μας, κήρυσσε την επίσημη έναρξη της «θερινής σεζόν» κι «έριχνε αυλαία» με τις πρώτες ψύχρες και τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου.

«Κάνε τη ζωή σου ένα όνειρο και το όνειρό σου πραγματικότητα» είχε πει ο «πατέρας» του «Μικρού Πρίγκιπα», ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Κι ο Κώστας Ρουμελιώτης κατάφερε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και τη ζωή μας, μαζί,  ένα όνειρο, ένα όνειρο που κράτησε εννιά καλοκαίρια: Το 2011, ένα σύννεφο που πλανιόταν από πάντα πάνω στον ουρανό του «ΡΟΔΟΝ», βάρυνε, έγινε μαύρο και πυκνό, χαμήλωσε και απειλούσε με καταιγίδα. Ο ιδιοκτήτης του χώρου αποφάσισε να «αξιοποιήσει» διαφορετικά το οικόπεδο και η σύμβαση με τον Κώστα Ρουμελιώτη λύθηκε. ΟΙ φίλοι του «ΡΟΔΟΝ», έστω και πολύ αργά, κινητοποιήθηκαν. Με μπροστάρη την κοινωνική κίνηση «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΠΑΡΤΗΣ» συγκέντρωσαν εκατοντάδες  υπογραφές κι έβαλαν θέμα στο δημοτικό συμβούλιο Σπάρτης να αγοράσει το «ΡΟΔΟΝ», και να το μετατρέψει σε δημοτικό θερινό σινεμά. Παράλληλα, με μια σειρά εκδηλώσεων στο χώρο του «ΡΟΔΟΝ» προσπάθησαν οι ενεργοί πολίτες να ευαισθητοποιήσουν τους αρμοδίους αλλά και την τοπική κοινωνία. Δυστυχώς η προσπάθεια απέβη μάταιη. Ο δήμος Σπάρτης δεν κατόρθωσε (ή δεν θέλησε) να διασώσει το «ΡΟΔΟΝ» με αποτέλεσμα το καλοκαίρι του 2011 να πέσουν οι τίτλοι του οριστικού ΤΕΛΟΥΣ για το ιστορικό αυτό, τελευταίο παραδοσιακό θερινό σινεμά της Σπάρτης και της Λακωνίας.

Για δεύτερη (και τελευταία) φορά (είχε προηγηθεί η ΑΝΕΣΙΣ) ο δήμος Σπάρτης χρεώθηκε με μια μεγάλη αποτυχία στον τομέα της Τέχνης, του τοπικού Πολιτισμού και της Παράδοσης. Ο δήμος Σπάρτης δεν θέλησε να αντιληφθεί πως τα θερινά σινεμά, όπως το «ΡΟΔΟΝ» είναι πολιτισμός, παράδοση, αναμνήσεις, ιστορία, οάσεις (στην κυριολεξία) δροσιάς, απόδρασης και απόλαυσης στο πιεσμένο αστικό τοπίο και πρέπει, γι’ αυτό, να κηρυχθούν διατηρητέα για να προφυλαχθούν από τα σημεία των καιρών και να διατηρήσουν την ατμόσφαιρα, το ύφος και το κινηματογραφικό μυστήριο που τα διακρίνει.

Κάπου στα τέλη του Σεπτέμβρη  του 2011, έγινε η τελευταία προβολή στο «ΡΟΔΟΝ» με την ταινία «ΤΟ ΠΑΡΤΥ» του Πήτερ Σέλλερς (κάτι σαν τραγική ειρωνεία να κλείνει ένα σινεμά με ένα «πάρτυ») κι ύστερα μια πινακίδα που έμοιαζε λιγόλογη, γραμμένη – όμως - από την συγκίνηση του Κώστα Ρουμελιώτη, ανακοίνωνε το οριστικό τέλος του σινεμά «ΡΟΔΟΝ», ύστερα από 46 χρόνια παρουσίας στη Σπάρτη:

«Ο ΘΕΡΙΝΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ «ΡΟΔΟΝ» ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΙΣ ΘΕΡΙΝΕΣ ΠΡΟΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΛΟΓΩ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΠΙΛΕΞΑΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΣΑΣ.»

Από την επομένη, κιόλας, «ξηλώθηκε» όλος  ο εξοπλισμός του σινεμά, το τοπίο ερήμωσε και «αγρίεψε» κι ύστερα … ήρθαν οι μπουλντόζες.
Και η τραγική ειρωνεία: Αφού κατεδαφίστηκε το «ΡΟΔΟΝ» κι έγιναν τα πρώτα σκαψίματα για την ανοικοδόμηση, βρέθηκαν αρχαιότητες λίγα μέτρα κάτω από την επιφάνεια του οικοπέδου και οι εργασίες σταμάτησαν. (Τόσα χρόνια θεατές στο «ΡΟΔΟΝ» και δε γνωρίζαμε πως κάναμε συντροφιά στους προγόνους !!!)



Μπορεί το «ΡΟΔΟΝ» να ξεριζώθηκε για πάντα από τον «άγονο κήπο» της Σπάρτης, όμως θα ζει και θα ανθίζει για πάντα στις καρδιές και στο νου όσων το έζησαν και το αγάπησαν. Και ποιος ξέρει; Ίσως αυτή η αγάπη και η θύμηση, που αρνείται να πεθάνει, να γίνει - κάποια στιγμή - και ανάσταση.

Ο κινηματογράφος είναι όπως ο έρωτας: όταν είναι καλός είναι κάτι υπέροχο, και όταν δεν είναι καλός, είναι -πάλι- κάτι ωραίο.
George Cucor 1899-1983, Αμερικανός σκηνοθέτης


ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ, ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΙ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΦΙΛΟΞΕΝΗΘΗΚΑΝ ΣΤΟ «ΡΟΔΟΝ»

1962
- Θίασος Φραγκίσκου Μανέλη και ορχήστρα Γιάννη Βέλλα.

1963
- Ο φίλος μου ο Λευτεράκης: Ελληνική κωμωδία (1963, ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ) του Αλ. Σακελλάριου, με τους Ντίνο Ηλιόπουλο, Κ. Βουτσά  Μ. Κοντού, Γ. Κωνσταντίνου κ.α.
- Αττίλας η Μάστιγξ του Θεού (Attila): Ιταλική, ιστορική ταινία (1954) σε σκηνοθεσία Pietro Francisci με τους: Anthony Quinn, Sofia Loren, Irena Papas, Ettore Manni and Henry Vidal κ.α.

-Τα ριακονταμελές μπαλέτο της Σχολής Μοριάνωβ σε 5 παραστάσεις

- Σκάνδαλα στο νησί του έρωτα: Ελληνική κωμωδία (1963) σε σκηνοθεσία Δημήτρη Δαδήρα με τους: Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Γκιζέλα Ντάλι, Λευτέρη Βουρνά, Ελένη Χαλκούση κ.α.

- Καταραμένη αποστολή: Θαλασσινή περιπέτεια με τον Τζον Γουέιν.

- Οι Σκανδαλιάρηδες: Ελληνική κωμωδία του 1963 σε σκηνοθεσία Στέλιου Τατασόπουλου με τους Νίκο Σταυρίδη, Γιάννη Γκιωνάκη, Κλεώ Σκουλούδη, Πόπη Λάζου κ.α.

- Η Ψεύτρα: Ελληνική κωμωδία του 1963 (ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ) σε σενάριο και σκηνοθεσία Γιάννη Δαλιανίδη, με τους: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Αλέκο Αλεξανδράκη, Διονύση Παπαγιαννόπουλο, Κώστα Βουτσά κ.α.

1969
- Ο κόσμος τρελάθηκε: Ελληνική κωμωδία του 1967 σε σκηνοθεσία  Ερρίκου Θαλασσινού, με τους: Ντίνο Ηλιόπουλο, Λίλιαν Μηνιάτη, Αλέκο Τζανετάκο κ.α.

- Έξω οι κλέφτες: Ελληνική κωμωδία του 1961 σε σκηνοθεσία Κ. Ανδρίτσου, με τους: Ορέστη Μακρή, Διονύση Παπαγιανόπουλο, Δημήτρη Νικολαΐδη, Μάρθα Καραγιάννη, Ανδρέα Ντούζο, Κούλη Στολίγκα, κ.ά.

- Κάποτε κλαίνε κι οι δυνατοί: Δραματική ελληνική ταινία του 1967, σε σκηνοθεσία  του Απ. Τεγόπουλου, με τους: Νίκο Ξανθόπουλο, Άντζελα Ζήλεια, Θόδωρο Μορίδη, Γιώργο Βελέντζα, Γιώργο  Μούτσιο, Ελένη Ζαφειρίου κ.ά.

- Άλλος για το εκατομμύριο: Ελληνική κωμωδία του 1964 σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου με τους Γιάννη Γκιωνάκη, Μίμη Φωτόπουλο, Βασίλη Αυλωνίτη, Ελένη Ανουσάκη, Μπεάτα Ασημακοπούλου κ.α΄.

- Η ζωή αρχίζει με σένα: δραματική ελληνική ταινία του 1961, σε σκηνοθεσία Φίλιππα Φυλακτού, με τους: Νίκο Ξανθόπουλο, Πάρη Λεβέντη, Γ. Μούτσιο, Διον. Παπαγιαννόπουλο, Μαλαίνα Ανουσάκη κ.ά.

- Το πρόσωπο της ημέρας: Ελληνική κωμωδία του 1965, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τους:  Κ. Βουτσά, Ελένη Προκοπίου, Λίλιαν Μηνιάτη, Κ. Καζάκο κ.ά.

- Αυτή η γη είναι δική μας: Ελληνική κοινωνική ταινία του 1967, σε σκηνοθεσία Γρ. Γρηγορίου, με τους: Πέτρο Φυσσούν, Ελ. Ανουσάκη, Θαν. Μυλωνά, Λαυρέντη Διανέλλο κ.ά.

- Μικροί και μεγάλοι εν δράσει: Ελληνική κωμωδία του 1963, σε σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου, με τους: Λάμπρο Κωνσταντάρα, Μαίρη Αρώνη, Βασίλη Αυλωνίτη, Βιβέτα Τσιούνη, Μαρίκα Νέζερ κ.ά.

- Ο Παπατρέχας: Ελληνική κωμωδία του 1966, σε σκηνοθεσία Ερρίκου Θαλασσινού, με τους: Θαν. Βέγγο, Σούλη Σαμπάχ, Ν. Φέρμα, Τάκη Μηλιάδη κ.ά.

- Φτωχαδάκια και λεφτάδες: Ελληνική κωμωδία του 1961, σε σκηνοθεσία Ορέστη Λάσκου, με τους: Μίμη Φωτόπουλο, Μπεάτα Ασημακοπούλου, Ν. Σταυρίδη, Γιούλη, Σμαρούλα, Γιάννη Γκιωνάκη κ.ά.

- Το έξυπνο πουλί: Ελληνική κωμωδία του 1961, σε σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου, με τους: Κ. Χατζηχρήστο, Άννα Φόνσου, Β. Αυλωνίτη, Δ. Νικολαΐδη, Άννα Μαντζουράνη, Σταύρο Παράβα, Μαρίκα Νέζερ κ.ά.

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image