Στο ταβερνάκι, ο Γιάννης και ο Γιώργης πίνουν τα ποτηράκια τους, λένε τα βάσανά τους και στο κρασί πνίγουν τα φαρμάκια τους.
Είναι, όμως, και φορές όχι λίγες, που σχολιάζουν τα γεγονότα και όπου προβληματίζονται δίνουν λύσεις:
– Μουσκλωμένος φαίνεσαι, ρε Γιώργη…
– Είναι να μην είμαι, ρε Γιάννη, μ’ αυτά που ακούω;
– Γίνηκε κάτι, μωρέ, και δε το ξέρω;
– Άμα γίνει…, τότες θα είναι αργά…
– Για πες μου, λοιπόν, τί.. μαγερεύεται προτού να καεί το φαΐ.
– Δεν ακούς, ρε Γιάννη, που οι Τούρκοι δε βάζουνε γλώσσα μέσα τους και ούλα τα θέλουνε δικά τους με τη γαλάζια πατρίδα; Ξεχνάνε από πού ήρθανε κορακιασμένοι από δίψα και πέσανε με τα μούτρα στη θάλασσα να ξεδιψάσουνε; από πού ως πού, μωρέ, βγάζουνε και χάρτη οι ξεδιάντροποι και αχαρτογράφητοι;
– Και δεν είναι μόνο φτούνο, ρε Γιώργη. Δε γλέπουνε που ό, τι έχουνε ήσαντε από τα αρχαία χρόνια ούλα δικά μας; Αν είναι να μιλάει ένας λαός για γαλάζια πατρίδα, είναι μονάχα ο λαός μας και κανένας άλλος.
– Έλα μου ντε…, τα δικά τους-δικά τους και τα ξένα-μισακά. Κ’ εμείς αντί να βγάλουμε ένα χάρτη μέχρι εκεί που έφτασε ο Μέγας Αλέξαντρος, καθούμαστε και τους ακούμε. Και δε τους λέμε ακόμα, ότι, όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες και Αγίες Σοφίες, του λόγου σας ζούσατε νομάδες στα βάθη της Ασίας και όταν λέγαμε στους λαούς «δεύτε λάβετε φως», ήρθατε να μας το σβήσουτε;
– Σα δε ντρέπουνται…, κάμανε την Αγια-Σοφιά τζαμί και το καυχιούνται, κ’ εμείς τί κάμουμε; καθούμαστε και τους ακούμε..
– Θέλει σπάσιμο το κεφάλι μας. Έχουμε τις βραχονησίδες εγκαταλείψει και τους ανοίξαμε την όρεξη.
– Και τί να κάμαμε, ρε Γιώργη, να παγαίναμε κει πάνου ασκητές;
– Να σου ειπώ τί έπρεπε να έχουμε καμωμένα. Σε κάθε βραχονησίδα να είχαμε χτίσει ένα εικονοστασάκι και να της είχαμε δώκει όνομα αγίου.
– Ό, τι και να κάναμε, ρε Γιώργη, τον αράπη κι αν λευκαίνεις το σαπούνι σου χαλάς…
– Δυστυχώς, το πρωινό πρώτα γλέπεις το γείτονά σου και μετά τον ήλιο… Έτσι, όπως είναι τούτοι προσηλιακά μας θα έχουμε συνέχεια συγνεφιά…
– Κάτι ξέρανε οι πιο παλιοί, Γιάννη, που λέγανε, γείτονα έχεις, θεό έχεις.
– Δυστυχώς, Γιώργη, του λόγου μας έχουμε τρογύρω μας διαβόλους. Γι’ αυτό, να έχουμε τα μάτια μας δεκατέσσερα και μη κοιτάζουμε να τα βγάλουμε μεταξύ μας.
– Γι’ αυτό και δε γλέπουμε που πετάνε με τα αερόπλανά τους πάνου από τα νησά μας και με τα καράβια τους πλέουνε στα δικά μας νερά…
– Καιρός, λοιπόν, να τους πούμε: Ό, τι πετάει θα το ρίχνουμε και ό, τι πλέει θα το βουλιάζουμε! Τότες να δεις πώς θα κάτσουνε στ’ αυγά τους και θα κλουβιάνουνε προτού να βγάλουνε πουλιά.
– Ναι. Μη παρατραβάνε το σκοινί γιατί τότες θα δούνε τα «ήμερα νερά» πώς θα γενούνε τσουνάμι.
– Άντε, στην υγειά μας και με τη νίκη!











