Μετάβαση στο περιεχόμενο
Το site της Λακωνίας
Αγγελίες Εργασίας Καιρός Λακωνίας

«Coyote vs. Acme»: Όταν το δίκιο του καταφρονεμένου αφορά περισσότερο από την ίδια τη διαμάχη

29/10/2026 14:01
eikona-129

Από μικρό παιδί -αλλά και σε ηλικίες που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν δικαιολογούσαν πλέον τέτοιου είδους συλλεκτικές αδυναμίες- είχα μια ιδιαίτερη αγάπη στα λούτρινα παιχνίδια που αναπαριστούσαν ήρωες κινουμένων σχεδίων, με μια αξιοσημείωτη προτίμηση σε όσους δεν θα μπορούσαν ποτέ να κερδίσουν έναν διαγωνισμό καλής συμπεριφοράς.

Απέναντι από το γραφείο μου είχα ένα τεράστιο Κογιότ, τον Γκάρφιλντ και τον Όντι, αυτό το αταίριαστο δίδυμο που είχε μετατρέψει την καθημερινή καταστροφή σε τρόπο ζωής, τον Ταζ, τον Σιλβέστερ τον γάτο (μάλλον είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία στους χαρακτήρες της Warner, αν και ο Γκάρφιλντ δεν ανήκε ποτέ σε αυτή την οικογένεια), ενώ αργότερα στη συλλογή προστέθηκαν τα Minions και φυσικά ο Stitch, πλάσματα που θα δυσκολεύονταν να περάσουν ακόμη και την πιο επιεική αξιολόγηση κοινωνικής προσαρμογής.

Τι κοινό μπορεί να έχουν μεταξύ τους ένας τεμπέλης γάτος, ένας εξωγήινος με τάσεις καταστροφής, μερικοί κίτρινοι μικροσκοπικοί υπηρέτες του χάους και ένα σαρκοφάγο τετράποδο που καταναλώνει περισσότερα εκρηκτικά από όσα γεύματα έχει καταφέρει να εξασφαλίσει; Κανένας τους δεν αποτελεί πρότυπο αρετής, κανένας δεν διαθέτει την ατσαλάκωτη προσωπικότητα ενός παραδοσιακού ήρωα και σχεδόν όλοι έχουν μια αξιοζήλευτη συλλογή από λάθη, ταπεινώσεις, κακές αποφάσεις και αποτυχίες. (Ίσως τελικά να αγαπούσα από τότε περισσότερο τους χαρακτήρες που δεν προσπαθούσαν να με πείσουν ότι είναι καλύτεροι από εμένα). Ο Wile E. Coyote, άλλωστε, δεν είναι καν ένας παρεξηγημένος άγιος χαρακτήρας· επί δεκαετίες επιδιώκει να πιάσει και να καταβροχθίσει ένα πτηνό που, τουλάχιστον σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, δεν του έχει κάνει απολύτως τίποτα. Αν τον αντιμετωπίζαμε με τα κριτήρια της ανθρώπινης ηθικής, θα είχαμε σοβαρούς λόγους να ανησυχούμε για τις προθέσεις του, όμως στον κόσμο της φύσης η πείνα δεν αποτελεί ποινικό αδίκημα και στον κόσμο των Looney Tunes η αποτυχία του κυνηγού είναι η βασική προϋπόθεση της κωμωδίας. Ίσως αυτή να είναι η μεγάλη παραδοξότητα αυτού του ήρωα: Όσο περισσότερο αποτυγχάνει, τόσο περισσότερο τον αγαπάμε.

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος χαρακτήρας κινουμένων σχεδίων που να μου θυμίζει τόσο έντονα τον Θανάση Βέγγο, όχι φυσικά ως προς τις προθέσεις του, αφού ο ελληνικός κινηματογραφικός ήρωας αγωνιζόταν συνήθως για να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη, αλλά ως προς αυτή την αδιάκοπη σύγκρουση με έναν κόσμο που μοιάζει να έχει αποφασίσει εκ των προτέρων την ήττα του. Ο Βέγγος έτρεχε για να προλάβει τη ζωή και ο Κογιότ τρέχει για να προλάβει το Road Runner, με τη διαφορά ότι ο πρώτος καταδιωκόταν από τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και τις υποχρεώσεις του, ενώ ο δεύτερος από τη δική του εμμονή… και πείνα. Ωστόσο, και στους δύο αναγνωρίζουμε κάτι βαθύτερο από το γέλιο που προκαλούν οι αλλεπάλληλες κακοτυχίες τους: την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν λειτουργεί πάντοτε σύμφωνα με τις προσπάθειες που καταβάλλουμε και ότι το δίκιο δεν είναι ένας μοναδικός, αδιαμφισβήτητος κανόνας που εξασφαλίζει πως όποιος επιμένει περισσότερο θα ανταμειφθεί στο τέλος (σε εμένα το λες;).

Το Κογιότ είναι ένας μικρός Σίσυφος της αμερικανικής ποπ κουλτούρας, με τη διαφορά ότι αντί να σπρώχνει αιωνίως έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού, παραγγέλνει από την Acme εξαρτήματα νέας τεχνολογίας -που κανονικά δεν θα επέτρεπε καμία νομοθεσία να διανεμηθούν για όλους ασφάλειας- για να τον εκτοξεύσει εκεί. Και όταν ο βράχος επιστρέφει πάνω στο κεφάλι του, εκείνο που μας συγκινεί δεν είναι ότι υποφέρει, αλλά ότι εξακολουθεί να πιστεύει πως υπάρχει μια διαφορετική λύση που δεν έχει ακόμη δοκιμάσει.

Ακόμη και η εξωτερική του εμφάνιση συμμετέχει σε αυτή τη συγκινητική αντίφαση. Ένα πραγματικό κογιότ δεν διαθέτει την προσεκτικά σχεδιασμένη γοητεία ενός κινηματογραφικού κατοικιδίου, ενώ το καρτουνίστικο συγγενικό του πρόσωπο, με το εξαντλημένο βλέμμα, τα δυσανάλογα άκρα και την αιώνια έκφραση απορίας απέναντι στους νόμους της φυσικής, αποκτά μια σχεδόν τρυφερή ασχήμια, επειδή γνωρίζουμε ότι σε λίγα δευτερόλεπτα θα βρεθεί ξανά στον πάτο κάποιου γκρεμού.

Υπάρχει, μάλιστα, κάτι εξαιρετικά ανθρώπινο στη συμπεριφορά του λίγο πριν από την καταστροφή. Μπορεί να έχει υπολογίσει με μαθηματική ακρίβεια την τροχιά ενός πυραύλου, την ταχύτητα μιας παγίδας ή τη δύναμη ενός μαγνήτη, αλλά την κρίσιμη στιγμή θα εμπιστευτεί μια λιλιπούτεια ομπρέλα για να σωθεί από ένα αμόνι ή θα χρησιμοποιήσει κάποιο άλλο εντελώς ανεπαρκές μέσο προστασίας, σαν να πιστεύει ότι μια τελευταία χειρονομία αισιοδοξίας μπορεί να ακυρώσει… τη βαρύτητα. Το αστείο δεν βρίσκεται μόνο στη συντριβή που ακολουθεί, αλλά και στην απόσταση ανάμεσα στην ευφυΐα της επινόησης και στην απίστευτη αφέλεια της εφαρμογής της.

Μου θυμίζει λίγο τον Ντούμπλεξ-Τρίπλεξ από τα Κόμικς του Λεονάρντο: Είναι ένας ιδιοφυής εφευρέτης που δεν διαθέτει τη στοιχειώδη σοφία να βάζει φρένο στην καταστροφή, ένας χαρακτήρας που δικαιώνει τον αυτοχαρακτηρισμό του ως «Genius» κάθε φορά που σχεδιάζει κάτι και τον διαψεύδει παταγωδώς όταν το θέτει σε λειτουργία.

Αυτή η συνύπαρξη ευφυΐας και ανοησίας είναι ίσως ένας από τους λόγους που μας λείπει τόσο το χιούμορ της σιωπής (διότι, να σας θυμίσω, μιλάει αποκλειστικά με πινακίδες, που περιέργως, πάντα προβλέπουν τη σωστή ατάκα, πριν από τον κατασκευαστή τους). 

Πριν μάθουμε να αναζητούμε την επόμενη ατάκα που θα γίνει viral, υπήρχαν κινηματογραφικοί ήρωες που μπορούσαν να μας κάνουν να γελάσουμε με ένα βλέμμα, με την καθυστέρηση μιας αντίδρασης ή με την απλή συνειδητοποίηση ότι το έδαφος έχει εξαφανιστεί κάτω από τα πόδια τους: Από τον Μπάστερ Κίτον και τον Τσάρλι Τσάπλιν μέχρι τις πιο παρανοϊκές κατασκευές του Τσακ Τζόουνς, η σιωπή δεν ήταν ποτέ ένδεια εκφραστικών μέσων, αλλά μια απαιτητική μορφή κωμικής διανόησης, όπου ο δημιουργός έπρεπε να οργανώσει ολόκληρη την αφήγηση μέσα από την κίνηση, τον χρόνο και τη σχέση του σώματος με τον χώρο. Ο Κογιότ (ή “το” κογιότ, αν προτιμάτε την gender fluid έκδοση), με την επιμονή του να εξηγεί τα σχέδιά του μέσα από διαγράμματα και κατασκευές, χωρίς να εκφωνεί σχεδόν ποτέ τις σκέψεις του, ανήκει σε αυτή τη σπουδαία παράδοση. Μάλιστα, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την αποτυχία του καλύτερα από ό,τι θα το κατάφερνε ένας πολυλογάς πρωταγωνιστής που θα αφιέρωνε δέκα λεπτά εξηγώντας τα παιδικά του τραύματα.

Η ταινία Coyote vs. Acme του Ντέιβ Γκριν, σε σενάριο της Σάμι Μπερτς, παίρνει αυτό το γνώριμο σύμπαν και του προσφέρει κάτι που δεν γνωρίζαμε ότι χρειαζόταν: νομική εκπροσώπηση. Έπειτα από αμέτρητα ατυχήματα με ελαττωματικούς πυραύλους, αναξιόπιστα εκρηκτικά και μηχανισμούς που λειτουργούν υπέροχα μόνο όταν πρόκειται να καταστρέψουν τον αγοραστή τους, ο Κογιότ αποφασίζει να διεκδικήσει το δίκιο του εναντίον της Acme, της εταιρείας που επί δεκαετίες του προμήθευε όλα τα απαραίτητα εργαλεία της προσωπικής του δυστυχίας… και εκ παραδρομής, να αναγκάσει τον Road Runner να έρθει στη δικαστική αίθουσα.

Στο πλευρό του βρίσκεται ο Κέβιν Έιβερι, ένας δικηγόρος τον οποίο υποδύεται ο Γουίλ Φόρτε και ο οποίος δεν διαφέρει τελικά τόσο πολύ από τον πελάτη του, αφού και ο ίδιος έχει αναγκαστεί να συμβιβαστεί με μια επαγγελματική πραγματικότητα αρκετά μικρότερη από εκείνη που ονειρευόταν. Απέναντί τους βρίσκεται ένας πανίσχυρος εταιρικός μηχανισμός, με εκπρόσωπο τον απολαυστικά αυτάρεσκο χαρακτήρα του Τζον Σίνα, ο οποίος εκμεταλλεύεται με ιδιαίτερη κωμική άνεση τη φυσική του παρουσία, λες και η εταιρική εξουσία απέκτησε επιτέλους το σώμα ενός παλαιστή και την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που δεν έχει χρειαστεί ποτέ να διαβάσει τα ψιλά γράμματα ενός συμβολαίου.

Η βασική ιδέα προέρχεται από ένα σατιρικό κείμενο του Ίαν Φρέιζερ, δημοσιευμένο στο The New Yorker το 1990, αλλά η κινηματογραφική της ανάπτυξη επιτρέπει μια πολύ ενδιαφέρουσα μετατόπιση: εκείνος που συνήθως λειτουργούσε ως θύτης γίνεται τώρα ο ενάγων, απαιτώντας από ένα σύστημα ισχυρότερο από τον ίδιο να αναγνωρίσει την ευθύνη του.

Εδώ βρίσκεται και η πιο εύστοχη ανατροπή της ταινίας: Μέχρι σήμερα θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι ο Κογιότ αποτυγχάνει επειδή δεν είναι αρκετά ικανός ή επειδή το σύμπαν των Looney Tunes έχει αποφασίσει ότι το Road Runner πρέπει πάντοτε να ξεφεύγει. Τι συμβαίνει όμως όταν αρχίζουμε να εξετάζουμε την αξιοπιστία των προϊόντων που χρησιμοποιεί; Και τι γίνεται όταν αντιλαμβανόμαστε ότι ένας ολόκληρος επιχειρηματικός μηχανισμός μπορεί να έχει οργανώσει την κερδοφορία του πάνω στην επαναλαμβανόμενη ανάγκη ενός καταναλωτή, ο οποίος αγοράζει ξανά και ξανά την υπόσχεση ότι αυτή τη φορά θα πετύχει;

Είναι μια παρατήρηση που μετατρέπει μια παιδική εμμονή σε πολιτικό σχόλιο, χωρίς να στερεί από τον πρωταγωνιστή τις αντιφάσεις του. Το γεγονός ότι ο Κογιότ θέλει να φάει το Road Runner δεν σημαίνει ότι μια πολυεθνική εταιρεία δικαιούται να του πουλά επικίνδυνα και αναξιόπιστα προϊόντα, όπως ακριβώς στην πραγματική ζωή η δικαιοσύνη δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από το πόσο συμπαθής, αθώος ή κοινωνικά αποδεκτός είναι εκείνος που ζητά την προστασία της.

Από τον Σιλβέστερ που κυνηγά το Τουίτι μέχρι το Κογιότ που καταδιώκει το Road Runner, έχουμε συνηθίσει να υποστηρίζουμε το υποψήφιο θύμα και ταυτόχρονα να λυπόμαστε τον αποτυχημένο θύτη, γιατί καταλαβαίνουμε ότι ακόμη και μέσα στο πιο απλοϊκό κωμικό σχήμα υπάρχουν περισσότερες από μία εκδοχές του δικαίου.

Η κινηματογραφική αναφορά στην Erin Brockovich είναι σχεδόν αναπόφευκτη, αφού η αναμέτρηση του μικρού με τη μεγάλη εταιρεία διαθέτει όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά μιας δικαστικής ιστορίας, με τη σημαντική διαφορά ότι εδώ οι αποδείξεις μπορούν να ανατιναχθούν, οι μάρτυρες να ισοπεδωθούν και η αίθουσα του δικαστηρίου να υποταχθεί στους ίδιους παρανοϊκούς φυσικούς νόμους που κυβερνούν τις ερήμους της αμερικανικής animation μυθολογίας.

Ο Γκριν, αναμειγνύοντας πραγματικούς ηθοποιούς με κινούμενα σχέδια, ανακαλεί αναπόφευκτα το “Ποιός Παγίδεψε τον Ρότζερ Ράμπιτ;” (Who Framed Roger Rabbit?), χωρίς ωστόσο να διαθέτει πάντοτε την ίδια ανεξέλεγκτη δημιουργική ενέργεια. Το «Coyote vs. Acme» είναι πιο συγκρατημένο απ’ όσο θα περιμέναμε από ένα σύμπαν όπου ένα πιάνο μπορεί να πέσει από τον ουρανό χωρίς να διαταράξει την καθημερινότητα των κατοίκων του, ενώ ορισμένες αφηγηματικές διαδρομές επαναλαμβάνονται και η δικαστική ίντριγκα επιβραδύνει κάποιες φορές τον ξέφρενο ρυθμό που έχουν χαράξει στη μνήμη μας οι κλασικές μικρού μήκους ταινίες. Αυτή είναι όμως και η βασική του αδυναμία: όταν επιχειρεί να οργανώσει το χάος σε μια συμβατική ιστορία μεγάλου μήκους, υποχρεώνεται να εξηγήσει πράγματα που άλλοτε λειτουργούσαν καλύτερα χωρίς καμία εξήγηση. Η αναρχία του κινουμένου σχεδίου δεν χωρά πάντοτε άνετα στη δομή μιας χολιγουντιανής περιπέτειας, ακόμη κι αν οι δημιουργοί προσπαθούν να εξασφαλίσουν αρκετές ευκαιρίες για να αποκαταστήσουν τη γνώριμη παράδοση της καταστροφής.

Ωστόσο, η ταινία δεν περιορίζεται στην ανακύκλωση ενός αγαπημένου υλικού, ούτε βασίζει αποκλειστικά τη γοητεία της στις αναγνωρίσιμες φιγούρες που περνούν από την οθόνη. Έχει την ευφυΐα να αντιμετωπίσει τις παλαιότερες ιστορίες του Κογιότ σαν ένα τεράστιο αρχείο πραγματικών περιστατικών, σαν να παρακολουθούμε ένα ντοκιμαντέρ που συγκεντρώνει τα αποδεικτικά στοιχεία δεκαετιών και επιχειρεί να ανασυνθέσει όσα συνέβησαν πίσω από τα σύντομα καρτουνίστικα επεισόδια που γνωρίζαμε. Εκείνο που κάποτε ήταν απλώς μια ξεκαρδιστική έκρηξη γίνεται τώρα τεκμήριο, η άτυχη χρήση ενός προϊόντος αποκτά νομική σημασία και η μακρά ιστορία ενός χαρακτήρα μετατρέπεται σε αυτόπτη μάρτυρα. Η ίδια η μνήμη του θεατή λειτουργεί ως ένας πρόσθετος μάρτυρας, αφού δεν χρειάζεται να μας πείσουν ότι τα προϊόντα της Acme είναι προβληματικά (τα έχουμε δει να αποτυγχάνουν εκατοντάδες φορές). Ίσως για αυτό η ταινία αποκτά μια απροσδόκητη μελαγχολία. Πίσω από το άφθονο χιούμορ, τις χαριτωμένες αναφορές και τα κωμικά ατυχήματα, κρύβεται ένας ήρωας που ζητά κάτι περισσότερο από την ευκαιρία να συλλάβει το πτηνό που κυνηγά. Ζητά να αναγνωριστεί ότι η διαρκής του αποτυχία δεν οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο.

Δεν είναι μικρή υπόθεση να μπορείς να το παραδεχτείς αυτό, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου έχουμε αναγάγει την επιτυχία σε ηθικό προνόμιο και την αποτυχία σε προσωπική ευθύνη. Το Κογιότ μάς θυμίζει ότι η προσπάθεια δεν ανταμείβεται πάντοτε και ότι πολλές φορές εκείνος που πέφτει δεν είναι λιγότερο άξιος από εκείνον που παραμένει όρθιος, αντιθέτως, μπορεί να χρειάζεται πολύ μεγαλύτερο θάρρος για να σηκωθεί κάποιος γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες εξακολουθούν να μην είναι με το μέρος του και ίσως αυτό να αποτελεί και την πιο ουσιαστική μορφή ηρωισμού που μπορεί να μας προσφέρει ένα καρτούν: όχι την κατάκτηση ενός στόχου, αλλά την άρνηση της παραίτησης, ακόμη κι όταν όλοι γύρω σου έχουν συνηθίσει να γελούν με τη βεβαιότητα της επόμενης πτώσης σου (και εκ του ασφαλούς, καθώς ακόμα και όταν πεθάνουν, στο επόμενο επεισόδιο είναι πάλι ζωντανά).

Υπάρχει όμως ένας ακόμη λόγος, ίσως ο σημαντικότερος, που με κάνει να αγαπώ το «Coyote vs. Acme», και αυτός δεν βρίσκεται ακριβώς στα υλικά της ταινίας αλλά στις δυσκολίες της να συναντήσει το κοινό για… φορολογικούς λόγους/απαλαγές.

Το 2023, η Warner Bros. Discovery αποφάσισε να μη διανείμει την ολοκληρωμένη, γυρισμένη, μονταρισμένη παραγωγή, παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη δαπανηθεί δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για τη δημιουργία της, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής οικονομικών περικοπών και πιθανής φορολογικής διαγραφής. Για ένα διάστημα, η ταινία αντιμετωπίστηκε σαν να ήταν προτιμότερο να εξαφανιστεί από την πολιτιστική ζωή παρά να αναλάβει η εταιρεία το επιπλέον κόστος της κυκλοφορίας της. Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις στους δημιουργούς αλλά και τους θεατές, ενώ τελικά η Ketchup Entertainment απέκτησε τα δικαιώματα διανομής και η ταινία κυκλοφόρησε στις αμερικανικές κινηματογραφικές αίθουσες στις 28 Αυγούστου 2026 (και στην Ελλάδα από την ημέρα της εθνικής επειτείου). Αν αυτό δεν αποτελεί μια εξαιρετικά ειρωνική εκδοχή της ιστορίας του Κογιότ, τότε μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε να πέσει και ένα πραγματικό αμόνι πάνω στο κεφάλι κάποιου στελέχους για να ολοκληρωθεί ο συμβολισμός.

Μια ταινία στην οποία ένας αδύναμος χαρακτήρας προσφεύγει εναντίον ενός πανίσχυρου εταιρικού οργανισμού παραλίγο να μην προβληθεί ποτέ, επειδή ένας πραγματικός εταιρικός οργανισμός έκρινε ότι το οικονομικό του συμφέρον ήταν σημαντικότερο από την επικοινωνία ενός ολοκληρωμένου καλλιτεχνικού έργου με το κοινό. Η ζωή όχι απλώς μιμήθηκε την τέχνη, αλλά φαίνεται πως αντέγραψε το σενάριο χωρίς να καταλάβει ότι είχε αναλάβει τον ρόλο του κακού.

Η διάσωση της ταινίας δεν σημαίνει ότι το Χόλιγουντ αναθεώρησε ξαφνικά τη σχέση του με τη δημιουργία, ούτε ότι οι θεατές απέκτησαν την εξουσία να ανατρέπουν κάθε επιχειρηματική απόφαση. Δεν θα ήταν έντιμο να παρουσιάσουμε μια σύνθετη εμπορική συμφωνία σαν να υπήρξε αποκλειστικό αποτέλεσμα μιας διαδικτυακής διαμαρτυρίας, όμως η δημόσια αντίδραση, η επιμονή των συντελεστών και η προθυμία μιας ανεξάρτητης εταιρείας να πιστέψει σε ένα έργο που οι αρχικοί του “ιδιοκτήτες” είχαν εγκαταλείψει αποδεικνύουν ότι ακόμη και στη σύγχρονη κινηματογραφική βιομηχανία υπάρχει περιθώριο αντίστασης στη λογική της οριστικής διαγραφής, γιατί μπορεί οι εταιρείες να κατέχουν τα δικαιώματα μιας ταινίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κατέχουν και τη συναισθηματική σχέση που έχει αναπτύξει το κοινό με τους χαρακτήρες της.

Είναι επίσης μια υπενθύμιση ότι ο κινηματογράφος δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το άμεσο οικονομικό του αποτέλεσμα. Μια ταινία ενδέχεται να αποτύχει εμπορικά και να αποκτήσει σημασία πολύ αργότερα, όπως μπορεί να αποδειχθεί καλλιτεχνικά ασήμαντη ακόμη κι αν αποφέρει τεράστια κέρδη. Το να εξαφανίζεται όμως ένα ολοκληρωμένο έργο πριν καν αποκτήσει την ευκαιρία να κριθεί από εκείνους για τους οποίους δημιουργήθηκε είναι μια πολύ διαφορετική μορφή αποτυχίας, και αυτή τη φορά δεν αφορά τον καλλιτέχνη, αλλά το σύστημα που αποφασίζει ποια έργα δικαιούνται να υπάρχουν.

Γι’ αυτό και θεωρώ την κυκλοφορία του «Coyote vs. Acme» μια ουσιαστική νίκη του κοινού, όχι επειδή κέρδισε κάποια πολυεθνική εταιρεία σε μια φανταστική ανύπαρκτη δικαστική αίθουσα, αλλά επειδή ένα έργο που κινδύνευε να μετατραπεί σε αόρατο περιουσιακό στοιχείο απέκτησε τελικά τη δυνατότητα να το παρακολουθήσουμε, να το αγαπήσουμε, να διαφωνήσουμε μαζί του ή ακόμη και να το απορρίψουμε. Αυτό είναι ένα δικαίωμα που ανήκει τόσο στον δημιουργό όσο και στον θεατή: η δυνατότητα μιας ταινίας να συναντήσει το κοινό της.

Δεν έχει τελικά ιδιαίτερη σημασία αν το Κογιότ κερδίζει πανηγυρικά στο τέλος, αφού δεν πρόκειται να του αφαιρέσουμε την πιο γοητευτική ιδιότητα που απέκτησε έπειτα από δεκαετίες αποτυχιών, τη δυνατότητα να επιβιώνει ακόμη κι όταν όλα δείχνουν πως θα εξαφανιστεί. Άλλωστε, αν κάποτε καταφέρει να πιάσει οριστικά το Road Runner, ίσως χάσουμε κάτι πολύ σημαντικότερο από μια ακόμη ευκαιρία να γελάσουμε· θα χάσουμε έναν ήρωα που μας έμαθε να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας όχι μόνο στις νίκες, αλλά και σε εκείνες τις στιγμές που στεκόμαστε στην άκρη ενός γκρεμού, κοιτάζουμε κατάματα τον θεατή και συνειδητοποιούμε ότι το έδαφος κάτω από τα πόδια μας έχει προ πολλού εξαφανιστεί.

Τουλάχιστον αυτή τη φορά, το Κογιότ δεν εξαφανίστηκε μαζί με την ταινία του. Και σε έναν κινηματογραφικό κόσμο όπου ακόμη και η ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου έργου μπορεί να υπολογίζεται ως φορολογική ζημία, το γεγονός ότι μπορούμε να καθόμαστε σε μια αίθουσα και να γελάμε με την αποτυχία του είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του.

Επιτέλους, ένα προϊόν της Acme που δεν έσκασε στα χέρια μας. Ή, για την ακρίβεια, ένα προϊόν που έσκασε στα χέρια εκείνων που προσπάθησαν να μας το στερήσουν.

950-160 Μπασουράκος
950-160 Δημητροπούλου
950 – 160 EYECONIK Eyewear
950 – 160 Κουτσοβίτη Σοφία
950 – 160 Σαΐτάκης Γιώργος

Η APELA προτείνει

Περισσότερες ειδήσεις από την Ελλάδα