notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Οπωροπωλείον ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ «Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ» - Το παλαιότερο μανάβικο της Σπάρτης

slider_image

Μοιράσου το άρθρο:

21-06-2023

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Κάποτε, τα χωριά μας ήταν γεμάτα από ανθρώπους και όλες οι οικογένειες, άλλες πολύ - άλλες λίγο, είχανε ό,τι χρειάζονταν για να ζήσουν ( τα ζώα τους, το χωραφάκι τους, το περιβολάκι τους, τον κήπο τους κλπ). Ακόμα κι όταν «μετανάστευσαν» στην πόλη, για να ζήσουν «καλύτερα», κράτησαν τη συνήθεια ζωής του χωριού και φτιάχνανε, όπου μπορούσαν, το κοτετσάκι τους, τον κήπο τους, το περιβόλι τους, τα ζώα τους (κουνέλια, γουρούνι, καμιά γιδούλα κλπ), μέχρι που η πρόοδος άρχισε να τα «απαγορεύει». Και τότε γεννήθηκαν τα επαγγέλματα, τα οποία θα κάλυπταν τις ελλείψεις που δημιουργήθηκαν από την αλλαγή του τρόπου ζωής. Ένα απ’ αυτά ήταν και το επάγγελμα του μανάβη.

Αρχικά ο μανάβης ήταν ένας βιοπαλαιστής του δρόμου, που γύριζε στις γειτονιές με το ζώο του (συνήθως γαϊδουράκι) φορτωμένο με δυο κόφες, από μία σε κάθε πλευρά του σαμαριού,  γεμάτες  ζαρζαβατικά και φρούτα, ανάλογα με την εποχή. Με  δυνατή φωνή, ο μανάβης, διαλαλούσε τον ερχομό του στη γειτονιά αλλά και τα λαχανικά του. Οι νοικοκυρές έβγαιναν, με τα πορτοφολάκια τους στο χέρι , διάλεγαν αυτά που χρειάζονταν, ο μανάβης τα ζύγιζε με το καντάρι,  πληρωνόταν κι  ύστερα έφευγε γι’ αλλού.  



Αυτοί οι πλανόδιοι παλαιοί μανάβηδες ήτανε ευχάριστοι και κοινωνικοί άνθρωποι και η καθημερινή επαφή τους με τον κόσμο, ιδιαίτερα με τις νοικοκυρές, δημιουργούσε μια ανθρώπινη, ζεστή φιλική σχέση, που τη διέκρινε η αμοιβαία εμπιστοσύνη και η εκτίμηση. Μάλιστα, τότε που δεν υπήρχαν τηλέφωνα και μέσα ενημέρωσης, ο μανάβης ήταν εκείνος που έφερνε και διέδιδε τα νέα σε κάθε γειτονιά.  Οι πλανόδιοι μανάβηδες είχαν μεγάλη πελατεία σ’ όλες τις γειτονιές, επειδή εξυπηρετούσαν τα νοικοκυριά και όλοι ήξεραν πως αυτά που πουλούσαν ήταν φρέσκα και φτηνά. Όταν οι μανάβηδες, προς το μεσημεράκι, ξεπουλούσαν, πήγαιναν σε κάνα ταβερνάκι της γειτονιάς, έβρισκαν εκεί φίλους και γνωστούς,  έπαιρναν ένα μεζέ, έπιναν το κρασάκι τους, έκαναν κι αυτοί, ύστερα, τα διάφορα ψώνια τους για τις ανάγκες της οικογένειας και γύριζαν στο σπίτι τους κουρασμένοι αλλά με την ψυχή τους αναπαυμένη, γιατί άλλη μια μέρα, με τη βοήθεια του Θεού,  δούλεψαν τίμια και φιλότιμα για το ψωμί της φαμελιάς τους. Γι’ αύριο, είχε ο Θεός.  Αυτό γινόταν καθημερινά κι έτσι ήταν το επάγγελμα τους.

Η μεγάλη και ξεχωριστή αγάπη του κόσμου για τους μανάβηδες αποτυπώθηκε στη συλλογική συνείδηση με τρόπους πολλούς: Ανέκδοτα και ιστορίες για τους μανάβηδες, νούμερα επιθεωρήσεων και έργα θεατρικά, οπερέτες, ταινίες του παλιού σινεμά, πίνακες ζωγραφικής, ντοκιμαντέρ αλλά και τραγούδια, ασχολήθηκαν κατά καιρούς με την συμπαθή επαγγελματικά τάξη των μανάβηδων:
-«Μανάβης και υπηρέτρια»: Μουσικό νούμερο από την επιθεώρηση  «Πανόραμα του 1920», των Τίμου Μωραϊτίνη - Ιωάννη Οικονομάκου.

Η επιθεώρηση πρωτοπαρουσιάστηκε στις 12 Ιουνίου 1920 στο θέατρο «Κυβέλη» από τον θίασο Φυρστ, με τον Νίκο Μηλιάδη στο ρόλο του μανάβη και την Ολυμπία Καντιώτου στο ρόλο του δουλικού.

Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε και από τον οίκο Apollo Music-Co. στη Νέα Υόρκη με τίτλο «Τα σταφύλια», σε επιμέλεια Σπύρου Μπεκατώρου.

«Ο γάμος του μανάβη και της δούλας»:
Μονόπρακτη κωμωδία, η οποία παρουσιάστηκε από τον θίασο «Οπερέτα Παντοπούλου»,  στα τέλη της 10ετίας του 1920, σε ελληνικά θέατρα αλλά και στις ΗΠΑ.
 
«Το μαναβάκι» (τραγούδι του 1932)
«Ένα μαναβάκι μες στην αγορά
είδε μια χηρίτσα κι ήβαλε σεβντά.
Την κοιτάζει κι ανεστενάζει
που δεν μπορεί να την εμπλέξει μια βραδιά.
Την κοιτάζει κι ανεστενάζει
μ’ αυτή του κάνει όμως πείσματα πολλά.»
(τραγούδι: Στέφανος Βέζος, στιχουργός-συνθέτης:  Μαν. Χρυσαφάκης)

«Το μαναβάκι» (τραγούδι του 1940)
«Είμαι εγώ το μαναβάκι
όλο σκέρτσο και μεράκι
έχω φρούτα μυρωμένα
δροσερά και γινωμένα.
Γειτονιές όταν γυρίζω
τις κοπέλες ξεμυαλίζω
κοριτσόπουλα και χήρες
και ναζιάρες ζωντοχήρες.»
(Στίχοι - τραγούδι Δημ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σύνθεση Παν. Τούντας

«Μανάβισσα με Γαϊδουράκι»
Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Σπύρος Περιστέρης (1940).
Μια νόστιμη χωριατοπούλα
με μάτια μαύρα σαν ελιές
πρωί πρωί με την δροσούλα
πουλά τα φρούτα της στις γειτονιές.

Με το μικρό της γαϊδουράκι
γυρνά παντού και τραγουδά (…)

Είμαι μανάβισσα στην πένα
με πρώτο πράμα τρανταχτό (…)

Εχώ καρπούζι όλο γλύκα
κοντούλες φίνες πατρινιές
πάρτε ξυνόμηλα που βρήκα
να ξετρελαίνουν γέρους και γριές.

«Τα μαναβάκια»:
Ελληνική ταινία του 1957,  στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Πέτρος Γιαννακός (Κοκοβιός) και ο Νίκος Φέρμας (Κάβουρας):
Ο Κοκοβιός και ο Κάβουρας γίνονται πλανόδιοι μανάβηδες στους δρόμους της Αθήνας για να βγάλουν το ψωμί τους. Eίναι ερωτευμένοι με την Αννέζα και την Παρασκευούλα, χωρίς να γνωρίζουν ότι η Παρασκευούλα είναι άντρας, που μεταμφιέστηκε σε γυναίκα για να καταφέρει να πιάσει δουλειά σαν υπηρέτρια...

-Ο περίφημος για τις υδατογραφίες του επτανήσιος ζωγράφος Άγγελος Γιαλλινάς (1857-1939), φιλοτέχνησε δύο (τουλάχιστον) πίνακες με θέμα τα μανάβικα και τους μανάβηδες της Κέρκυρας του καιρού του.

-Στα 2013 ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος γύρισε το πολυβραβευμένο έγχρωμο ντοκιμαντέρ «Ο μανάβης»:
Ο πλανόδιος μανάβης Νίκος Αναστασίου, μαζί με τη γυναίκα του τη Σοφία, από τη δεκαετία του 1980 κάνουν το ίδιο δρομολόγιο. Μία φορά την εβδομάδα, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα επισκέπτονται τα εγκαταλειμμένα χωριά της νοτιοδυτικής Πίνδου, σε μια διαδρομή 75 χιλιομέτρων. Τα τελευταία χρόνια τους βοηθάνε και τα δυο τους παιδιά. Ο Κώστας και ο Θύμιος. Το ντοκιμαντέρ παρακολουθεί το ταξίδι τους στις τέσσερις εποχές του χρόνου, το οποίο μεταμορφώνεται σε ένα συναρπαστικό όσο και συγκινητικό οδοιπορικό σε μια άγνωστη πλευρά της Ελλάδας.

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους  πλανόδιους μανάβηδες που έντονα θυμούνται οι παλαιοί Σπαρτιάτες και που μαζί τους ασχολήθηκαν το τραγούδι, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η  Τέχνη και η Λογοτεχνία,  έστηναν και πάγκους  στο παζάρι της Σπάρτης που γινόταν στην κεντρική πλατεία και πουλούσαν τα προϊόντα τους, διαλαλώντας  τα με την στεντόρεια φωνή τους.

(Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη χαρακτηριστική φωνή του μανάβη Παναγιώτη Βλαχόχρηστα, που μέχρι τα πρόσφατα χρόνια σκέπαζε με την ένταση και το ιδιαίτερο χρώμα της φωνής του όλη τη βουή του παζαριού, από τη μια άκρη ως την άλλη;).

Αργότερα, τα γαϊδουράκια των μανάβηδων   ζεύτηκαν σε κάρα με δυο ρόδες και πλήθυναν τα είδη που μπορούσαν, πλέον, να μεταφέρουν και να πουλάνε και, πολύ αργότερα,  τα ζώα και τα κάρα αντικαταστάθηκαν από τρίκυκλα (στην αρχή) και από αυτοκίνητα με καρότσα ή ημιφορτηγά πιο μετά, ενώ πολλοί μανάβηδες, σταδιακά, άφησαν την περιπλάνηση κι άνοιξαν μανάβικα. Σήμερα, όσο κι αν η ζωή μας έχει αλλάξει ραγδαία και ριζικά, λίγοι πλανόδιοι μανάβηδες υπάρχουν ακόμα (περισσότερο για τα χωριά) ενώ  ΚΑΙ τα  μανάβικα, που κάποτε ήταν το πιο  αναγκαίο και πιο αγαπημένο λαϊκό μαγαζί των Ελλήνων,  σήμερα οδεύουν προς εξαφάνιση, αφού η πολιτεία δεν τα προστάτεψε επαγγελματικά (αυτό άλλωστε συνέβη με ΟΛΑ τα καταστήματα λαϊκής κατανάλωσης) και επέτρεψε στις υπεραγορές και στο μεγάλο κεφάλαιο να τα  «καταπιούν».

Η μαναβική, όπως συνέβη παντού στην Ελλάδα, άνθισε ΚΑΙ στη Σπάρτη. Έχουν γραφτεί στη συλλογική μνήμη οι πλανόδιοι μανάβηδες στις γειτονιές (στη δική μου στο Νέο Κόσμο περνούσαν ο μπαρμπα-Λουκάς ο Στρατάκος και ο κυρ-Μανώλης ο Κουκούτσης). Επίσης αλησμόνητα παραμένουν και τα μανάβικα στις συνοικίες και στις γειτονιές καθώς κι εκείνα στην αγορά της Σπάρτης, που πρόσφεραν στις σπαρτιατικές οικογένειες τα εκλεκτά φρούτα και  τα λαχανικά που χρειάζονταν καθημερινά.

Σήμερα, στη Σπάρτη, ελάχιστα από τα παλιά μανάβικα έχουν απομείνει και το πιο παλαιό ανάμεσά τους είναι το μανάβικο  ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ στον χώρο της Λαϊκής  Αγοράς, στον πεζόδρομο Κλεομβρότου, το οποίο,  βρίσκεται πλέον στα χέρια της 4ης γενιάς.

Πατριάρχης της μαναβικής ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ υπήρξε ο Παναγιώτης Δημ. Ζαχαρόπουλος, με καταγωγή από το Πιαλί (Αλέα) της Τρίπολης. Νέος, ακόμα, ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος, «πήρε τα μάτια του» μετανάστης στην Αμερική, κυνηγώντας το Όνειρο. Σκληρή ζωή, απολαβή λίγη κι ο δρόμος της θύμησης μακρύς:

 «Οι Ελληνες μετανάστες στην Αμερική βρίσκονται σε αθλιότατη κατάσταση, ακόμη χειρότερη κι από αυτή άλλων εθνικοτήτων όπως για παράδειγμα οι Κινέζοι. Αποβιβαζόμενος στις ΗΠΑ ο Ελληνας μετανάστης, ταλαιπωρημένος από την αφόρητη οικονομική καχεξία και χωρίς να μπορεί να βρει δουλειά, δίχως να γνωρίζει τη γλώσσα, γίνεται έρμαιο στα χέρια αυτών που τον παρέσυραν στο κυνήγι του αμερικανικού χρυσού.

«Γίνεται δούλος. […] Γίνεται πλανόδιος. Στερείται της αναγκαίας τροφής. Κοιμάται σε υπόγεια χωρίς στοιχειώδη θέρμανση και υγιεινή. Γυρνά στους δρόμους με χειράμαξες πουλώντας φρούτα. Τον ξυλοφορτώνουν οι κλητήρες. Παραμένει υπό αφόρητο ψύχος και υπό αφόρητη ζέστη.
«Περιορίζει στο ελάχιστο τον νυχτερινό ύπνο. Γυρίζει ρακένδυτος και ρυπαρός. Συλλαμβάνονται καθημερινά. Οδηγούνται στα κρατητήρια ως παραβάτες των αστυνομικών διατάξεων. Γίνονται αντικείμενο (ρατσιστικών) επιθέσεων. Παλεύουν να εξοικονομήσουν ελάχιστα για να ζήσουν καταστρέφοντας την ίδια τους τη ζωή, αφού οι πιο πολλοί γίνονται φθισικοί».

Εφημερίδα των Ελλήνων της Αμερικής, ο «Λοξίας», 18 Μάρτη του 1903:

Η αγάπη για την Πατρίδα, η επίγνωση των ιστορικών στιγμών της εποχής εκείνης  αλλά και η συναίσθηση των πατριωτικών υποχρεώσεών του, έκανε τον Παναγιώτη Δ. Ζαχαρόπουλο να κλείσει τ’ αυτιά του στις Σειρήνες της ξενιτιάς, να παραβλέψει τα προσωπικά του συμφέροντα  και να επιστρέψει, εθελοντικά, στην Ελλάδα,  για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία και στις μάχες του ’22, έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιβίωσε, κι ύστερα, η μοίρα της ζωής, τον έφερε στη Σπάρτη. Παντρεύτηκε τη Σταματική Ρουμελιώτη από τον Αγιάννη της Σπάρτης και έκαναν 6 παιδιά (!!!), τρία αγόρια και τρία κορίτσια.

Επιχειρηματικό πνεύμα ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος (ίσως η μόνη του «αποσκευή» από την ξενιτιά), ίσως και με τα λίγα λεφτά που του είχαν μείνει από την εποχή της Αμερικής, κατάφερε κι άνοιξε Ζαχαροπλαστείο στη Σπάρτη, στην  σημερινή διασταύρωση Λυκούργου και Αγησιλάου, εκεί που μετά λειτούργησε το παντοπωλείο ΤΣΙΡΙΓΩΤΗ. Κάποια στιγμή έκρινε πως έπρεπε να αλλάξει επάγγελμα και αποφάσισε, στα 1938, να ανοίξει μανάβικο, σ’ ένα παλαιό ισόγειο οίκημα με κεραμίδια,  στο χώρο της σημερινής Λαϊκής Αγοράς (τότε ήταν μια μεγάλη χωμάτινη αλάνα) στα δεξιά της εξόδου της Στοάς Κουρσούμη, που μέσα της « δούλευε» τότε το πρώτο χειμερινό σινεμά της Σπάρτης, το θρυλικό ΑΤΤΙΚΟΝ. Και το είπε το νέο μανάβικο «ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ», θέλοντας να δείξει ΚΑΙ τα προσωπικά του «πιστεύω» και τις αξίες της ζωής του  αλλά ΚΑΙ τη διάθεσή του απέναντι στους πελάτες που θα τον εμπιστεύονταν. Αυτό που δίδασκε στον δεύτερο γιο του, τον Σπύρο, ο οποίος δούλευε μαζί του κι έδειχνε ότι θα τον διαδεχόταν στο επάγγελμα, ήταν : «Ακριβά πούλαγε, ακριβά ζύγιζε». Εν ολίγοις:  «Να  είσαι έντιμος απέναντι στους πελάτες και να μην τους «κλέβεις»  στο ζύγι», κάτι που ήταν πολύ συνηθισμένο τότε, αφού οι πελάτες δεν ήξεραν ούτε μπορούσαν να ελέγξουν πώς δούλευε εκείνο το παράξενο καντάρι που ζύγιζε τα ψώνια τους. Έβαλε, μάλιστα, ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος και του γράψανε και μια μεγάλη πινακίδα, που με καμάρι την κρέμασε πάνω από την είσοδο του ταπεινού του μανάβικου:

ΟΠΩΡΟΠΩΛΕΙΟΝ
«Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ



Σκληρή η δουλειά της μαναβικής (τρέξε δω, τρέξε κει να βρεις τους έμπορους και τους παραγωγούς, να διαλέξεις καλά προϊόντα και σε καλές τιμές, τράβα καρότσι πέρα δώθε μιας και μεταφορικά τότε δεν υπήρχαν, κουβάλα στον ώμο τελάρα, από κοντά κι οι κόφες , τα κοφίνια, οι πάγκοι,  ευαίσθητα τα προϊόντα του μανάβικου και πάντα ανοιχτά σε ζημιές όταν ξέμεναν…). Όμως η  δουλειά της μαναβικής πήγαινε καλά (ίσως την είχε κάνει ο Π. Ζαχαρόπουλος εκεί στην Αμερική και τη γνώριζε), ώσπου ήρθε  ο πόλεμος του ’40 και μετά η μαύρη κατοχή και όλα τα σκέπασε η δυστυχία και η φτώχεια. Όταν, με το καλό,  ξημέρωσε η Λευτεριά, ο Παναγιώτης  Ζαχαρόπουλος με τον γιο του τον Σπύρο, είδαν ότι στη νέα εποχή που ανέτελλε χρειαζόταν η συλλογική προσπάθεια για την υποστήριξη των συμφερόντων των μανάβηδων και για την προβολή των διεκδικήσεών τους. Για το λόγο αυτό, με κόπο πολύ και προσπάθεια, ενέπνευσαν τις ιδέες τους και στους υπόλοιπους μανάβηδες της Σπάρτης και ίδρυσαν τον «ΣΥΛΛΟΓΟ ΟΠΩΡΟΠΩΛΩΝ ΣΠΑΡΤΗΣ», του οποίου πρώτος Πρόεδρος υπήρξε ο Παν. Δ. Ζαχαρόπουλος και Γραμματέας ο γιος του Σπύρος Π. Ζαχαρόπουλος.



Πριν, όμως, προλάβει να γαληνέψει η θάλασσα της ζωής μια νέα τρικυμία ήρθε να την ταράξει: Αυτή του αδελφοκτόνου Εμφυλίου Πολέμου. Εποχές σκληρές, που δοκιμάστηκαν οι αντοχές του ανθρώπου και οι αξίες της ζωής. Ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος με υπομονή, αυτοθυσία, δύναμη ψυχική, πείσμα και (πάνω απ’ όλα) ελπίδα, κατάφερε, με τη συμπαράσταση της οικογένειάς του, να βγάλει το σκαρί της ζωής σώο απ’ τη  μεγάλη τρικυμία, παραδίδοντας το τιμόνι, του, κάπου στη 10ετία του ’50, στον γιο του Σπύρο Ζαχαρόπουλο, ο οποίος - χρόνια κοντά στη δουλειά του πατέρα του κι έχοντας μέσα του κι αυτός τα ίδια ψυχικά αποθέματα και αξίες ζωής, συνέχισε επάξια την οικογενειακή ιστορία στη μαναβική.



Κάποια στιγμή, επειδή το κτήριο στο οποία στεγάστηκε το πρώτο μανάβικο ήταν μικρό και παλαιό, μετακόμισαν το μανάβικο στην οδό Γκορτσολόγου, λίγο μετά την πλατεία, εκεί όπου «άνοιξαν», μετά, οι «ΚΑΦΕΔΕΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ», και η δουλειά «ανέβηκε» γενικώς.  

Στα 1971, όταν δημιουργήθηκε από τον τότε δήμαρχο Γεώργιο Λιναρδάκη ο χώρος της σημερινής Λαϊκής Αγοράς,  που τότε ήταν πρόοδος και πρωτοπορία για τη Σπάρτη,  τα μανάβικα του κέντρου της πόλης υποχρεώθηκαν να στεγαστούν στα δημοτικά καταστήματα της Λαϊκής, οπότε το μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ μεταφέρθηκε εκεί, στη θέση που λειτουργεί έως ΚΑΙ σήμερα, στον πεζόδρομο Κλεομβρότου αρ. 42.

Η συντεχνία των μανάβηδων ήταν ακόμα ισχυρή στις αρχές του ’70 (πάντα υπολογίσιμη δύναμη στο Εργατικό Κέντρο Σπάρτης) και τα μανάβικα της Λαϊκής ήταν πολλά και καλά:
Παυλής Παν. , Κανέλλου Πηνελ. , Σιδεράς Παν. , Βάγιας Κων/νος , Βλαχόχρηστας  Παν. , Στάικος Γεώργ. , Γιαρδόγλου , Λιακάκος , Βεργέτης Ηλίας,  Κατσίπης Κ. ,  Χιώτης Στυλ. ,  Χιώτης Εμμανουήλ κ.α.



Ήταν τότε που ο Σπύρος Ζαχαρόπουλος και ο γιος του ο Νίκος, που ήδη είχε μπει στη δουλειά, αποφάσισαν  να φτιάξουν μια καινούρια ταμπέλα για το μανάβικό τους. Την ανέθεσαν στον αξέχαστο λαϊκό ζωγράφο - επιγραφοποιό της Σπάρτης ΤΣΑΧΑΓΙΑΚΟ, για να τη φτιάξει όπως ήτανε και η παλιά. Κι ο  Τσαχαγιάκος, έκατσε κατάχαμα έξω από το σπίτι-εργαστήρι του εκεί ψηλά στη Λυκούργου (έτσι συνήθιζε να ζωγραφίζει), έβαλε μπροστά τις μπογιές και τα πινέλα του και με τέχνη και υπομονή, ζωγράφισε πάνω στη λαμαρίνα, σε γαλάζιο φόντο όπως ο ουρανός,  δυο όμορφες και πολύχρωμες «παρέες» από πορτοκάλια, κεράσια, λεμόνια, καΐσια, ρόδια, σύκα, αχλάδια, και μήλα, μέσα σε ολοπράσινα φύλλα του περιβολιού και έγραψε με ωραία, κεφαλαία, καλλιγραφικά γράμματα :

ΟΠΩΡΟΠΩΛΕΙΟΝ
«Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ»
Σ. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ
ΤΗΛ. 28594

Επάνω δεξιά στην πινακίδα έγραψε ο επιγραφοποιός και τ’ όνομά του, έτσι όπως υπέγραφε όλα τα έργα του:

ΤΣΑΧΑΓΙΑΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ



Μια πινακίδα που υπάρχει ακόμα στην προμετωπίδα του εσωτερικού του μανάβικου και σε πάει κατευθείαν στα χρόνια τα παλιά, τα σχολικά, τότε που η Άννα, χεράκι – χεράκι, με τον αδερφό της τον Μίμη, πήγαιναν στο σχολείο και, περνώντας από την πλατεία, κοίταζαν τα καταστήματα και διάβαζαν τις πινακίδες τους. Διάβασε η Άννα κάποια στιγμή και την πινακίδα ενός μανάβικου, μια πινακίδα, τόσο ίδια με του Τσαχαγιάκου:

ΟΠΩΡΟΠΩΛΕΙΟΝ
«ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ»
Κ. ΛΑΧΑΝΑΣ

Και τότε (όπως έγραφε το παλαιό αλφαβητάρι):
«Ο οπωροπώλης είδε τα παιδιά και λέγει:
-Όλα είναι φρέσκα, παιδιά.
Όλα είναι από το περιβόλι.»

(Η τέχνη του επιγραφοποιού, σήμερα, έχει λησμονηθεί εξαιτίας της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία σε ελάχιστο χρόνο δημιουργεί εντυπωσιακές επιγραφές. Τότε, όμως, ήταν μια δύσκολη κι επίπονη τέχνη, την οποία λίγοι είχαν τη δυνατότητα και το ταλέντο να εξασκήσουν. Στη Σπάρτη άφησαν όνομα σαν επιγραφοποιοί ο  Ν. Τράγκας, ο οποίος με τα εξαιρετικά στερεοσκοπικά γράμματά του δημιούργησε σχολή στις επιγραφές (ίσως υπήρξε και ζωγράφος αλλά δεν το γνωρίζω), επίσης ο μεγάλος ζωγράφος και αγιογράφος της Σπάρτης Βαγγέλης Δημητρίου, που για λόγους βιοπορισμού ασχολήθηκε ΚΑΙ με τις επιγραφές και, τέλος, ο Τσαχαγιάκος.  Αυτοί οι τρεις (περισσότερο οι δυο πρώτοι) στόλισαν τα μαγαζιά και τη Σπάρτη με τις χειροποίητες, πολύχρωμες και καλογραμμένες πινακίδες τους. Δυστυχώς η «εξέλιξη» αποκαθήλωσε τις περισσότερες και σήμερα ελάχιστες έχουν απομείνει πάνω από τις εισόδους  κάποιων παλαιών (κλειστών πλέον) επιχειρήσεων όπως, π.χ., οι επιγραφές του Ν. Τράγκα στο ξυλουργείο ΜΟΡΦΟΓΕΝΗ, στην οδό Ευαγγελιστρίας, νότια του Μουσείου.)

Το νέο μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ στήθηκε, λοιπόν, με αγάπη και μεράκι, εκεί στη νέα του θέση, στη Λαϊκή Αγορά της Σπάρτης, βαδίζοντας στ’ αχνάρια και στους δρόμους που είχε χαράξει ο παππούς, ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος. Τώρα, στη δουλειά είχε μπει και ο γιος του κυρ-Σπύρου, ο Νίκος, ο οποίος από μικρός δούλευε στο μανάβικο, όταν δεν είχε σχολείο, του άρεσε και αποφάσισε να συνεχίσει την οικογενειακή ιστορία της μαναβικής, παρ’ όλο που είχε περάσει στις εξετάσεις, μετά το Γυμνάσιο, στην Πάντειο Σχολή της Πάτρας. Ανέλαβε γι’ αυτό τα ηνία του μανάβικου, κάπου εκεί στις αρχές της 10ετίας του ’70, έχοντας πάντα τις ορμήνειες του παππού του και του πατέρα του  σαν οδηγό του.



ΚΑΙ στη νέα του θέση το «ΜΑΝΑΒΙΚΟ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ» συνέχισε να προκόβει. Πρώτα, εξαιτίας της αγάπης που είχαν για τη δουλειά τους ο Νίκος Ζαχαρόπουλος και ο πατέρας του ο κυρ Σπύρος κι ύστερα χάρη στο αίσθημα  ευθύνης, την εργατικότητα και  την εντιμότητά τους, που άνθιζαν από τις βαθιές ρίζες και τα γερά κλωνάρια  που είχε το δέντρο της οικογενειακής τους παράδοσης.

Θεωρούν κάποιοι ότι η δουλειά του μανάβη είναι εύκολη. Οι Ζαχαρόπουλοι, όμως, (όπως και όλοι οι άλλοι μανάβηδες) ήξεραν (και το ’λεγαν πάντα) πως η μαναβική είναι (στ’ αλήθεια), μια δύσκολη κι επίπονη δουλειά, στην οποία πρέπει να αφιερώσεις πάρα πολύ χρόνο και κόπο. Γι’ αυτό τους εύρισκες πάντα εκεί, στο πόστο τους, μέσα κι έξω απ’ το μανάβικο, όρθιους και χαμογελαστούς, να εξυπηρετούν τους πελάτες τους χωρίς να καταλαβαίνουν Χριστούγεννα, Πάσχα, γιορτές… . Από πολύ πρωί ως αργά το βράδυ, πάντα εκεί, στο μανάβικο, που ήτανε το δεύτερο σπίτι τους, ανάμεσα στα φρέσκα και καλά ζαρζαβατικά τους και τα φρούτα (πότε πρώιμα, πότε όψιμα, πότε της εποχής), τα οποία αναζητούσαν (εκτός από τους χονδρέμπορους) στην Καλαμάτα, στο Έλος, στη  Νεάπολη, στην Τρίπολη και αλλού, έχοντας πάντα σαν αρχή τους: «Να ψωνίζεις μόνος σου. Να βλέπεις και να παίρνεις», μιας και αυτοί, σαν μανάβηδες, βρίσκονταν σε άμεση και προσωπική επαφή με τους πελάτες τους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν φίλοι και γνωστοί!



Αγόραζαν τα οπωρολαχανικά τους, τα κουβάλαγαν στο μανάβικο (άλλα τους τα έφερνε ο χονδρέμπορας) τα αράδιαζαν όμορφα (με τάξη και υπομονή) στους πάγκους (όσα έπρεπε έμπαιναν στο μεγάλο ψυγείο) κι ύστερα καρτέραγαν τον κόσμο για να τον εξυπηρετήσουν. Χρώματα της φύσης και της ελληνικής γης, «ξαπλωμένα» στους πάγκους, και μυρωδιές μεθυστικές, με  άρωμα Ελλάδας, κέρδιζαν καθημερινά (ιδιαίτερα τα Σάββατα) τους Σπαρτιάτες. Η «ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ» του παππού, που την είχαν βαριά και ακριβή η κληρονομιά, αλλά και τα καλά προϊόντα ήταν το «μυστικό» της ζεστής σχέσης εμπιστοσύνης, που είχαν χτίσει  οι Ζαχαρόπουλοι με τους πελάτες τους.

Το καλύτερο μέρος της ημέρας του μανάβικου ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ήταν, σίγουρα, το πρωινό στήσιμο των πάγκων. Μια πραγματική ιεροτελεστία, μια δουλειά δημιουργική, έξω από την τυπική συνήθεια, μια δουλειά που γινόταν με προσοχή, μεράκι  και αγάπη, ώστε να είναι όμορφοι οι πάγκοι και το μαγαζί από τα χρώματα και τα αρώματα, αλλά και για να τραβάει το βλέμμα και την προσοχή των περαστικών. Να βλέπουν καθημερινά, σαν μανάβηδες, τα οπωρολαχανικά τους, να τα προσέχουν, να τα καθαρίζουν, να τα στήνουν… Κι αυτό κάθε μέρα ν’ αλλάζει, ανάλογα με τα προϊόντα, τα χρώματα της κάθε εποχής και τη διάθεση του Νίκου και του πατέρα του:

Τη μια μέρα έτσι, την άλλη αλλιώς κι αύριο πάλι ν’ αλλάζουν όλα. Περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλαβαίνουν, περνοδιάβαινε κι κόσμος, τους καλημέριζε (ψώνιζε δεν ψώνιζε), ρωτούσε για το ένα ή για το άλλο, μερικοί ακούμπαγαν κιόλας, άλλοι οσφραίνονταν για να δουν την ποιότητα… Στιγμές όμορφες, που δεν τις άλλαζαν οι μανάβηδες με τίποτε άλλο στη ζωή τους. Και το καταβρεχτήρι, πάντα εκεί στο πλάι, να ραντίζει τα λαχανικά με καθαρό νεράκι και να τα κάνει πιο λαχταριστά κι πιο ελκυστικά. Το βράδυ, πάλι, ερχόταν η άχαρη ώρα να ξαναμαζέψουν, για ν’ αρχίσουν και πάλι με το ξημέρωμα.

Με τούτα και με τ’ άλλα, με τα καλά αλλά και με τα δύσκολα, τα μεγάλα όσο και με τα απλά και τα καθημερινά, κύλησε η ζωή του μανάβικου ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ και των ανθρώπων του κι έφτασε μέχρι το «Σήμερα». Από το 1938 έως το 2023!!!  Σχεδόν ένας αιώνας ζωής!!! Μια ζηλευτή ιστορία που δεν είναι καθόλου τυχαία, μια ιστορία που πίσω της έχει την αγάπη και την εκτίμηση  της τοπικής κοινωνίας αλλά και τον αγώνα τεσσάρων γενεών της οικογένειας ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, ανθρώπων τίμιων, εργατικών, δραστήριων, δημιουργικών και, (κυρίως) Ανθρώπων καλών, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό.

Ο κυρ Σπύρος ο Ζαχαρόπουλος, αφού, δούλεψε δίπλα στο γιο του τον Νίκο μέχρι το 1991, αποσύρθηκε αθόρυβα από τη δουλειά και τον χώρο που αγάπησε όπως τη ζωή του.

Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα μ’ αυτούς τους παλαιούς βιοπαλαιστές, που η δουλειά τους ήταν γι’ αυτούς «κληρονομικό βασίλειο», παρέμεινε ο κυρ Σπύρος, για το μανάβικό του,  «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», μέχρι που έφυγε από τη ζωή στα 2017, πλήρης ημερών, σε ηλικία 91 ετών, με την ψυχή του αναπαυμένη ότι το καθήκον του προς τον Θεό, τη ζωή, την οικογένειά του και την κοινωνία το είχε κάνει, και με το παραπάνω, μάλιστα.

Ο γιος του, ο Νίκος Ζαχαρόπουλος, συνέχισε επάξια την οικογενειακή ιστορία της μαναβικής, πάντα με τις αρχές και της αξίες ζωής που είχε πάρει από τον παππού και τον πατέρα του, συνταξιοδοτήθηκε το 2013, το μανάβικο πέρασε στα χέρια του γιου του Σπύρου Ζαχαρόπουλου (4η γενιά) και η ζωή (μαζί και η ιστορία του μανάβικου) συνεχίζονται, βαδίζοντας προς το μέλλον.



Και σήμερα, Σπαρτιάτες πολλοί διαβαίνουν κάθε μέρα μπροστά από το μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, το παλαιότερο μανάβικο της Σπάρτης, με ιστορία 85 ακριβώς ετών!!! Ξέρουν δεν ξέρουν την ιστορία και τη διαδρομή του, αισθάνονται πως αυτό το μαγαζί είναι κάτι διαφορετικό. Το ίδιο το μανάβικο τους μιλάει ζεστά. Τους μιλάει με τους πάγκους του, τους γεμάτους με οπωρολαχανικά, όμορφα τακτοποιημένα και νοικοκυρεμένα. Τους μιλάει η παλιά ταμπέλα που εποπτεύει το μαγαζί από ψηλά, οι μεγάλες παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες μνήμης με τον κυρ-Σπύρο και το Νίκο σε ώρα δουλειάς μέσα στο μανάβικο.

Τους μιλάνε οι παλιές ζυγαριές που έχει κρατήσει ο Νίκος μέσα στο μανάβικο, σε περίοπτη θέση, σαν σπονδή στη μνήμη του παππού και του πατέρα αλλά και της ιστορίας του μαγαζιού. Πιο πολύ απ’ όλα όμως, είναι ο Νίκος (δύσκολα ξεκόβεις από τις Ρίζες) που μιλάει στους ανθρώπους, οι οποίοι περνούν απ’ το μανάβικο (ψωνίζουν ή όχι δεν έχει σημασία), με βλέμμα και πρόσωπο καθαρό, με καταδεχτικότητα, χαμόγελο αληθινό και αύρα αισιοδοξίας. Ακούει ο Νίκος «καλημέρες» από ανθρώπους που γνωρίζει απ’ όταν ήταν μικρός. Περνά όμορφα λέγοντας δυο κουβέντες μαζί τους, άλλοι παίρνουν τηλέφωνο για παραγγελίες και τον ρωτούν μόνο ΤΙ έχει και ποτέ αν είναι καλό, γιατί ξέρουν πως ο Νίκος ποτέ δεν τους γέλασε, σ’ αυτό το παλαιό μανάβικο της Σπάρτης, που εμπλέκεται με τον τρόπο τον δικό του στην ιστορία και τις διαδρομές  αυτής της πόλης  οι οποίες αφήνουν κι αυτές τα ίχνη τους τριγύρω.



Μπορεί το ημερολόγιο να δείχνει έτος 2023, όμως, όταν διαβείς το κατώφλι του μανάβικου ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ είναι  σαν να βγαίνεις μέσα από μια μηχανή του χρόνου και να βρίσκεσαι σε μιαν άλλη εποχή. Γιατί το μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ είναι από εκείνα τα μαγαζιά της Σπάρτης που έρχεται μακρύ ταξίδι από το Χθες, από τα μαγαζιά εκείνα που κράτησαν χαρακτήρα παραδοσιακό και «χτίστηκαν», από γενιά σε γενιά, με το μεράκι μιας άλλης εποχής, ανθρώπινης και αυθεντικής, με τον καθημερινό αγώνα και τον ιδρώτα (κάποιες φορές και με το «αχ») των αγωνιστών της ζωής, αυτών που, ακόμα κι όταν ηττούνταν, ήταν νικητές!

Μαζεύουν οι μέρες που θα ξαναγυρίσουμε σ’ εκείνους τους παλιούς καιρούς.
Οι ζωές μας αλλάζουν… και σε κάποια τέτοια μικρά μαγαζάκια, θα ξαναβρούμε την ανθρωπιά που χάσαμε…

ΥΓ: Ευχαριστώ τον Νίκο Ζαχαρόπουλο για τις πληροφορίες και για τις φωτογραφίες που μοιράστηκε πρόθυμα μαζί μου. Να είναι πάντα καλά με την οικογένειά του και το μανάβικό του να φτάσει τα 100 χρόνια και να τα ξεπεράσει.
Κάποτε, τα χωριά μας ήταν γεμάτα από ανθρώπους και όλες οι οικογένειες, άλλες πολύ - άλλες λίγο, είχανε ό,τι χρειάζονταν για να ζήσουν ( τα ζώα τους, το χωραφάκι τους, το περιβολάκι τους, τον κήπο τους κλπ). Ακόμα κι όταν «μετανάστευσαν» στην πόλη, για να ζήσουν «καλύτερα», κράτησαν τη συνήθεια ζωής του χωριού και φτιάχνανε, όπου μπορούσαν, το κοτετσάκι τους, τον κήπο τους, το περιβόλι τους, τα ζώα τους (κουνέλια, γουρούνι, καμιά γιδούλα κλπ), μέχρι που η πρόοδος άρχισε να τα «απαγορεύει». Και τότε γεννήθηκαν τα επαγγέλματα, τα οποία θα κάλυπταν τις ελλείψεις που δημιουργήθηκαν από την αλλαγή του τρόπου ζωής. Ένα απ’ αυτά ήταν και το επάγγελμα του μανάβη.

Αρχικά ο μανάβης ήταν ένας βιοπαλαιστής του δρόμου, που γύριζε στις γειτονιές με το ζώο του (συνήθως γαϊδουράκι) φορτωμένο με δυο κόφες, από μία σε κάθε πλευρά του σαμαριού,  γεμάτες  ζαρζαβατικά και φρούτα, ανάλογα με την εποχή. Με  δυνατή φωνή, ο μανάβης, διαλαλούσε τον ερχομό του στη γειτονιά αλλά και τα λαχανικά του. Οι νοικοκυρές έβγαιναν, με τα πορτοφολάκια τους στο χέρι , διάλεγαν αυτά που χρειάζονταν, ο μανάβης τα ζύγιζε με το καντάρι,  πληρωνόταν κι  ύστερα έφευγε γι’ αλλού.  



Αυτοί οι πλανόδιοι παλαιοί μανάβηδες ήτανε ευχάριστοι και κοινωνικοί άνθρωποι και η καθημερινή επαφή τους με τον κόσμο, ιδιαίτερα με τις νοικοκυρές, δημιουργούσε μια ανθρώπινη, ζεστή φιλική σχέση, που τη διέκρινε η αμοιβαία εμπιστοσύνη και η εκτίμηση. Μάλιστα, τότε που δεν υπήρχαν τηλέφωνα και μέσα ενημέρωσης, ο μανάβης ήταν εκείνος που έφερνε και διέδιδε τα νέα σε κάθε γειτονιά.  Οι πλανόδιοι μανάβηδες είχαν μεγάλη πελατεία σ’ όλες τις γειτονιές, επειδή εξυπηρετούσαν τα νοικοκυριά και όλοι ήξεραν πως αυτά που πουλούσαν ήταν φρέσκα και φτηνά. Όταν οι μανάβηδες, προς το μεσημεράκι, ξεπουλούσαν, πήγαιναν σε κάνα ταβερνάκι της γειτονιάς, έβρισκαν εκεί φίλους και γνωστούς,  έπαιρναν ένα μεζέ, έπιναν το κρασάκι τους, έκαναν κι αυτοί, ύστερα, τα διάφορα ψώνια τους για τις ανάγκες της οικογένειας και γύριζαν στο σπίτι τους κουρασμένοι αλλά με την ψυχή τους αναπαυμένη, γιατί άλλη μια μέρα, με τη βοήθεια του Θεού,  δούλεψαν τίμια και φιλότιμα για το ψωμί της φαμελιάς τους. Γι’ αύριο, είχε ο Θεός.  Αυτό γινόταν καθημερινά κι έτσι ήταν το επάγγελμα τους.

Η μεγάλη και ξεχωριστή αγάπη του κόσμου για τους μανάβηδες αποτυπώθηκε στη συλλογική συνείδηση με τρόπους πολλούς: Ανέκδοτα και ιστορίες για τους μανάβηδες, νούμερα επιθεωρήσεων και έργα θεατρικά, οπερέτες, ταινίες του παλιού σινεμά, πίνακες ζωγραφικής, ντοκιμαντέρ αλλά και τραγούδια, ασχολήθηκαν κατά καιρούς με την συμπαθή επαγγελματικά τάξη των μανάβηδων:
-«Μανάβης και υπηρέτρια»: Μουσικό νούμερο από την επιθεώρηση  «Πανόραμα του 1920», των Τίμου Μωραϊτίνη - Ιωάννη Οικονομάκου.

Η επιθεώρηση πρωτοπαρουσιάστηκε στις 12 Ιουνίου 1920 στο θέατρο «Κυβέλη» από τον θίασο Φυρστ, με τον Νίκο Μηλιάδη στο ρόλο του μανάβη και την Ολυμπία Καντιώτου στο ρόλο του δουλικού.

Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε και από τον οίκο Apollo Music-Co. στη Νέα Υόρκη με τίτλο «Τα σταφύλια», σε επιμέλεια Σπύρου Μπεκατώρου.

«Ο γάμος του μανάβη και της δούλας»:
Μονόπρακτη κωμωδία, η οποία παρουσιάστηκε από τον θίασο «Οπερέτα Παντοπούλου»,  στα τέλη της 10ετίας του 1920, σε ελληνικά θέατρα αλλά και στις ΗΠΑ.
 
«Το μαναβάκι» (τραγούδι του 1932)
«Ένα μαναβάκι μες στην αγορά
είδε μια χηρίτσα κι ήβαλε σεβντά.
Την κοιτάζει κι ανεστενάζει
που δεν μπορεί να την εμπλέξει μια βραδιά.
Την κοιτάζει κι ανεστενάζει
μ’ αυτή του κάνει όμως πείσματα πολλά.»
(τραγούδι: Στέφανος Βέζος, στιχουργός-συνθέτης:  Μαν. Χρυσαφάκης)

«Το μαναβάκι» (τραγούδι του 1940)
«Είμαι εγώ το μαναβάκι
όλο σκέρτσο και μεράκι
έχω φρούτα μυρωμένα
δροσερά και γινωμένα.
Γειτονιές όταν γυρίζω
τις κοπέλες ξεμυαλίζω
κοριτσόπουλα και χήρες
και ναζιάρες ζωντοχήρες.»
(Στίχοι - τραγούδι Δημ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σύνθεση Παν. Τούντας

«Μανάβισσα με Γαϊδουράκι»
Μάρκος Βαμβακάρης, Στράτος Παγιουμτζής, Σπύρος Περιστέρης (1940).
Μια νόστιμη χωριατοπούλα
με μάτια μαύρα σαν ελιές
πρωί πρωί με την δροσούλα
πουλά τα φρούτα της στις γειτονιές.

Με το μικρό της γαϊδουράκι
γυρνά παντού και τραγουδά (…)

Είμαι μανάβισσα στην πένα
με πρώτο πράμα τρανταχτό (…)

Εχώ καρπούζι όλο γλύκα
κοντούλες φίνες πατρινιές
πάρτε ξυνόμηλα που βρήκα
να ξετρελαίνουν γέρους και γριές.

«Τα μαναβάκια»:
Ελληνική ταινία του 1957,  στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Πέτρος Γιαννακός (Κοκοβιός) και ο Νίκος Φέρμας (Κάβουρας):
Ο Κοκοβιός και ο Κάβουρας γίνονται πλανόδιοι μανάβηδες στους δρόμους της Αθήνας για να βγάλουν το ψωμί τους. Eίναι ερωτευμένοι με την Αννέζα και την Παρασκευούλα, χωρίς να γνωρίζουν ότι η Παρασκευούλα είναι άντρας, που μεταμφιέστηκε σε γυναίκα για να καταφέρει να πιάσει δουλειά σαν υπηρέτρια...

-Ο περίφημος για τις υδατογραφίες του επτανήσιος ζωγράφος Άγγελος Γιαλλινάς (1857-1939), φιλοτέχνησε δύο (τουλάχιστον) πίνακες με θέμα τα μανάβικα και τους μανάβηδες της Κέρκυρας του καιρού του.

-Στα 2013 ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος γύρισε το πολυβραβευμένο έγχρωμο ντοκιμαντέρ «Ο μανάβης»:
Ο πλανόδιος μανάβης Νίκος Αναστασίου, μαζί με τη γυναίκα του τη Σοφία, από τη δεκαετία του 1980 κάνουν το ίδιο δρομολόγιο. Μία φορά την εβδομάδα, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα επισκέπτονται τα εγκαταλειμμένα χωριά της νοτιοδυτικής Πίνδου, σε μια διαδρομή 75 χιλιομέτρων. Τα τελευταία χρόνια τους βοηθάνε και τα δυο τους παιδιά. Ο Κώστας και ο Θύμιος. Το ντοκιμαντέρ παρακολουθεί το ταξίδι τους στις τέσσερις εποχές του χρόνου, το οποίο μεταμορφώνεται σε ένα συναρπαστικό όσο και συγκινητικό οδοιπορικό σε μια άγνωστη πλευρά της Ελλάδας.

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τους  πλανόδιους μανάβηδες που έντονα θυμούνται οι παλαιοί Σπαρτιάτες και που μαζί τους ασχολήθηκαν το τραγούδι, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η  Τέχνη και η Λογοτεχνία,  έστηναν και πάγκους  στο παζάρι της Σπάρτης που γινόταν στην κεντρική πλατεία και πουλούσαν τα προϊόντα τους, διαλαλώντας  τα με την στεντόρεια φωνή τους.

(Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη χαρακτηριστική φωνή του μανάβη Παναγιώτη Βλαχόχρηστα, που μέχρι τα πρόσφατα χρόνια σκέπαζε με την ένταση και το ιδιαίτερο χρώμα της φωνής του όλη τη βουή του παζαριού, από τη μια άκρη ως την άλλη;).

Αργότερα, τα γαϊδουράκια των μανάβηδων   ζεύτηκαν σε κάρα με δυο ρόδες και πλήθυναν τα είδη που μπορούσαν, πλέον, να μεταφέρουν και να πουλάνε και, πολύ αργότερα,  τα ζώα και τα κάρα αντικαταστάθηκαν από τρίκυκλα (στην αρχή) και από αυτοκίνητα με καρότσα ή ημιφορτηγά πιο μετά, ενώ πολλοί μανάβηδες, σταδιακά, άφησαν την περιπλάνηση κι άνοιξαν μανάβικα. Σήμερα, όσο κι αν η ζωή μας έχει αλλάξει ραγδαία και ριζικά, λίγοι πλανόδιοι μανάβηδες υπάρχουν ακόμα (περισσότερο για τα χωριά) ενώ  ΚΑΙ τα  μανάβικα, που κάποτε ήταν το πιο  αναγκαίο και πιο αγαπημένο λαϊκό μαγαζί των Ελλήνων,  σήμερα οδεύουν προς εξαφάνιση, αφού η πολιτεία δεν τα προστάτεψε επαγγελματικά (αυτό άλλωστε συνέβη με ΟΛΑ τα καταστήματα λαϊκής κατανάλωσης) και επέτρεψε στις υπεραγορές και στο μεγάλο κεφάλαιο να τα  «καταπιούν».

Η μαναβική, όπως συνέβη παντού στην Ελλάδα, άνθισε ΚΑΙ στη Σπάρτη. Έχουν γραφτεί στη συλλογική μνήμη οι πλανόδιοι μανάβηδες στις γειτονιές (στη δική μου στο Νέο Κόσμο περνούσαν ο μπαρμπα-Λουκάς ο Στρατάκος και ο κυρ-Μανώλης ο Κουκούτσης). Επίσης αλησμόνητα παραμένουν και τα μανάβικα στις συνοικίες και στις γειτονιές καθώς κι εκείνα στην αγορά της Σπάρτης, που πρόσφεραν στις σπαρτιατικές οικογένειες τα εκλεκτά φρούτα και  τα λαχανικά που χρειάζονταν καθημερινά.

Σήμερα, στη Σπάρτη, ελάχιστα από τα παλιά μανάβικα έχουν απομείνει και το πιο παλαιό ανάμεσά τους είναι το μανάβικο  ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ στον χώρο της Λαϊκής  Αγοράς, στον πεζόδρομο Κλεομβρότου, το οποίο,  βρίσκεται πλέον στα χέρια της 4ης γενιάς.

Πατριάρχης της μαναβικής ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ υπήρξε ο Παναγιώτης Δημ. Ζαχαρόπουλος, με καταγωγή από το Πιαλί (Αλέα) της Τρίπολης. Νέος, ακόμα, ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος, «πήρε τα μάτια του» μετανάστης στην Αμερική, κυνηγώντας το Όνειρο. Σκληρή ζωή, απολαβή λίγη κι ο δρόμος της θύμησης μακρύς:

 «Οι Ελληνες μετανάστες στην Αμερική βρίσκονται σε αθλιότατη κατάσταση, ακόμη χειρότερη κι από αυτή άλλων εθνικοτήτων όπως για παράδειγμα οι Κινέζοι. Αποβιβαζόμενος στις ΗΠΑ ο Ελληνας μετανάστης, ταλαιπωρημένος από την αφόρητη οικονομική καχεξία και χωρίς να μπορεί να βρει δουλειά, δίχως να γνωρίζει τη γλώσσα, γίνεται έρμαιο στα χέρια αυτών που τον παρέσυραν στο κυνήγι του αμερικανικού χρυσού.

«Γίνεται δούλος. […] Γίνεται πλανόδιος. Στερείται της αναγκαίας τροφής. Κοιμάται σε υπόγεια χωρίς στοιχειώδη θέρμανση και υγιεινή. Γυρνά στους δρόμους με χειράμαξες πουλώντας φρούτα. Τον ξυλοφορτώνουν οι κλητήρες. Παραμένει υπό αφόρητο ψύχος και υπό αφόρητη ζέστη.
«Περιορίζει στο ελάχιστο τον νυχτερινό ύπνο. Γυρίζει ρακένδυτος και ρυπαρός. Συλλαμβάνονται καθημερινά. Οδηγούνται στα κρατητήρια ως παραβάτες των αστυνομικών διατάξεων. Γίνονται αντικείμενο (ρατσιστικών) επιθέσεων. Παλεύουν να εξοικονομήσουν ελάχιστα για να ζήσουν καταστρέφοντας την ίδια τους τη ζωή, αφού οι πιο πολλοί γίνονται φθισικοί».

Εφημερίδα των Ελλήνων της Αμερικής, ο «Λοξίας», 18 Μάρτη του 1903:

Η αγάπη για την Πατρίδα, η επίγνωση των ιστορικών στιγμών της εποχής εκείνης  αλλά και η συναίσθηση των πατριωτικών υποχρεώσεών του, έκανε τον Παναγιώτη Δ. Ζαχαρόπουλο να κλείσει τ’ αυτιά του στις Σειρήνες της ξενιτιάς, να παραβλέψει τα προσωπικά του συμφέροντα  και να επιστρέψει, εθελοντικά, στην Ελλάδα,  για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία και στις μάχες του ’22, έζησε τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιβίωσε, κι ύστερα, η μοίρα της ζωής, τον έφερε στη Σπάρτη. Παντρεύτηκε τη Σταματική Ρουμελιώτη από τον Αγιάννη της Σπάρτης και έκαναν 6 παιδιά (!!!), τρία αγόρια και τρία κορίτσια.

Επιχειρηματικό πνεύμα ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος (ίσως η μόνη του «αποσκευή» από την ξενιτιά), ίσως και με τα λίγα λεφτά που του είχαν μείνει από την εποχή της Αμερικής, κατάφερε κι άνοιξε Ζαχαροπλαστείο στη Σπάρτη, στην  σημερινή διασταύρωση Λυκούργου και Αγησιλάου, εκεί που μετά λειτούργησε το παντοπωλείο ΤΣΙΡΙΓΩΤΗ. Κάποια στιγμή έκρινε πως έπρεπε να αλλάξει επάγγελμα και αποφάσισε, στα 1938, να ανοίξει μανάβικο, σ’ ένα παλαιό ισόγειο οίκημα με κεραμίδια,  στο χώρο της σημερινής Λαϊκής Αγοράς (τότε ήταν μια μεγάλη χωμάτινη αλάνα) στα δεξιά της εξόδου της Στοάς Κουρσούμη, που μέσα της « δούλευε» τότε το πρώτο χειμερινό σινεμά της Σπάρτης, το θρυλικό ΑΤΤΙΚΟΝ. Και το είπε το νέο μανάβικο «ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ», θέλοντας να δείξει ΚΑΙ τα προσωπικά του «πιστεύω» και τις αξίες της ζωής του  αλλά ΚΑΙ τη διάθεσή του απέναντι στους πελάτες που θα τον εμπιστεύονταν. Αυτό που δίδασκε στον δεύτερο γιο του, τον Σπύρο, ο οποίος δούλευε μαζί του κι έδειχνε ότι θα τον διαδεχόταν στο επάγγελμα, ήταν : «Ακριβά πούλαγε, ακριβά ζύγιζε». Εν ολίγοις:  «Να  είσαι έντιμος απέναντι στους πελάτες και να μην τους «κλέβεις»  στο ζύγι», κάτι που ήταν πολύ συνηθισμένο τότε, αφού οι πελάτες δεν ήξεραν ούτε μπορούσαν να ελέγξουν πώς δούλευε εκείνο το παράξενο καντάρι που ζύγιζε τα ψώνια τους. Έβαλε, μάλιστα, ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος και του γράψανε και μια μεγάλη πινακίδα, που με καμάρι την κρέμασε πάνω από την είσοδο του ταπεινού του μανάβικου:

ΟΠΩΡΟΠΩΛΕΙΟΝ
«Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ



Σκληρή η δουλειά της μαναβικής (τρέξε δω, τρέξε κει να βρεις τους έμπορους και τους παραγωγούς, να διαλέξεις καλά προϊόντα και σε καλές τιμές, τράβα καρότσι πέρα δώθε μιας και μεταφορικά τότε δεν υπήρχαν, κουβάλα στον ώμο τελάρα, από κοντά κι οι κόφες , τα κοφίνια, οι πάγκοι,  ευαίσθητα τα προϊόντα του μανάβικου και πάντα ανοιχτά σε ζημιές όταν ξέμεναν…). Όμως η  δουλειά της μαναβικής πήγαινε καλά (ίσως την είχε κάνει ο Π. Ζαχαρόπουλος εκεί στην Αμερική και τη γνώριζε), ώσπου ήρθε  ο πόλεμος του ’40 και μετά η μαύρη κατοχή και όλα τα σκέπασε η δυστυχία και η φτώχεια. Όταν, με το καλό,  ξημέρωσε η Λευτεριά, ο Παναγιώτης  Ζαχαρόπουλος με τον γιο του τον Σπύρο, είδαν ότι στη νέα εποχή που ανέτελλε χρειαζόταν η συλλογική προσπάθεια για την υποστήριξη των συμφερόντων των μανάβηδων και για την προβολή των διεκδικήσεών τους. Για το λόγο αυτό, με κόπο πολύ και προσπάθεια, ενέπνευσαν τις ιδέες τους και στους υπόλοιπους μανάβηδες της Σπάρτης και ίδρυσαν τον «ΣΥΛΛΟΓΟ ΟΠΩΡΟΠΩΛΩΝ ΣΠΑΡΤΗΣ», του οποίου πρώτος Πρόεδρος υπήρξε ο Παν. Δ. Ζαχαρόπουλος και Γραμματέας ο γιος του Σπύρος Π. Ζαχαρόπουλος.



Πριν, όμως, προλάβει να γαληνέψει η θάλασσα της ζωής μια νέα τρικυμία ήρθε να την ταράξει: Αυτή του αδελφοκτόνου Εμφυλίου Πολέμου. Εποχές σκληρές, που δοκιμάστηκαν οι αντοχές του ανθρώπου και οι αξίες της ζωής. Ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος με υπομονή, αυτοθυσία, δύναμη ψυχική, πείσμα και (πάνω απ’ όλα) ελπίδα, κατάφερε, με τη συμπαράσταση της οικογένειάς του, να βγάλει το σκαρί της ζωής σώο απ’ τη  μεγάλη τρικυμία, παραδίδοντας το τιμόνι, του, κάπου στη 10ετία του ’50, στον γιο του Σπύρο Ζαχαρόπουλο, ο οποίος - χρόνια κοντά στη δουλειά του πατέρα του κι έχοντας μέσα του κι αυτός τα ίδια ψυχικά αποθέματα και αξίες ζωής, συνέχισε επάξια την οικογενειακή ιστορία στη μαναβική.



Κάποια στιγμή, επειδή το κτήριο στο οποία στεγάστηκε το πρώτο μανάβικο ήταν μικρό και παλαιό, μετακόμισαν το μανάβικο στην οδό Γκορτσολόγου, λίγο μετά την πλατεία, εκεί όπου «άνοιξαν», μετά, οι «ΚΑΦΕΔΕΣ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ», και η δουλειά «ανέβηκε» γενικώς.  

Στα 1971, όταν δημιουργήθηκε από τον τότε δήμαρχο Γεώργιο Λιναρδάκη ο χώρος της σημερινής Λαϊκής Αγοράς,  που τότε ήταν πρόοδος και πρωτοπορία για τη Σπάρτη,  τα μανάβικα του κέντρου της πόλης υποχρεώθηκαν να στεγαστούν στα δημοτικά καταστήματα της Λαϊκής, οπότε το μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ μεταφέρθηκε εκεί, στη θέση που λειτουργεί έως ΚΑΙ σήμερα, στον πεζόδρομο Κλεομβρότου αρ. 42.

Η συντεχνία των μανάβηδων ήταν ακόμα ισχυρή στις αρχές του ’70 (πάντα υπολογίσιμη δύναμη στο Εργατικό Κέντρο Σπάρτης) και τα μανάβικα της Λαϊκής ήταν πολλά και καλά:
Παυλής Παν. , Κανέλλου Πηνελ. , Σιδεράς Παν. , Βάγιας Κων/νος , Βλαχόχρηστας  Παν. , Στάικος Γεώργ. , Γιαρδόγλου , Λιακάκος , Βεργέτης Ηλίας,  Κατσίπης Κ. ,  Χιώτης Στυλ. ,  Χιώτης Εμμανουήλ κ.α.



Ήταν τότε που ο Σπύρος Ζαχαρόπουλος και ο γιος του ο Νίκος, που ήδη είχε μπει στη δουλειά, αποφάσισαν  να φτιάξουν μια καινούρια ταμπέλα για το μανάβικό τους. Την ανέθεσαν στον αξέχαστο λαϊκό ζωγράφο - επιγραφοποιό της Σπάρτης ΤΣΑΧΑΓΙΑΚΟ, για να τη φτιάξει όπως ήτανε και η παλιά. Κι ο  Τσαχαγιάκος, έκατσε κατάχαμα έξω από το σπίτι-εργαστήρι του εκεί ψηλά στη Λυκούργου (έτσι συνήθιζε να ζωγραφίζει), έβαλε μπροστά τις μπογιές και τα πινέλα του και με τέχνη και υπομονή, ζωγράφισε πάνω στη λαμαρίνα, σε γαλάζιο φόντο όπως ο ουρανός,  δυο όμορφες και πολύχρωμες «παρέες» από πορτοκάλια, κεράσια, λεμόνια, καΐσια, ρόδια, σύκα, αχλάδια, και μήλα, μέσα σε ολοπράσινα φύλλα του περιβολιού και έγραψε με ωραία, κεφαλαία, καλλιγραφικά γράμματα :

ΟΠΩΡΟΠΩΛΕΙΟΝ
«Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ»
Σ. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ
ΤΗΛ. 28594

Επάνω δεξιά στην πινακίδα έγραψε ο επιγραφοποιός και τ’ όνομά του, έτσι όπως υπέγραφε όλα τα έργα του:

ΤΣΑΧΑΓΙΑΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ



Μια πινακίδα που υπάρχει ακόμα στην προμετωπίδα του εσωτερικού του μανάβικου και σε πάει κατευθείαν στα χρόνια τα παλιά, τα σχολικά, τότε που η Άννα, χεράκι – χεράκι, με τον αδερφό της τον Μίμη, πήγαιναν στο σχολείο και, περνώντας από την πλατεία, κοίταζαν τα καταστήματα και διάβαζαν τις πινακίδες τους. Διάβασε η Άννα κάποια στιγμή και την πινακίδα ενός μανάβικου, μια πινακίδα, τόσο ίδια με του Τσαχαγιάκου:

ΟΠΩΡΟΠΩΛΕΙΟΝ
«ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ»
Κ. ΛΑΧΑΝΑΣ

Και τότε (όπως έγραφε το παλαιό αλφαβητάρι):
«Ο οπωροπώλης είδε τα παιδιά και λέγει:
-Όλα είναι φρέσκα, παιδιά.
Όλα είναι από το περιβόλι.»

(Η τέχνη του επιγραφοποιού, σήμερα, έχει λησμονηθεί εξαιτίας της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία σε ελάχιστο χρόνο δημιουργεί εντυπωσιακές επιγραφές. Τότε, όμως, ήταν μια δύσκολη κι επίπονη τέχνη, την οποία λίγοι είχαν τη δυνατότητα και το ταλέντο να εξασκήσουν. Στη Σπάρτη άφησαν όνομα σαν επιγραφοποιοί ο  Ν. Τράγκας, ο οποίος με τα εξαιρετικά στερεοσκοπικά γράμματά του δημιούργησε σχολή στις επιγραφές (ίσως υπήρξε και ζωγράφος αλλά δεν το γνωρίζω), επίσης ο μεγάλος ζωγράφος και αγιογράφος της Σπάρτης Βαγγέλης Δημητρίου, που για λόγους βιοπορισμού ασχολήθηκε ΚΑΙ με τις επιγραφές και, τέλος, ο Τσαχαγιάκος.  Αυτοί οι τρεις (περισσότερο οι δυο πρώτοι) στόλισαν τα μαγαζιά και τη Σπάρτη με τις χειροποίητες, πολύχρωμες και καλογραμμένες πινακίδες τους. Δυστυχώς η «εξέλιξη» αποκαθήλωσε τις περισσότερες και σήμερα ελάχιστες έχουν απομείνει πάνω από τις εισόδους  κάποιων παλαιών (κλειστών πλέον) επιχειρήσεων όπως, π.χ., οι επιγραφές του Ν. Τράγκα στο ξυλουργείο ΜΟΡΦΟΓΕΝΗ, στην οδό Ευαγγελιστρίας, νότια του Μουσείου.)

Το νέο μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ στήθηκε, λοιπόν, με αγάπη και μεράκι, εκεί στη νέα του θέση, στη Λαϊκή Αγορά της Σπάρτης, βαδίζοντας στ’ αχνάρια και στους δρόμους που είχε χαράξει ο παππούς, ο Παναγιώτης Ζαχαρόπουλος. Τώρα, στη δουλειά είχε μπει και ο γιος του κυρ-Σπύρου, ο Νίκος, ο οποίος από μικρός δούλευε στο μανάβικο, όταν δεν είχε σχολείο, του άρεσε και αποφάσισε να συνεχίσει την οικογενειακή ιστορία της μαναβικής, παρ’ όλο που είχε περάσει στις εξετάσεις, μετά το Γυμνάσιο, στην Πάντειο Σχολή της Πάτρας. Ανέλαβε γι’ αυτό τα ηνία του μανάβικου, κάπου εκεί στις αρχές της 10ετίας του ’70, έχοντας πάντα τις ορμήνειες του παππού του και του πατέρα του  σαν οδηγό του.



ΚΑΙ στη νέα του θέση το «ΜΑΝΑΒΙΚΟ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ» συνέχισε να προκόβει. Πρώτα, εξαιτίας της αγάπης που είχαν για τη δουλειά τους ο Νίκος Ζαχαρόπουλος και ο πατέρας του ο κυρ Σπύρος κι ύστερα χάρη στο αίσθημα  ευθύνης, την εργατικότητα και  την εντιμότητά τους, που άνθιζαν από τις βαθιές ρίζες και τα γερά κλωνάρια  που είχε το δέντρο της οικογενειακής τους παράδοσης.

Θεωρούν κάποιοι ότι η δουλειά του μανάβη είναι εύκολη. Οι Ζαχαρόπουλοι, όμως, (όπως και όλοι οι άλλοι μανάβηδες) ήξεραν (και το ’λεγαν πάντα) πως η μαναβική είναι (στ’ αλήθεια), μια δύσκολη κι επίπονη δουλειά, στην οποία πρέπει να αφιερώσεις πάρα πολύ χρόνο και κόπο. Γι’ αυτό τους εύρισκες πάντα εκεί, στο πόστο τους, μέσα κι έξω απ’ το μανάβικο, όρθιους και χαμογελαστούς, να εξυπηρετούν τους πελάτες τους χωρίς να καταλαβαίνουν Χριστούγεννα, Πάσχα, γιορτές… . Από πολύ πρωί ως αργά το βράδυ, πάντα εκεί, στο μανάβικο, που ήτανε το δεύτερο σπίτι τους, ανάμεσα στα φρέσκα και καλά ζαρζαβατικά τους και τα φρούτα (πότε πρώιμα, πότε όψιμα, πότε της εποχής), τα οποία αναζητούσαν (εκτός από τους χονδρέμπορους) στην Καλαμάτα, στο Έλος, στη  Νεάπολη, στην Τρίπολη και αλλού, έχοντας πάντα σαν αρχή τους: «Να ψωνίζεις μόνος σου. Να βλέπεις και να παίρνεις», μιας και αυτοί, σαν μανάβηδες, βρίσκονταν σε άμεση και προσωπική επαφή με τους πελάτες τους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν φίλοι και γνωστοί!



Αγόραζαν τα οπωρολαχανικά τους, τα κουβάλαγαν στο μανάβικο (άλλα τους τα έφερνε ο χονδρέμπορας) τα αράδιαζαν όμορφα (με τάξη και υπομονή) στους πάγκους (όσα έπρεπε έμπαιναν στο μεγάλο ψυγείο) κι ύστερα καρτέραγαν τον κόσμο για να τον εξυπηρετήσουν. Χρώματα της φύσης και της ελληνικής γης, «ξαπλωμένα» στους πάγκους, και μυρωδιές μεθυστικές, με  άρωμα Ελλάδας, κέρδιζαν καθημερινά (ιδιαίτερα τα Σάββατα) τους Σπαρτιάτες. Η «ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ» του παππού, που την είχαν βαριά και ακριβή η κληρονομιά, αλλά και τα καλά προϊόντα ήταν το «μυστικό» της ζεστής σχέσης εμπιστοσύνης, που είχαν χτίσει  οι Ζαχαρόπουλοι με τους πελάτες τους.

Το καλύτερο μέρος της ημέρας του μανάβικου ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ήταν, σίγουρα, το πρωινό στήσιμο των πάγκων. Μια πραγματική ιεροτελεστία, μια δουλειά δημιουργική, έξω από την τυπική συνήθεια, μια δουλειά που γινόταν με προσοχή, μεράκι  και αγάπη, ώστε να είναι όμορφοι οι πάγκοι και το μαγαζί από τα χρώματα και τα αρώματα, αλλά και για να τραβάει το βλέμμα και την προσοχή των περαστικών. Να βλέπουν καθημερινά, σαν μανάβηδες, τα οπωρολαχανικά τους, να τα προσέχουν, να τα καθαρίζουν, να τα στήνουν… Κι αυτό κάθε μέρα ν’ αλλάζει, ανάλογα με τα προϊόντα, τα χρώματα της κάθε εποχής και τη διάθεση του Νίκου και του πατέρα του:

Τη μια μέρα έτσι, την άλλη αλλιώς κι αύριο πάλι ν’ αλλάζουν όλα. Περνούσε η ώρα χωρίς να το καταλαβαίνουν, περνοδιάβαινε κι κόσμος, τους καλημέριζε (ψώνιζε δεν ψώνιζε), ρωτούσε για το ένα ή για το άλλο, μερικοί ακούμπαγαν κιόλας, άλλοι οσφραίνονταν για να δουν την ποιότητα… Στιγμές όμορφες, που δεν τις άλλαζαν οι μανάβηδες με τίποτε άλλο στη ζωή τους. Και το καταβρεχτήρι, πάντα εκεί στο πλάι, να ραντίζει τα λαχανικά με καθαρό νεράκι και να τα κάνει πιο λαχταριστά κι πιο ελκυστικά. Το βράδυ, πάλι, ερχόταν η άχαρη ώρα να ξαναμαζέψουν, για ν’ αρχίσουν και πάλι με το ξημέρωμα.

Με τούτα και με τ’ άλλα, με τα καλά αλλά και με τα δύσκολα, τα μεγάλα όσο και με τα απλά και τα καθημερινά, κύλησε η ζωή του μανάβικου ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ και των ανθρώπων του κι έφτασε μέχρι το «Σήμερα». Από το 1938 έως το 2023!!!  Σχεδόν ένας αιώνας ζωής!!! Μια ζηλευτή ιστορία που δεν είναι καθόλου τυχαία, μια ιστορία που πίσω της έχει την αγάπη και την εκτίμηση  της τοπικής κοινωνίας αλλά και τον αγώνα τεσσάρων γενεών της οικογένειας ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, ανθρώπων τίμιων, εργατικών, δραστήριων, δημιουργικών και, (κυρίως) Ανθρώπων καλών, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό.

Ο κυρ Σπύρος ο Ζαχαρόπουλος, αφού, δούλεψε δίπλα στο γιο του τον Νίκο μέχρι το 1991, αποσύρθηκε αθόρυβα από τη δουλειά και τον χώρο που αγάπησε όπως τη ζωή του.

Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα μ’ αυτούς τους παλαιούς βιοπαλαιστές, που η δουλειά τους ήταν γι’ αυτούς «κληρονομικό βασίλειο», παρέμεινε ο κυρ Σπύρος, για το μανάβικό του,  «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», μέχρι που έφυγε από τη ζωή στα 2017, πλήρης ημερών, σε ηλικία 91 ετών, με την ψυχή του αναπαυμένη ότι το καθήκον του προς τον Θεό, τη ζωή, την οικογένειά του και την κοινωνία το είχε κάνει, και με το παραπάνω, μάλιστα.

Ο γιος του, ο Νίκος Ζαχαρόπουλος, συνέχισε επάξια την οικογενειακή ιστορία της μαναβικής, πάντα με τις αρχές και της αξίες ζωής που είχε πάρει από τον παππού και τον πατέρα του, συνταξιοδοτήθηκε το 2013, το μανάβικο πέρασε στα χέρια του γιου του Σπύρου Ζαχαρόπουλου (4η γενιά) και η ζωή (μαζί και η ιστορία του μανάβικου) συνεχίζονται, βαδίζοντας προς το μέλλον.



Και σήμερα, Σπαρτιάτες πολλοί διαβαίνουν κάθε μέρα μπροστά από το μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, το παλαιότερο μανάβικο της Σπάρτης, με ιστορία 85 ακριβώς ετών!!! Ξέρουν δεν ξέρουν την ιστορία και τη διαδρομή του, αισθάνονται πως αυτό το μαγαζί είναι κάτι διαφορετικό. Το ίδιο το μανάβικο τους μιλάει ζεστά. Τους μιλάει με τους πάγκους του, τους γεμάτους με οπωρολαχανικά, όμορφα τακτοποιημένα και νοικοκυρεμένα. Τους μιλάει η παλιά ταμπέλα που εποπτεύει το μαγαζί από ψηλά, οι μεγάλες παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες μνήμης με τον κυρ-Σπύρο και το Νίκο σε ώρα δουλειάς μέσα στο μανάβικο.

Τους μιλάνε οι παλιές ζυγαριές που έχει κρατήσει ο Νίκος μέσα στο μανάβικο, σε περίοπτη θέση, σαν σπονδή στη μνήμη του παππού και του πατέρα αλλά και της ιστορίας του μαγαζιού. Πιο πολύ απ’ όλα όμως, είναι ο Νίκος (δύσκολα ξεκόβεις από τις Ρίζες) που μιλάει στους ανθρώπους, οι οποίοι περνούν απ’ το μανάβικο (ψωνίζουν ή όχι δεν έχει σημασία), με βλέμμα και πρόσωπο καθαρό, με καταδεχτικότητα, χαμόγελο αληθινό και αύρα αισιοδοξίας. Ακούει ο Νίκος «καλημέρες» από ανθρώπους που γνωρίζει απ’ όταν ήταν μικρός. Περνά όμορφα λέγοντας δυο κουβέντες μαζί τους, άλλοι παίρνουν τηλέφωνο για παραγγελίες και τον ρωτούν μόνο ΤΙ έχει και ποτέ αν είναι καλό, γιατί ξέρουν πως ο Νίκος ποτέ δεν τους γέλασε, σ’ αυτό το παλαιό μανάβικο της Σπάρτης, που εμπλέκεται με τον τρόπο τον δικό του στην ιστορία και τις διαδρομές  αυτής της πόλης  οι οποίες αφήνουν κι αυτές τα ίχνη τους τριγύρω.



Μπορεί το ημερολόγιο να δείχνει έτος 2023, όμως, όταν διαβείς το κατώφλι του μανάβικου ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ είναι  σαν να βγαίνεις μέσα από μια μηχανή του χρόνου και να βρίσκεσαι σε μιαν άλλη εποχή. Γιατί το μανάβικο ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ είναι από εκείνα τα μαγαζιά της Σπάρτης που έρχεται μακρύ ταξίδι από το Χθες, από τα μαγαζιά εκείνα που κράτησαν χαρακτήρα παραδοσιακό και «χτίστηκαν», από γενιά σε γενιά, με το μεράκι μιας άλλης εποχής, ανθρώπινης και αυθεντικής, με τον καθημερινό αγώνα και τον ιδρώτα (κάποιες φορές και με το «αχ») των αγωνιστών της ζωής, αυτών που, ακόμα κι όταν ηττούνταν, ήταν νικητές!

Μαζεύουν οι μέρες που θα ξαναγυρίσουμε σ’ εκείνους τους παλιούς καιρούς.
Οι ζωές μας αλλάζουν… και σε κάποια τέτοια μικρά μαγαζάκια, θα ξαναβρούμε την ανθρωπιά που χάσαμε…

ΥΓ: Ευχαριστώ τον Νίκο Ζαχαρόπουλο για τις πληροφορίες και για τις φωτογραφίες που μοιράστηκε πρόθυμα μαζί μου. Να είναι πάντα καλά με την οικογένειά του και το μανάβικό του να φτάσει τα 100 χρόνια και να τα ξεπεράσει.

Η APELA προτείνει

image

images Άρθρα
19-01-2024

Αϊ Γιάννη μου

images Άρθρα
19-01-2024

Η «ΜΑΣΚΑ»

images Άρθρα
10-01-2024

Η Ρώμη του 2024