notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Αντίο θείε Μπάμπη

slider_image

Μοιράσου το άρθρο:

29-07-2023

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Του θείου μου του Μπάμπη του Τράτα, μες στα πολλά τραγούδια που έλεγε, του άρεσε και τούτο:

«Άιντε σαν πεθάνω τι θα πούνε;
Πέθανε ένας μερακλής,
Πέθανε ένας λεβέντης
Που γλεντούσε τη ζωή.»

Λες και ήτανε γραμμένο για το θείο μου τον Μπάμπη το τραγούδι αυτό. Γιατί ΚΑΙ μερακλής ήτανε ΚΑΙ λεβέντης ΚΑΙ τη ζωή τη γλέντησε.

Και τη γλέντησε όχι μόνο με το αστείρευτο κέφι του, με την κιθάρα και τον μπαγλαμά, το τραγούδι και το χορό και την παρέα, το κρασάκι και το ούζο, αλλά, πάνω απ’  όλα, τη «γλέντησε» τη ζωή ο θείος μου ο Μπάμπης με σκληρή και τίμια δουλειά, με αγάπη και φιλία για όλους και με μια καρδιά ανθισμένη πάντα σαν περιβόλι και πλατιά σαν την θάλασσα.

Από τα Λουτρά της Μυτιλήνης, όπου γεννήθηκε πριν από 88 χρόνια, ξεριζώθηκε οικογενειακώς από τη φτώχεια και βρέθηκε, μαζί με τη μάνα, τον πατέρα και την αδερφή του στη Σπάρτη, κυνηγώντας το όνειρο, το μεροκάματο και την επιβίωση.  Τα ροζιασμένα και σκεβρωμένα του χέρια και τα δάχτυλα μαρτυράγανε (για όποιον δεν τον γνώριζε) πως στη γαλέρα της ζωής του είχε τραβήξει πολύ κουπί.

Μετά από σκληρή δουλειά και «χαμαλίκι», παντρεύτηκε από αγάπη την Αγγελική Κοντοέ από του Κουρουνιού της Μεγαλοπόλεως,  έφτιαξε ένα σπιτάκι ταπεινό στο Νέο Κόσμο, δούλεψε σε πριονοκορδέλες ξυλουργείων και μετά σε μαρμαράδικο και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να «παλέψει» με τη ζωή και τις τρικυμίες της.

Όταν πήρε σύνταξη, η τύχη η κακούργα τον δοκίμασε και πάλι σκληρά, όταν αρρώστησε βαριά η γυναίκα του. Αγόγγυστα, με αγάπη, αφοσίωση, υπομονή κι εγκαρτέρηση, ο θείος μου Μπάμπης, «κοίταξε» την Αγγελική του όσο δεν έπαιρνε άλλο, κάνοντας σπίτι του τα νοσοκομεία για μεγάλο διάστημα.

Όταν «έφυγε» η γυναίκα του, ήρθε και κατοίκησε στο σπίτι του… η φοβερή μοναξιά.

-Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα, από τη μοναξιά, έλεγε κι έκλαιγε. Κάθε βράδυ που γυρίζω στο σπίτι, λέω πότε να ξημερώσει.

Γι’ αυτό, μόλις ξημέρωνε, καλημέριζε το καναρινάκι του, του ’βαζε καθαρό νερό και σπόρια και μετά άνοιγε την πόρτα κι έφευγε. Πήγαινε πρώτα για καφέ στη ΣΕΒΙΛΛΗ, όπου συναντούσε τη μεγάλη πρωινή παρέα των φίλων του, τα έλεγαν, καλαμπούριζαν, κι όταν «σωνόταν» η ώρα, κατά το μεσημεράκι,  έφευγε για το ουζερί του φίλου του του Βασίλη, για να πιεί τα ουζάκια του με το χταπόδι. Γύριζε μετά στο σπίτι του, έτρωγε, ξάπλωνε λιγάκι, έβλεπε τηλεόραση, φρόντιζε και το καναρίνι του, και μετά ξανάφευγε για τον απογευματινό του καφέ στη ΣΕΒΙΛΛΗ και για να δει κανένα ματς στη τηλεόραση, ιδιαίτερα αν έπαιζε ο αγαπημένος του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ. Μέσα σ’ όλα αυτά ήταν οι έξοδοι για κρασάκι σε καμιά ταβέρνα με τα ανήψια και τους φίλους, οι γιορτές μαζί τους, τα κυριακάτικα τραπέζια, μπάνιο στο Μαυροβούνι τα καλοκαίρια…

Αυτή, πάνω-κάτω, ήτανε η ζωή του θείου μου του Μπάμπη: Μια απλή, τίμια, στέρεη, όμορφη, ίσια ζωή, όπως όλες οι ζωές των απλών ανθρώπων.

Ο θείος μου ο Μπάμπης πέθανε ήσυχα στο σπίτι του. Χωρίς αρρώστιες, χωρίς βάσανα, χωρίς ταλαιπωρίες. Απλά, κάθισε το βράδυ στην καρέκλα του, στην κουζίνα, και «έσβησε» όπως σβήνει το κεράκι που το φύσηξε αεράκι ξαφνικό.
Το καναρινάκι του το πρωί δοκίμασε να τον ξυπνήσει με τις τρίλιες του αλλά δεν μπόρεσε.

Κι όταν τον «σήκωσαν» τον θείο μου τον Μπάμπη, το καναρινάκι του τραγούδαγε παραπονεμένα το τελευταίο «αντίο».

Καλόν Παράδεισο θείε Μπάμπη.

Χαιρετίσματα σ’ όλους που θα βρεις εκεί.

Δεν άφησες πίσω σου παιδιά, αφήνεις όμως ανήψια και εγγόνια και (κυρίως) φίλους πολλούς σαν τα φύλλα των δέντρων, που θα σε θυμούνται και θα σε μνημονεύουν για πάντα.
Του θείου μου του Μπάμπη του Τράτα, μες στα πολλά τραγούδια που έλεγε, του άρεσε και τούτο:

«Άιντε σαν πεθάνω τι θα πούνε;
Πέθανε ένας μερακλής,
Πέθανε ένας λεβέντης
Που γλεντούσε τη ζωή.»

Λες και ήτανε γραμμένο για το θείο μου τον Μπάμπη το τραγούδι αυτό. Γιατί ΚΑΙ μερακλής ήτανε ΚΑΙ λεβέντης ΚΑΙ τη ζωή τη γλέντησε.

Και τη γλέντησε όχι μόνο με το αστείρευτο κέφι του, με την κιθάρα και τον μπαγλαμά, το τραγούδι και το χορό και την παρέα, το κρασάκι και το ούζο, αλλά, πάνω απ’  όλα, τη «γλέντησε» τη ζωή ο θείος μου ο Μπάμπης με σκληρή και τίμια δουλειά, με αγάπη και φιλία για όλους και με μια καρδιά ανθισμένη πάντα σαν περιβόλι και πλατιά σαν την θάλασσα.

Από τα Λουτρά της Μυτιλήνης, όπου γεννήθηκε πριν από 88 χρόνια, ξεριζώθηκε οικογενειακώς από τη φτώχεια και βρέθηκε, μαζί με τη μάνα, τον πατέρα και την αδερφή του στη Σπάρτη, κυνηγώντας το όνειρο, το μεροκάματο και την επιβίωση.  Τα ροζιασμένα και σκεβρωμένα του χέρια και τα δάχτυλα μαρτυράγανε (για όποιον δεν τον γνώριζε) πως στη γαλέρα της ζωής του είχε τραβήξει πολύ κουπί.

Μετά από σκληρή δουλειά και «χαμαλίκι», παντρεύτηκε από αγάπη την Αγγελική Κοντοέ από του Κουρουνιού της Μεγαλοπόλεως,  έφτιαξε ένα σπιτάκι ταπεινό στο Νέο Κόσμο, δούλεψε σε πριονοκορδέλες ξυλουργείων και μετά σε μαρμαράδικο και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να «παλέψει» με τη ζωή και τις τρικυμίες της.

Όταν πήρε σύνταξη, η τύχη η κακούργα τον δοκίμασε και πάλι σκληρά, όταν αρρώστησε βαριά η γυναίκα του. Αγόγγυστα, με αγάπη, αφοσίωση, υπομονή κι εγκαρτέρηση, ο θείος μου Μπάμπης, «κοίταξε» την Αγγελική του όσο δεν έπαιρνε άλλο, κάνοντας σπίτι του τα νοσοκομεία για μεγάλο διάστημα.

Όταν «έφυγε» η γυναίκα του, ήρθε και κατοίκησε στο σπίτι του… η φοβερή μοναξιά.

-Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα, από τη μοναξιά, έλεγε κι έκλαιγε. Κάθε βράδυ που γυρίζω στο σπίτι, λέω πότε να ξημερώσει.

Γι’ αυτό, μόλις ξημέρωνε, καλημέριζε το καναρινάκι του, του ’βαζε καθαρό νερό και σπόρια και μετά άνοιγε την πόρτα κι έφευγε. Πήγαινε πρώτα για καφέ στη ΣΕΒΙΛΛΗ, όπου συναντούσε τη μεγάλη πρωινή παρέα των φίλων του, τα έλεγαν, καλαμπούριζαν, κι όταν «σωνόταν» η ώρα, κατά το μεσημεράκι,  έφευγε για το ουζερί του φίλου του του Βασίλη, για να πιεί τα ουζάκια του με το χταπόδι. Γύριζε μετά στο σπίτι του, έτρωγε, ξάπλωνε λιγάκι, έβλεπε τηλεόραση, φρόντιζε και το καναρίνι του, και μετά ξανάφευγε για τον απογευματινό του καφέ στη ΣΕΒΙΛΛΗ και για να δει κανένα ματς στη τηλεόραση, ιδιαίτερα αν έπαιζε ο αγαπημένος του ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ. Μέσα σ’ όλα αυτά ήταν οι έξοδοι για κρασάκι σε καμιά ταβέρνα με τα ανήψια και τους φίλους, οι γιορτές μαζί τους, τα κυριακάτικα τραπέζια, μπάνιο στο Μαυροβούνι τα καλοκαίρια…

Αυτή, πάνω-κάτω, ήτανε η ζωή του θείου μου του Μπάμπη: Μια απλή, τίμια, στέρεη, όμορφη, ίσια ζωή, όπως όλες οι ζωές των απλών ανθρώπων.

Ο θείος μου ο Μπάμπης πέθανε ήσυχα στο σπίτι του. Χωρίς αρρώστιες, χωρίς βάσανα, χωρίς ταλαιπωρίες. Απλά, κάθισε το βράδυ στην καρέκλα του, στην κουζίνα, και «έσβησε» όπως σβήνει το κεράκι που το φύσηξε αεράκι ξαφνικό.
Το καναρινάκι του το πρωί δοκίμασε να τον ξυπνήσει με τις τρίλιες του αλλά δεν μπόρεσε.

Κι όταν τον «σήκωσαν» τον θείο μου τον Μπάμπη, το καναρινάκι του τραγούδαγε παραπονεμένα το τελευταίο «αντίο».

Καλόν Παράδεισο θείε Μπάμπη.

Χαιρετίσματα σ’ όλους που θα βρεις εκεί.

Δεν άφησες πίσω σου παιδιά, αφήνεις όμως ανήψια και εγγόνια και (κυρίως) φίλους πολλούς σαν τα φύλλα των δέντρων, που θα σε θυμούνται και θα σε μνημονεύουν για πάντα.

Η APELA προτείνει

image

Eτικέτες :
images Άρθρα
19-01-2024

Αϊ Γιάννη μου

images Άρθρα
19-01-2024

Η «ΜΑΣΚΑ»

images Άρθρα
10-01-2024

Η Ρώμη του 2024