SOS για την παιδική προστασία: «Δεν υπάρχουν δομές, όλα καταλήγουν στην Αστυνομία» λέει εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ στο ΕΡΤnews
Την ανάγκη να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και κακοποίησης παιδιών, με ενίσχυση των δομών πρόνοιας και εξειδικευμένο προσωπικό, ανέδειξε ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης, Θοδωρής Τσαιρίδης, μιλώντας στο ΕΡΤnews και τους Δημήτρη Κοτταρίδη και Νίνα Κασσιμάτη.
Μιλώντας για τον ρόλο της Αστυνομίας σε περιστατικά όπου παιδιά απομακρύνονται από ένα κακοποιητικό ή επικίνδυνο οικογενειακό περιβάλλον, ο κ. Τσαιρίδης υπογράμμισε ότι οι αστυνομικοί καλούνται συχνά να αναλάβουν καθήκοντα που δεν τους αναλογούν.
«Δεν είναι ο ρόλος της Αστυνομίας για τέτοια ζητήματα», ανέφερε, περιγράφοντας χαρακτηριστικά την κατάσταση στη Θεσσαλονίκη, όπου, όπως είπε, αστυνομικοί καλούνται να φυλάσσουν παιδιά που παραμένουν για μήνες σε νοσοκομεία, επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμο προστατευτικό περιβάλλον με εξειδικευμένο προσωπικό.
«Έχουμε κακοποιημένα παιδιά, τα οποία αντί να πάνε σε ένα προστατευτικό περιβάλλον με εξειδικευμένο προσωπικό, να τα αγκαλιάσει, τα βάζουν στο νοσοκομείο, τα αφήνουν δύο, τρεις, τέσσερις μήνες και απ’ έξω βάζουν δύο αστυνομικούς», είπε.
Όπως τόνισε, η Αστυνομία μπορεί να διαπιστώσει ένα περιστατικό, να διερευνήσει τις καταγγελίες και, όταν υπάρχει σχετική εισαγγελική εντολή, να προχωρήσει στην έρευνα και στην απόδοση ευθυνών. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει τις υπηρεσίες παιδικής προστασίας.
«Ο ρόλος [της Αστυνομίας] είναι όταν δέχεται την καταγγελία, με τις εξειδικευμένες υπηρεσίες, με το εξειδικευμένο προσωπικό, να επιλαμβάνεται και να δει τι πραγματικά συνέβη», ανέφερε.
«Μόνο η Αστυνομία αναλαμβάνει την ευθύνη λόγω έλλειψης δομών»
Ο κ. Τσαιρίδης στάθηκε ιδιαίτερα στην απουσία επαρκών δομών πρόνοιας, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη αυτή οδηγεί στην πράξη στην επιβάρυνση της Αστυνομίας με καθήκοντα που δεν αποτελούν τον πυρήνα της αποστολής της.
Όπως είπε, όταν υπάρχει καταγγελία, η Αστυνομία μπορεί να διαπιστώσει εάν όσα καταγγέλλονται ισχύουν και, εφόσον προκύπτουν ζητήματα αρμοδιότητάς της, να διενεργήσει την απαιτούμενη έρευνα.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, αρχίζει από εκεί και πέρα, καθώς δεν υπάρχει επαρκής μηχανισμός ώστε τα παιδιά να μεταφερθούν και να παραμείνουν σε ένα κατάλληλο περιβάλλον προστασίας.
«Δεν υπάρχει η πρόνοια, όπως λέμε, αυτά τα παιδιά να αγκαλιαστούν από τις άλλες δομές», σημείωσε.
Παράλληλα, περιέγραψε την επιβάρυνση των αστυνομικών υπηρεσιών, αναφέροντας ότι αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης, οι οποίοι θα έπρεπε να βρίσκονται στον δρόμο και να αντιμετωπίζουν το έγκλημα, καταλήγουν να φυλάσσουν παιδιά μέσα σε νοσοκομεία.
«Υπάρχουν περιπτώσεις όπου αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης καλούνται να εκτελέσουν υπηρεσία, νυχτερινή βάρδια και να είναι έξω, δίπλα στους πολίτες, να καταπολεμήσουν το έγκλημα και αντ’ αυτού, επειδή δεν υπάρχουν αστυνομικοί, καταλήγουν να είναι στο νοσοκομείο έξω από τον θάλαμο που φυλάσσεται ένα τέτοιο παιδί», ανέφερε.
Η εξειδίκευση της Αστυνομίας στην ενδοοικογενειακή βία
Ο πρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης υπογράμμισε πάντως ότι η κατάσταση αλλάζει όταν υπάρχει εξειδικευμένη αστυνομική υπηρεσία.
Όπως είπε, τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας αντιμετωπίζονται διαφορετικά όταν υπάρχει εξειδικευμένο τμήμα και προσωπικό που γνωρίζει πώς να διαχειριστεί τα περιστατικά και να ενεργοποιήσει τους κατάλληλους μηχανισμούς υποστήριξης.
«Επειδή έγινε εξειδικευμένο τμήμα, αντιμετωπίζεται διαφορετικά», σημείωσε, αναφερόμενος στη δυνατότητα των αστυνομικών να αναζητήσουν βοήθεια και να ενεργοποιήσουν διαδικασίες φιλοξενίας για μητέρες και παιδιά.
Την ίδια ώρα, υπογράμμισε ότι η αυξημένη παρουσία της Αστυνομίας στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να σημαίνει ότι η ΕΛ.ΑΣ. αναλαμβάνει συνολικά την κοινωνική διαχείριση των υποθέσεων.
«Όταν καλείς την Αστυνομία να παίξει τον ρόλο όλων, να λύσει όλα τα προβλήματα, δεν μπορούν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιωάννα Κωνσταντινίδου: «Φρίττω στην πραγματικότητα»
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η τοποθέτηση της ψυχολόγου Ιωάννας Κωνσταντινίδου, η οποία στάθηκε κυρίως στις συνέπειες που έχει η παρατεταμένη έκθεση ενός παιδιού στη βία και σε ένα αποδιοργανωμένο οικογενειακό περιβάλλον. «Φρίττω στην πραγματικότητα», είπε, σχολιάζοντας την εικόνα που περιγράφηκε.
Η ψυχολόγος υποστήριξε ότι απαιτούνται περισσότερες δομές προστασίας, εκφράζοντας την απορία της για το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, δεν διατίθενται επαρκείς πόροι για τη δημιουργία τους.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις ψυχολογικές επιπτώσεις της κακοποίησης, σημειώνοντας ότι τα παιδιά έχουν έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο ψυχισμό και ότι όσα βιώνουν από τη γέννησή τους αποτυπώνονται στην ψυχική τους ανάπτυξη.
Αναφερόμενη στα παιδιά της συγκεκριμένης υπόθεσης, μίλησε για «προγεννητικό τραύμα» και για παιδιά που καλούνται ουσιαστικά να επιβιώσουν μέσα σε ένα κακοποιητικό και αποδιοργανωμένο περιβάλλον.
«Μιλάμε τώρα για επιβίωση», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι σε τέτοιες συνθήκες δεν τίθεται μόνο ζήτημα μόρφωσης ή κοινωνικής ένταξης, αλλά και βασικής ψυχικής και σωματικής ασφάλειας.
Η κ. Κωνσταντινίδου τόνισε ακόμη ότι η κοινωνία δεν μπορεί να θεωρεί φυσιολογικό το γεγονός ότι κάποια παιδιά δεν πηγαίνουν καν στο σχολείο, ενώ υπογράμμισε ότι η αντιμετώπιση της βίας πρέπει να ξεκινά πολύ νωρίτερα.







