ΠΟΥ: Δύο στους τρεις νέους στην Ευρώπη έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία
Πάνω από τα δύο τρίτα των νέων στην Ευρώπη έχουν βιώσει κάποιο τραύμα κατά την παιδική τους ηλικία, από την ενδοοικογενειακή βία έως τον θάνατο ενός γονέα. Οι εμπειρίες αυτές αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων ψυχικής υγείας και υποβάθμισης της ποιότητας ζωής αρκετά χρόνια αργότερα, σύμφωνα με νέα έκθεση του Περιφερειακού Γραφείου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Ευρώπη.
Περισσότεροι από ένας στους πέντε νεαρούς ενήλικες δήλωσαν ότι είχαν βιώσει τέσσερις ή περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες κατά την παιδική τους ηλικία.
«Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον βίας ή σε μια οικογένεια που βιώνει κρίση, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι συνέπειες το ακολουθούν χρόνια αργότερα, στο σχολείο, στην αγορά εργασίας και στις διαπροσωπικές του σχέσεις», δήλωσε η Νατάσα Ατζοπάντι-Μασκάτ, διευθύντρια Συστημάτων Υγείας του ΠΟΥ/Ευρώπης.
Όπως πρόσθεσε, η έκταση του προβλήματος συχνά υποτιμάται, ενώ οι συνέπειές του επηρεάζουν πολλαπλές πτυχές της ζωής των ανθρώπων.
«Δεν πρόκειται αποκλειστικά για ένα ζήτημα ψυχικής υγείας. Είναι και κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, το οποίο απαιτεί τη συμμετοχή όλων των τομέων και όχι μόνο των υπηρεσιών υγείας», υπογράμμισε η Ατζοπάντι-Μασκάτ.
Τι έδειξε η έρευνα
Η έκθεση βασίστηκε σε έρευνα στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 26.000 νεαροί ενήλικες ηλικίας 18 έως 30 ετών από όλη την Ευρώπη, η οποία διεξήχθη από τον Νοέμβριο του 2025 έως τον Ιανουάριο του 2026. Οι ερευνητές εξέτασαν την έκθεση σε εννέα μορφές δυσμενών εμπειριών κατά την παιδική ηλικία, όπως η σωματική, συναισθηματική ή σεξουαλική κακοποίηση, η σωματική παραμέληση, η χρήση ουσιών στο οικογενειακό περιβάλλον, η ψυχική ασθένεια ενός μέλους της οικογένειας, ο χωρισμός ή ο θάνατος ενός γονέα, καθώς και η έκθεση σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας.
«Τα ευρήματα παρουσιάζουν αξιοσημείωτη συνέπεια. Οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας βρίσκονται στη ρίζα των χειρότερων αποτελεσμάτων στον τομέα της υγείας, καθώς και στην κοινωνική και οικονομική ζωή των νέων ενηλίκων σε ολόκληρη την Ευρώπη», δήλωσε ο Μαρκ Μπέλις από το Πανεπιστήμιο John Moores του Λίβερπουλ, ο οποίος είχε την επιστημονική ευθύνη της μελέτης.
Οι συχνότερες εμπειρίες που καταγράφηκαν ήταν ο χωρισμός ή ο θάνατος ενός γονέα, η ενδοοικογενειακή βία και η συναισθηματική κακοποίηση. Σύμφωνα με την έκθεση, η έκθεση σε χρόνιο στρες κατά την πρώιμη παιδική ηλικία, το οποίο μπορεί να προκαλείται από τέτοιες δυσμενείς εμπειρίες, διαταράσσει την ανάπτυξη του εγκεφάλου, δυσχεραίνει τη ρύθμιση των συναισθημάτων και μεταβάλλει τους φυσιολογικούς μηχανισμούς αντίδρασης του οργανισμού στο άγχος.
Οι νεαροί ενήλικες που ανέφεραν τέσσερις ή περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες παρουσίαζαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σωματικού πόνου ή δυσφορίας, δυσκολιών στην εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων, όπως η εργασία ή οι σπουδές, περιορισμένη κινητικότητα και δυσκολίες στην αυτοεξυπηρέτηση.
Μεταξύ όσων είχαν βιώσει τέσσερις ή περισσότερες δυσμενείς εμπειρίες, το 76,3% δήλωσε ότι κατά το προηγούμενο έτος είχε αισθανθεί την ανάγκη να συμβουλευθεί ψυχολόγο. Το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ όσων δεν είχαν βιώσει καμία τέτοια εμπειρία ήταν 36,7%. Ωστόσο, η έκθεση προειδοποιεί ότι οι νέοι που είχαν βιώσει πολλές επιβλαβείς εμπειρίες ήταν επίσης πιθανότερο να δηλώσουν ότι δεν έλαβαν την υποστήριξη ψυχικής υγείας που θεωρούσαν ότι χρειάζονταν.
Σπάζοντας τον φαύλο κύκλο
Χωρίς αποτελεσματική πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση, οι επιβλαβείς εμπειρίες τείνουν να επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά, προειδοποίησαν οι συγγραφείς της έκθεσης. Οι ενήλικες που έχουν βιώσει δυσμενείς εμπειρίες στην παιδική τους ηλικία είναι πιθανότερο να μεγαλώσουν τα δικά τους παιδιά σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από οικονομικές δυσκολίες, ενδοοικογενειακή βία και προβλήματα ψυχικής υγείας των γονέων.
Παρά τη δυσμενή αυτή εικόνα, η έκθεση επισημαίνει ότι ακόμη και όσοι έχουν βιώσει περισσότερες αρνητικές εμπειρίες μπορούν να έχουν θετική πορεία στη ζωή τους. Το ενθαρρυντικό στοιχείο, σύμφωνα με τον Μπέλις, είναι ότι οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας μπορούν να προληφθούν και οι επιπτώσεις τους να περιοριστούν.
«Με τη στήριξη των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, οι επενδύσεις σε πιο ασφαλή και υποστηρικτικά παιδικά χρόνια θα συμβάλουν σε πιο υγιείς πληθυσμούς, ισχυρότερες κοινότητες και ένα πιο ευημερούν μέλλον για την Ευρώπη», πρόσθεσε.
Πηγή: Euronews





