Αλκοόλ και έφηβοι: Τι χρειάζεται να ξέρετε πριν πιουν το πρώτο τους ποτό
Ένα ποτό μετά τη δουλειά, κρασί στο τραπέζι, μπύρα με την παρέα. Τα παιδιά μάς βλέπουν να πίνουμε πολύ πριν δοκιμάσουν τα ίδια. Πώς θα καταλάβουν γιατί τους λέμε να μην πίνουν, όταν εμείς το κάνουμε καθημερινά;
Η Γιούλη Ψαρράκη είναι η συγγραφέας του βιβλίου «Αλκοόλ & Εφηβεία: Όλα όσα δεν μου είπαν πριν πιω το πρώτο μου ποτό», εκδόσεις Αρμός. Στη συνέντευξή της στο ΕΡΤnews μιλάει για την πίεση της παρέας, την αναζήτηση έντονων εμπειριών και τη γνώση που συχνά λείπει από τους εφήβους. Εξηγεί γιατί η συζήτηση χρειάζεται να αρχίζει πολύ πριν από την πρώτη δοκιμή και γιατί, μαζί με τα όρια, χρειάζεται να χτίζουμε μια σχέση εμπιστοσύνης: ώστε, τη δύσκολη στιγμή, το παιδί να ζητήσει τη βοήθειά μας.

Συνέντευξη στην Έφη Ζέρβα
Το βιβλίο αρχίζει με ένα δεκατετράχρονο κορίτσι που έχει πιει τέσσερα μπουκαλάκια βότκα από το περίπτερο. Σε τέτοια περιστατικά, οι περισσότεροι ρωτάμε «πού ήταν οι γονείς;». Τι γνώμη έχετε;
Οι γονείς μπορεί να είναι εκεί και παρ’ όλα αυτά ένα παιδί να πιει τέσσερα μπουκαλάκια βότκα. Η εφηβεία είναι περίοδος πειραματισμού, αναζήτησης νέων εμπειριών και έντονης επιρροής από την παρέα. Ταυτόχρονα, ο εγκέφαλος αναπτύσσεται ακόμη και η ικανότητα αξιολόγησης των κινδύνων δεν έχει ωριμάσει πλήρως. Ένα παιδί μπορεί πραγματικά να μην αντιλαμβάνεται πόσο επικίνδυνο είναι αυτό που κάνει.
Παρομοιάζω τον εφηβικό εγκέφαλο με ένα γρήγορο αυτοκίνητο, του οποίου τα φρένα δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως. Εμείς οι ενήλικες χρειάζεται να προσφέρουμε όρια, καθοδήγηση και ασφάλεια.
Στο περιστατικό του βιβλίου, όταν τα κορίτσια κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μου χτύπησαν την πόρτα. Ζήτησαν βοήθεια. Αυτή είναι για μένα η μεγαλύτερη νίκη. Δεν μπορούμε πάντα να αποτρέψουμε μια επικίνδυνη απόφαση. Μπορούμε όμως να χτίσουμε μια σχέση εμπιστοσύνης, ώστε το παιδί να ξέρει ότι υπάρχει ένας ενήλικας που πρώτα θα φροντίσει την ασφάλειά του και μετά θα συζητήσει όσα συνέβησαν.

Εξηγείτε με απλό και κατανοητό τρόπο πώς το αλκοόλ επηρεάζει τον εγκέφαλο και πώς δημιουργείται η εξάρτηση. Πιστεύετε ότι αυτή η γνώση μπορεί να βοηθήσει έναν έφηβο να μην αρχίσει να πίνει ή έναν γονιό να ξανασκεφτεί τη δική του σχέση με το ποτό;
Πιστεύω στη δύναμη της γνώσης. Βοήθησε και εμένα να αλλάξω τη σχέση μου με το αλκοόλ. Η εξάρτηση δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Είναι μια διαδικασία στην οποία εμπλέκονται ο εγκέφαλος, το σύστημα ανταμοιβής, η επανάληψη και η σταδιακή δημιουργία αυτοματισμών. Μια συνειδητή επιλογή μπορεί, με τον καιρό, να γίνει σχεδόν αυτόματη.
Η γνώση δεν εξασφαλίζει τον έλεγχο ούτε αποτρέπει απαραίτητα έναν έφηβο από το να δοκιμάσει. Μπορεί όμως να τον βοηθήσει να καταλάβει τι συμβαίνει στο σώμα του, ποιους κινδύνους αναλαμβάνει και πώς μια περιστασιακή συμπεριφορά εξελίσσεται σε συνήθεια ή εξάρτηση.
Για τους γονείς, μπορεί να αποτελέσει αφορμή να επανεξετάσουν τη δική τους σχέση με το ποτό. Είναι δύσκολο να βοηθήσουμε τα παιδιά να αμφισβητήσουν κάτι που εμείς θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό.
Δίνετε ιδιαίτερη σημασία στη λέξη «βαριέμαι», που ακούμε τόσο συχνά από τους εφήβους. Γιατί;
Τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον αδιάκοπων ερεθισμάτων: μέσα κοινωνικής δικτύωσης, βιντεοπαιχνίδια, συνεχής εναλλαγή εικόνων και πληροφοριών. Πολλά ενεργοποιούν τους μηχανισμούς ανταμοιβής και ενισχύουν την αναζήτηση του καινούργιου.
Εδώ συμμετέχει η ντοπαμίνη. Δεν σχετίζεται μόνο με την ευχαρίστηση, αλλά και με την προσμονή και το κίνητρο να αναζητήσουμε την επόμενη ανταμοιβή. Όταν ένας έφηβος συνηθίζει στη συνεχή εναλλαγή ερεθισμάτων, μπορεί να δυσκολεύεται στις στιγμές ηρεμίας. Το αλκοόλ επιδρά επίσης στο σύστημα ανταμοιβής. Για κάποιον που αναζητά έντονες εμπειρίες, η προσωρινή ευφορία μπορεί να γίνει ιδιαίτερα ελκυστική.
Ωστόσο, η βαρεμάρα μπορεί να είναι αφετηρία δημιουργικότητας, φαντασίας και νέων ενδιαφερόντων. Το ζητούμενο δεν είναι να μη βαριούνται ποτέ τα παιδιά, αλλά να καταλάβουν ότι δεν χρειάζεται κάθε δυσάρεστο συναίσθημα να εξαφανίζεται αμέσως με κάποιο εξωτερικό ερέθισμα.
Τι θα λέγατε σε έναν έφηβο που πίνει επειδή φοβάται ότι, εάν πει «όχι», θα χάσει την παρέα του;
Πρώτα θα του έλεγα ότι καταλαβαίνω τον φόβο του. Στην εφηβεία, η ανάγκη να ανήκουμε και να μας αποδέχονται είναι πολύ ισχυρή. Θα του έλεγα όμως να μη φοβάται να είναι ο εαυτός του.
Εάν μάθει από μικρός να παραμερίζει όσα θέλει για την αποδοχή των άλλων, υπάρχει κίνδυνος να συνεχίσει και ως ενήλικος. Μας έχουν μάθει ότι όποιος δεν πίνει είναι ο «ξενέρωτος». Για μένα, θάρρος έχει εκείνος που κάνει αυτό που πραγματικά θέλει, ακόμη κι όταν οι υπόλοιποι επιλέγουν διαφορετικά. Μια φιλία που απαιτεί να προδώσεις τον εαυτό σου για να τη διατηρήσεις αξίζει να την ξανασκεφτείς.
Θεωρείτε ότι το αλκοόλ μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για να δοκιμάσει ένας έφηβος και άλλες ουσίες;
Το αλκοόλ είναι συχνά μία από τις πρώτες ψυχοδραστικές ουσίες που δοκιμάζει ένας έφηβος. Παρότι είναι νόμιμο για τους ενηλίκους, η πώληση και η διάθεσή του σε ανηλίκους απαγορεύονται. Η πρώιμη κατανάλωση συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα πειραματισμού με άλλες ουσίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έφηβος που πίνει θα προχωρήσει σε αυτές.
Το αλκοόλ επηρεάζει την κρίση, μειώνει τις αναστολές και δυσκολεύει την αξιολόγηση του κινδύνου. Έτσι, ένας έφηβος μπορεί να δοκιμάσει πράγματα που νηφάλιος θα απέρριπτε. Παράλληλα, η εξοικείωση με μια ψυχοδραστική ουσία μπορεί να μειώσει τον αρχικό δισταγμό απέναντι σε άλλες. Δεν υπάρχει αναπόφευκτη πορεία, αλλά μπορεί να αυξηθεί η ευαλωτότητα σε επικίνδυνες επιλογές.
Παρότι προτείνετε την αποχή, δίνετε πρακτικές συμβουλές και στον έφηβο που θέλει να πιει. Γιατί αποφασίσατε να συμπεριλάβετε αυτό το κεφάλαιο;
Επειδή γνωρίζουμε ότι κάποιοι έφηβοι θα πειραματιστούν. Δεν μπορούμε να τους αφήσουμε απροστάτευτους επειδή δεν ακολούθησαν τη συμβουλή μας.
Οι πρακτικές συμβουλές για τη μείωση των κινδύνων δεν ενθαρρύνουν την κατανάλωση. Αναγνωρίζουν την πραγματικότητα και αποσκοπούν στην προστασία των παιδιών, ακόμη κι όταν οι επιλογές τους δεν είναι αυτές που θα θέλαμε. Η πρόληψη περιλαμβάνει και τον περιορισμό των συνεπειών μιας επικίνδυνης συμπεριφοράς, όταν αυτή συμβεί.
Ένα παιδί τηλεφωνεί μέσα στη νύχτα και λέει «έχω πιει πολύ, έλα να με πάρεις». Πώς πρέπει να αντιδράσει ο γονιός εκείνη τη στιγμή και τι να του πει την επόμενη μέρα;
Ας σταθούμε πρώτα στο ότι το παιδί τηλεφώνησε. Ένιωσε αρκετή ασφάλεια ώστε να ζητήσει βοήθεια. Εκείνη τη στιγμή δεν είναι ώρα για κηρύγματα, απειλές ή τιμωρίες. Ο γονιός χρειάζεται να μάθει πού βρίσκεται το παιδί, εάν είναι μόνο του και σε τι κατάσταση βρίσκεται. Εάν κάνει συνεχώς εμετούς, δυσκολεύεται να αναπνεύσει ή δεν μπορεί να μείνει ξύπνιο, χρειάζεται αμέσως ιατρική βοήθεια.
Την επόμενη μέρα, όταν είναι καλά και νηφάλιο, θα ξεκινούσα λέγοντας: «Χαίρομαι που με πήρες τηλέφωνο. Έκανες πολύ καλά που ζήτησες βοήθεια». Αυτό δεν σημαίνει ότι προσπερνάμε το περιστατικό. Συζητάμε τι οδήγησε στην κατανάλωση, τους κινδύνους και πώς θα προστατευτεί στο μέλλον. Θέτουμε όρια χωρίς να καταστρέφουμε την εμπιστοσύνη. Θέλουμε, όταν δυσκολεύεται, να σκέφτεται «πρέπει να πάρω τους γονείς μου», όχι «εάν το μάθουν, χάθηκα».
Στις ευχαριστίες γράφετε ότι η κόρη σας και οι φίλοι της σάς βοήθησαν να δείτε το αλκοόλ μέσα από τα μάτια των εφήβων. Υπήρξε κάτι που σας ξάφνιασε ή σας έκανε να αλλάξετε όσα γράφατε;
Έδωσα την αρχική μορφή του βιβλίου σε φίλους της κόρης μου, για να δω εάν όσα έγραφα τους μιλούσαν πραγματικά. Με εξέπληξε ότι κανένα παιδί δεν γνώριζε ουσιαστικά όσα διάβαζε. Τα περισσότερα είχαν δοκιμάσει αλκοόλ, αλλά δεν ήξεραν τι συνέβαινε στον εγκέφαλο και στο σώμα τους. Κάποια αποφάσισαν να μην ξαναπιούν. Άλλα άρχισαν να αντιμετωπίζουν το αλκοόλ με μεγαλύτερη προσοχή. Δεν περιμένω ένα βιβλίο να αλλάξει τις επιλογές κάθε εφήβου. Ελπίζω όμως να αλλάξει τον τρόπο που το βλέπει, ώστε να πάψει να το θεωρεί αυτονόητο.
Πόσο εύκολο είναι να προστατεύσουμε τους εφήβους από το αλκοόλ, όταν εμείς οι ίδιοι, ως κοινωνία, το έχουμε συνδέσει με τη διασκέδαση, τη χαλάρωση και σχεδόν κάθε κοινωνική περίσταση;
Αυτή είναι η μεγαλύτερη αντίφαση. Λέμε στα παιδιά να μην πίνουν, ενώ μεγαλώνουν με το αλκοόλ παντού: στις γιορτές, στις εξόδους, στις χαρές και στις λύπες μας. Τους λέμε ότι είναι επικίνδυνο, αλλά τους δείχνουμε ότι είναι σχεδόν απαραίτητο για να διασκεδάσουμε ή να χαλαρώσουμε.
Τα παιδιά μαθαίνουν κυρίως από όσα βλέπουν. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιήσουμε τους γονείς ή όσους πίνουν. Χρειάζεται όμως να αμφισβητήσουμε τις πεποιθήσεις μας. Η πρόληψη αφορά και στους ενηλίκους, γιατί η δική μας σχέση με το αλκοόλ είναι από τα πρώτα μηνύματα που λαμβάνουν τα παιδιά γι’ αυτό.
Πότε πρέπει να ξεκινά η συζήτηση για το αλκοόλ με τα παιδιά και τι μπορούν να κάνουν οι γονείς ώστε να τα προετοιμάσουν πριν βρεθούν μπροστά στο πρώτο τους ποτό;
Πολύ νωρίτερα από το πρώτο ποτό. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε τα δεκαπέντε ή δεκαέξι ή ένα δυσάρεστο περιστατικό. Μπορούμε να εξηγούμε με λόγια κατάλληλα για την ηλικία τους τι είναι το αλκοόλ, πώς επιδρά και γιατί είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο στην εφηβεία.
Ένα σκέτο «μην πιεις» δεν αρκεί. Χρειάζονται γνώση, επιχειρήματα και τη δυνατότητα να ρωτούν χωρίς να φοβούνται την αντίδρασή μας. Χρειάζονται επίσης προετοιμασία: πώς θα αρνηθούν ένα ποτό, τι θα κάνουν εάν ένας φίλος πιει υπερβολικά και ποιον θα καλέσουν για βοήθεια. Στόχος είναι να κατανοούν τους κινδύνους, να σκέφτονται κριτικά και να αισθάνονται ασφαλή να μας μιλήσουν.

Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τα εφηβάκια σας και πώς μπορείτε να τα προετοιμάσετε πριν από το πρώτο τους ποτό, οι εκδόσεις Αρμός διοργανώνουν μια συνάντηση ενημέρωσης και συζήτησης με αφορμή το βιβλίο της Γιούλης Ψαρράκη «Αλκοόλ & Εφηβεία: Όλα όσα δεν μου είπαν πριν πιω το πρώτο μου ποτό».
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 4 Νοεμβρίου, στις 19.00, στον χώρο των εκδόσεων, Μαυροκορδάτου 11, στην Αθήνα. Η Άντζελα Τερζή, η Βάλια Βόλκα, η Κλειώ Καραγιαννοπούλου και η Γιούλη Ψαρράκη θα προσεγγίσουν το θέμα από την πλευρά της οικογένειας, του εφήβου και του σχολείου με κεντρικό ερώτημα: «Πριν πιει το παιδί μας το πρώτο του ποτό, τι μπορούμε να έχουμε κάνει εμείς;». Η είσοδος είναι ελεύθερη.





