- ΜωρΆ γριά, γιΆ αυτό όταν περνάει ο ψαράς τρέχεις για ψάρια κΆ εγώ νόμιζα ότι σου αρέσουνε; Η φημερίδα που διαβάζω δεν έχει φρέσκα νέα όπως είναι τα ψάρια...
- Από τη στιγμή που δε τα ξέρεις, φρέσκα είναι κι αυτά. Το τερπό μετά του ωφελίμου, γέρο μου...
- Χρόνια τώρα, ρε γριά, δεν ακούς τέτοιο καιρό που κάθε πρωθυπουργός παγαίνει με καλάθι στην έκθεση της Θεσσαλονίκης;
- Και τόσα που ακούμε ότι θα μας δώκει, πώς χωράνε, ρε γέρο, σΆ ένα καλάθι; Έτσι θα γιομίσουνε το καλάθι οι νοικοκυρές;
- ΑμΆ γιΆ αυτό, γριά, έχει πει ο λαός «όπου ακούς πολλά κεράσα κράταε μικρό καλάθι..»
- Και γιατί πάει με καλάθι και δε παγαίνει με σακούλι;

- Με σακούλι έρχουνται οι διακονιάρηδες για να τους δώκουμε κι όχι να μας δώκουνε..
- Ναι, αλλά γιατί λέμε «φασούλι το φασούλι γιομίζει το σακούλι;»
- Το λέμε για να κάμουμε οικονομία. ΓιΆ αυτό, μην απελπίζεσαι, κάτι θα μας δώκει.
- Και γιατί δε ντύνεται Αη-Βασίλης να πάει με το σάκο στον ώμο, ή γιατί δε παγαίνει με κόφες που χωράνε πιο πολλά;
- Γιατί με αυτές παγαίνουμε οι πρόεδροι των άλλων κομμάτων.

- Κατάλαβα..., αέρα κοπανιστό θα πάρουνε. Από υποσκέσεις έχουμε χορτάσει. ΓιΆ αυτό γέρο, ας περμένουμε να δούμε πρώτα «το καλάθι της νοικοκυράς» γιομάτο και τότες πάμε και εκ-πλερώνουμε στη κάλπη το χρέος μας...
- Φτου σου μη σε ματιάσω!
- Μπα, πώς το Άπαθες και μΆ έφτυσες για το καλό που είπα, γιατί σΆ ούλη μου τη ζωή ούλο με φτύνεις και με βρίζεις. Τώρα είδες την αξία μου, ή μπας και φοβάσαι μη σε καταγγείλω για οικογενειακή βία; δε μιλάς, ε;
- Μη χαλάς τη κουβέντα μας, ρε γριά, μια φορά κάτσαμε να τα πούμε χωρίς να τσακωθούμε...
- ¶ντε κατούρα τα πόδια σου, μη σου σπάσω το κεφάλι με τη ρόκα και πάω φυλακή...
- Αμ έτσι θα βρω και την ησυχία μου...
- Εγώ να δεις εκεί πώς θα τα περνάω. Δε θα κάμω τίποτα. Θα τρώω και θα κοιμάμαι και δε θα σΆ έχω στο κεφάλι μου να μου λες κάνε τούτο, κάνε κείνο, πού πας και πού ήσουνα...
- ¶ντε τώρα τηγάνισε τα ψάρια να φάμε και θα τα βρούμε...





















