Λατρεμένο μου! Ένα κάποιο
χρυσό ποτό. Και κατεβάζει
και ιδρώτα.
Το βιβλίο και η ιστορία του συνδέονται άμεσα με την πρόοδο του πολιτισμού μας.
Μόλις οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν πως έπρεπε να διατηρήσουν την έκφραση της σκέψης, αισθάνθηκαν την ανάγκη να την αποτυπώσουν κάπου και επομένως να την γράψουν. Από την στιγμή αυτή γεννήθηκε το βιβλίο, «γυμνό όλο κόκκαλα και νεύρα».
Η επώαση του βιβλίου πέρασε από πολλά στάδια σε πολλές εποχές.
Στην πρωτόγονη κοινωνία έκαναν χρήση τα σκληρά φύλλα των φυτών – δένδρων καθώς και το φλοιό τους, liber δηλώνεται το βιβλίο στα λατινικά δηλαδή το κυλινδρικό χειρόγραφο. Περισσότερο κατάλληλο θεωρείτο ο φλοιός της φιλύρας.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι γράφανε σε λινό ύφασμα όπως και οι Ρωμαίοι. Λινούς τόμους μας θυμίζει ο Πλίνιος για χρήση ιδιωτικών γραφών καθώς τα δημόσια έγγραφα τα γράφανε σε μολύβι. Τα σπασμένα κομμάτια των κεραμικών ήταν πρόχειρα για γράψιμο, τα ονόμαζαν όστρακα. Από αυτά προήλθε ο θεσμός του εξοστρακισμού των Αθηναίων που έγραφαν την ψήφο τους.
Τα πιο κοινά υλικά επί των οποίων σχηματίζονταν το γραπτό μνημείο του λόγου ήταν ο πάπυρος, η περγαμηνή και ο χάρτης. Ο πάπυρος είναι φυτό που καλλιεργείται στο Δέλτα του Νείλου. «Πάπα» λένε αυτό το φυτό οι Αιγύπτιοι, πάπυρο οι Έλληνες, paper oι Άγγλοι, papier οι Γάλλοι και οι Γερμανοί. Ο αρχαιότερος συγγραφέας με ειδήσεις περί της χρήσης του πάπυρου είναι ο Ησίοδος με την λέξη βιβλίο – βίβλος που είναι και αυτή Αιγυπτιακή. Ο αρχαιότερος πάπυρος βρίσκεται στο Παρίσι (του Prisse) και χρονολογείται 2500 πχ. Πολλοί πάπυροι βρέθηκαν στα βάθη της γης στους τάφους των βασιλέων της Αιγύπτου, άθικτοι επί αιώνες. Πολλά φύλλα παπύρου (πάνω από είκοσι) κολλημένα μεταξύ τους αποτελούσαν το βιβλίο που είχε σχήμα κυλινδρικό. Με το δεξί χέρι ξετύλιγες και διάβαζες και ταυτόχρονα το τύλιγες με το αριστερό. Στα δύο άκρα του σε βοηθούσαν τα δύο ξύλα τα λεγόμενα «κοντά» από τα οποία προήλθε η λέξη «κοντάκιον» που σημαίνει εκκλησιαστικό τραγούδι.
Το πάπυρο ήλθε και αντικατέστησε η περγαμηνή που ήταν από δέρματα ζώων, «διφθέρες» τα έλεγαν.
Ο Ευμένης, βασιλιάς της Περγάμου (200πχ), αναφέρεται στον Πλίνιο, ότι στην προσπάθειά του να αυξήσει την Βιβλιοθήκη της πόλης του, προσέκρουσε στην αντιζηλία των Πτολεμαίων, οι οποίοι απαγόρευσαν την εξαγωγή παπύρου από την Αίγυπτο. Ο Ευμένης προκειμένου να υπερβεί το εμπόδιο τούτο ενίσχυσε την βιοτεχνία των «διφθερών» και εξ αυτού προήλθε η λέξη Περγαμηνή, από το όνομα της πόλης της Περγάμου. Η περγαμηνή πλέον, ως πιο εύχρηστο υλικό, διότι ξαναγραφόταν και γινόταν χρήση και από τις δύο όψεις, αντικατέστησε τον πάπυρο, όμως με αγρό ρυθμό. Η αντιπαλότητα των χριστιανών με τους εθνικούς πέρασε και από δω. Οι χριστιανοί με τις περγαμηνές και οι Εθνικοί με τους πάπυρους έγραφαν τα ιδεολογήματά τους. Η περγαμηνή βαφόταν με πορφύρα κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και στην συνέχεια γραφόταν.
Στην Βιέννη βρίσκεται μέρος της Βίβλου της Γενέσεως γραμμένο σε περγαμηνή με αργυρά γράμματα στην ελληνική γλώσσα και με χρωματιστές εικόνες. Στο Βρετανικό μουσείο βρίσκεται ευαγγέλιο του 6 αιώνα μΧ. σε περγαμηνή με αργυρά γράμματα στην ελληνική γλώσσα. Το σχήμα της περγαμηνής έγινε περίπου όπως το σημερινό βιβλίο δηλαδή δέρμα σε σχήμα τετραγώνου που διπλωνόταν τρείς φορές και γραφόταν από τις δύο όψεις αποτελούμενο από 16 σελίδες το λεγόμενο τετράδιο με την σημερινή έννοια της λέξης.
Με μεγάλη ευκολία έγινε η αντικατάσταση της περγαμηνής με χαρτί, καθόσον το δέρμα είχε μεγάλη αξία και δυσκολία στην επεξεργασία. Ο χάρτης που κατασκευάζεται από ινώδεις ουσίες ήταν γνωστός στην αρχαιότητα και ήλθε στην Ευρώπη από τους Άραβες το 700μ.χ. Ελληνικός κώδικας χρονολογείται από το 1100μ.χ. Είναι η περίοδος του Μεσαίωνα που γραφόντουσαν βιβλία με την μέθοδο της αντιγραφής και διαβάζονταν μόνο από μοναχούς αφού εκεί διέθεταν απεριόριστο χρόνο.
Η εφεύρεση όμως του Γουτεμβέργιου απλοποίησε την διαδικασία αφού γινόταν εκτύπωση σε χαρτί με κινητούς χαρακτήρες, βρήκε δηλαδή την μεταλλική μήτρα που παρέχει την δυνατότητα ένα έντυπο να παράγεται σε πολλά αντίτυπα. Τύπωσε λοιπόν πρώτα την Αγία γραφή το 1455, ενώ το πρώτο ελληνικό βιβλίο είναι η «γραμματική» του Λάσκαρη το 1476. Αναγέννηση των γραμμάτων και των τεχνών χαρακτηρίζεται η επόμενη περίοδος που έχει έδρα την Ιταλία και κυρίως τους Μεδίκους της Φλωρεντίας. Η τυπογραφία προοδεύει, οι καλλιτεχνικές εκδόσεις επίσης, το βιβλίο διαδίδεται αφού γίνεται προσιτό στους ανθρώπους τους οποίους φωτίζει.
Μια νέα «ζωή» αρχίζει, όπου η πειθαρχία, η έννομη τάξη, ο πολιτισμός και η ανάπτυξή του εμπεδώνεται και εφαρμόζεται καλύτερα και ουσιαστικότερα. Η τυπογραφία γέννησε το βιβλίο δηλαδή, το έντυπο. Όλα αυτά βεβαίως για την Ευρώπη την Φραγκιά κατά τα λεγόμενα.
Εμείς εδώ στην Ελλάδα είχαμε τους Τούρκους, τους Κοτζαμπάσηδες και τους Δεσποτάδες στο κεφάλι μας, που καιρός για βιβλία. Πώς να περάσει η ερμηνεία της φύσης και η γνώση γενικότερα στον απλό λαό; Χρειαζόταν χρόνος. Ιδιαίτερα λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό το βιβλίο ακόμα δεν «περπατούσε».
Η λαϊκή παράδοση, αυτή που πλησιάζει περισσότερο με ότι σήμερα λέμε προφορική γνώση δεν είχε σχέση με το είδος βιβλίο. Το βιβλίο δεν στάθηκε είδος λαϊκό, άρμοζε στους παπάδες και στους Φράγκους. Τα βιβλία των παπάδων είναι ιερά, ενώ των Φράγκων περί φυσικής, Χημείας, Μαθηματικών και Φιλοσοφίας είναι δαιμονισμένα. Στα όποια σχολεία λειτουργούσαν η διδασκαλία γινόταν με βάση το Ψαλτήρι το Οκτωήχι και τον Απόστολο. Βιβλία της εκκλησίας τα οποία καθώς λέει ο Άνθιμος Γαζής «είναι μεν αγιότατα, αλλά δεν έχουν πρακτική ωφέλεια με αποτέλεσμα οι νέοι να μην εννοούν τι διαβάζουν και επομένως δεν μάθαιναν τίποτα και το χειρότερο, σχεδόν αηδίαζαν και δεν είχαν καμία όρεξη για μάθηση».
Εξαίρεση αποτελούσε το μάθημα της Φυσικής του Σαββάτου στο Γυμνάσιο της Σμύρνης καθ’ όσον η ωφέλεια που κόμιζε ο νέος και γενικότερα όσοι έρχονταν σε επαφή με το βιβλίο της φυσικής ήταν η καταπολέμηση της δεισιδαιμονίας που αποτελούσε το κύριο στόχο της φυσικής και ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την καλλιέργεια κάθε επιστημονικής γνώσης.
Παραστατικά εξιστορεί αργότερα στο τέλος του 1890 ο Παπαδιαμάντης: Για το βιβλίο «πηδάλιο» αναφέρεται. «Τινές των ιερέων, ολίγιστοι, ανεγίγνωσκον ενίοτε το βιβλίο τούτο». Όταν όμως για ειδικούς λόγους κάποιος το ζήτησε από την παπαδιά, όντας χήρα, αυτή του αποκρίνεται: -Ο παπάς μου έλεγε πως δεν κάνει να το πιάσει κανείς που να μην είναι ιερωμένος.- Μην το πιάσεις με γυμνά χέρια είναι η απάντηση του συνομιλητή της «βάλε καθαρή πετσέτα». Νοιώθουμε την καυστικότητα του συγγραφέα. Στην σκύρο ο κουρέας απαντάει στο φιλόλογο: -Αυτά που λες για τον Αχιλλέα είναι όλα ψέματα, τα έχεις διαβάσει στα βιβλία των Φράγκων. Εμένα να ακούς που είμαι ντόπιος και ξέρω από τους παλιούς πως έγιναν τα πράγματα. Αφοπλιστική είναι, επίσης η απάντηση που αντιπαραθέτει ο προφορικός (γνώση) πολιτισμός σε κάθε νεωτερισμό «που τα βρήκες γραμμένα πάλι;»
Άρχισε να ανατέλλει ο 20ς αιώνας. Τυπώθηκαν και κυκλοφόρησαν βιβλία με όλη την συσσωρευμένη γνώση και σοφία. Μπορούσε πλέον ο καθένας να γίνει αποδέκτης.
Το βιβλίο νοούμενο ως πνευματικό έργο, έργο λόγου, αποτέλεσμα της σκέψης και της έκφρασης κυκλοφορούσε με ταχύτητα, από τους ανθρώπους και σε πολλές χώρες, λειτούργησε ως μέσον για να διασπαρθούν απόψεις, ιδέες και να γονιμοποιηθούν ώστε σήμερα να μπορούμε να πούμε πως όχι απλώς βοήθησε στην πρόοδο του πολιτισμού, αλλά είναι ο ίδιος ο πολιτισμός. Βιβλία διδακτικά-επιστημονικά-θεατρικά-θρησκευτικά-ιστορικά-φιλοσοφικά και οτιδήποτε άλλου περιεχομένου, υπάρχουν πλέον διαθέσιμα και τα βρίσκεις με μεγάλη ευκολία.
Σκεφτείτε λίγο την απόσταση που μας χώριζε.
Δημοτικές βιβλιοθήκες, δημόσιες και σε κάθε σχολείο, σήμερα, λειτουργούν δανειστικά. Γιατί; Διότι το βιβλίο είναι ακόμα ιδανικός φίλος για συντροφιά, για παρέα. Φίλος χωρίς απαιτήσεις. Μόνο προσφέρει και ακούραστα. Σε ακολουθεί παντού, στο σπίτι, στο γραφείο, στο ταξίδι. Σε κάθε χρονική στιγμή, όταν ξεκουράζεσαι, όταν νοιώθεις ανία, όταν αγρυπνάς την νύχτα, στέκεται δίπλα σου. Αλλά και όταν αισθάνεσαι την ανάγκη να συνομιλήσεις δεν έχεις παρά να αποτυπώσεις στο χαρτί τις σκέψεις και να τις επαναφέρεις σε άλλο χρόνο. Αυτοβιβλιοτροφοδότηση δηλαδή. Με μια αντίληψη ανοιχτή, μη δογματική που επιτρέπει στον αναγνώστη που την ασπάζεται να πλουτίζει ο ίδιος, να πλουτίζει όχι σε ένα κλειστό λιβάδι, αλλά παντού όπου βρίσκει την βοσκή του, διατηρώντας πάντα την κριτική επιφύλαξη των αντιλήψεών του.
Όλα αυτά βεβαίως θέλουν στην αρχή μια προσπάθεια. Είναι μια συνήθεια που μαθαίνεται. Ένας καλός γονιός θα ήταν το ιδανικό γι’ αυτό. Ίσως και ένας δάσκαλος στη πορεία. Αλλά και χωρίς αυτούς μπορείς και μόνος σου, αρκεί να το θελήσεις. Τυχερός θα ήσουν αν συναντούσες έναν ενημερωμένο βιβλιοπώλη – βιβλιοαναγνώστη Πόσες άχρηστες συνήθειες επωμιζόμαστε και μάλιστα μερικές βλαβερές. Πόσα προφορικά σκουπίδια, μάς «τρώνε» το χρόνο. Με το βιβλίο έχουμε συνδυασμό του ευχάριστου με το χρήσιμο, το «τερπνόν μετά του ωφελίμου».
Σε όλα τα βιβλία ακόμα και στα πιο σκονισμένα, μέσα σε φαινομενικά σκυθρωπές βιβλιοθήκες που όμως για κείνον που ξέρει να τις χρησιμοποιήσει είναι το πιο μεγάλο θέατρο, όπου ο κάθε άνθρωπος ακόμα και ο πιο απόκληρος μπορεί να συναντήσει τον έρωτα, την ομορφιά, τη μουσική, καθετί που φτιάχνει τη μεγαλοσύνη των ονείρων και την ανθρωπιά των ανθρώπων.
Το στενάχωρο είναι ότι στον ανταγωνισμό τού ποιος θα κερδίσει τον ελεύθερο χρόνο μας, η εικόνα με τον ήχο σε σχέση με το βιβλίο, το βιβλίο έχασε την μάχη. Αυτή την στιγμή είναι δύσκολο να προτείνεις κάτι για να αναποδογυρίσουν τα πράγματα. Είδωμεν…
Υστερόγραφο: Ευχαριστώ εκείνον που με κάνει να χάνομαι. Φτάνει γι’ αυτό μια φράση από εκείνες που αναστατώνουν ή μια ιστορία που συναρπάζει. Κανένας κανόνας δεν διέπει αυτή την παραζάλη για την οποία θα έδινα όλο το χρυσάφι του κόσμου. «Δεμάτι από σκόρπιες κραυγές, κοπάδι ανθρώπων ονειρεμένων, που λιώνουν στη πράξη τη ζωή τη ξεχυμένη».
Σας χαιρετώ εις το επανιδείν















