notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Η καϊσιά της Κουβαράκαινας

slider_image
15-07-2022

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Γεννήθηκα στο Ν. Κόσμο της Σπάρτης, στα 1954. Ο Ν. Κόσμος, τότε, ήταν σαν ένα χωριό. Ένα σπίτι εδώ, άλλο παραπέρα, χωματόδρομοι, στενά και σοκάκια, μπαξέδες, ελαιώνες, κήποι, πηγάδια και δέντρα πολλά καρποφόρα δέντρα, που τους γλυκούς καρπούς τους τους γεύονταν ελεύθερα οι διαβάτες και ιδιαίτερα τα παιδιά.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, πλήθυναν τα σπίτια, δρόμοι, πεζοδρόμια και πλατείες κέρδισαν τόπο από τη φύση. Εξορίστηκαν τα δέντρα από τον κήπο της Εδέμ κι όσα γλίτωσαν κρύφτηκαν όπου μπόρεσαν, αρνούμενα ν’ αφήσουν τη Γη της Επαγγελίας έρμαιο στις διαθέσεις των σύγχρονων αφεντάδων, του Τσιμέντου και του  Εκσυγχρονισμού.

Ένας τέτοιος πρόσφυγας είναι και η καϊσιά της κυρα-Ποτούλας, της Κουβαράκαινας.



Τη φύτεψε (πάνε χρόνια πολλά) η κυρά-Ποτούλα κοντά στον τοίχο της κουζίνας του σπιτιού της (χαμηλό σπιτάκι από πλίθρες με κεραμίδια) για να την έχει συντροφιά.

Άνοιγε το παράθυρο η κυρα-Ποτούλα και η καϊσιά ήτανε εκεί, για να της πει καλημέρα ή να την καληνυχτίσει το βράδυ. Της έστελνε δροσιά με τα πράσινα φύλλα της, μοσκοβολιά όταν άνθιζε την άνοιξη και της πρόσφερε τα κίτρινα, γλυκά και μυρωδάτα καΐσια της όταν καλοκαίριαζε. Και η κυρα-Ποτούλα δεν είχε παρά να βγει στο παραθύρι και να κόψει τα καΐσια που κρέμονταν μπροστά της. Κι ερχούντανε στα φυλλώματα και στα κλαριά της πουλάκια του Θεού, και μυρμηγκάκια και κάμπιες και άλλα ζούδια και το καλοκαίρι ερχούντανε και οι τραγουδιστάδες οι τζίτζικες, και νανουρίζανε την κυρα-Ποτούλα όταν ξαπόσταινε στο σπίτι από τη δουλειά του καφενείου.

Καλόψυχη και φιλότιμη η κυρα-Ποτούλα, ποτέ δεν μας μάλωνε, εμάς τα παιδιά, όταν σκαρφαλώναμε πάνω στην καϊσιά για να πάρουμε κι εμείς το μερδικό μας, τότε που οι φτωχοί μοιράζονταν ό,τι είχε ο καθένας τους κι ο Χριστός έκανε το θαύμα, αυτό το λίγο που μοιράζονταν να γίνεται πολύ, να φτάνει και να περισσεύει.

Έφυγαν τα χρόνια όπως φεύγει η άμμος της θαλάσσης μέσα απ’ τα δάχτυλα. Άλλαξε ο Ν. Κόσμος, άλλαξαν οι άνθρωποι, άλλαξε η ζωή, «έφυγαν» οι παλαιοί, «έφυγε» (πάνε χρόνια τώρα) και η κυρα-Ποτούλα η Κουβαράκαινα, που είχε καφενείο εκεί στο παζάρι (γωνία Λυκούργου και Αγησιλάου). Έμεινε έρημο το σπιτάκι της και μόνο η καϊσιά δεν το απαρνήθηκε. Μένει εκεί ριζωμένη κοντά στα θέμελα του σπιτιού και καρτεράει ν’ ανοίξει το παράθυρο και να βγει η κυρα-Ποτούλα να κουβεντιάσουνε. Μόνο που το παράθυρο αυτό δεν θ’ ανοίξει ποτέ πια.

Κι η καλή η καϊσιά, αφού είδε κι απόειδε, έγειρε από την καλοσύνη της κι έφτασε τα κλαριά της μέχρι το δρόμο. Σου λέει: «Πού να διαβούνε οι άνθρωποι και τα παιδιά τα βάτα και τ’ αγκάθια για να ’ρθουνε να κόψουνε τα καΐσια μου; Ας φτάσω εγώ κοντά τους». Κι ήρθε αυτή κοντά στους ανθρώπους και δίνει… δίνει… μόνο δίνει, χωρίς τίποτε να ζητάει, η προσωποποίηση  της απέραντης  και αληθινής αγάπης που λέει πάντα «πάρε» και ποτέ «δώσε». Και δεν είναι που δίνει μόνο στους ανθρώπους η καλή η καϊσιά. Ρίχνει και πολλά καΐσια καταγής κι έρχονται τα πτηνά του ουρανού και τρώνε και γλυκαίνονται κι έρχονται το βράδυ και διάφορα «αόρατα» ζούδια της γης και τα παίρνουνε για να τα πάνε στη φωλιά τους.



Και συνεχίζει η καλή η καϊσιά να κάνει ό,τι έκανε πάντα, ό,τι τη δασκάλεψε ο Δημιουργός: Ν’ ανθίζει την άνοιξη με τα όμορφα, λευκορόδινα και μυρωδάτα λουλούδια της, να γεμίζει τον Ιούλιο με τους χρυσούς, μυρωδάτους καρπούς της, να ρίχνει τα κίτρινα φύλλα της το χειμώνα και πάλι την άνοιξη να πιάνει απ’ την αρχή το νήμα της Ζωής και της Δημιουργίας.

Κι εγώ; Πώς νιώθω εγώ, που έζησα αυτήν την  καϊσιά από παλιά και τώρα (68 χρόνων πια) διαβαίνω το δρόμο και αντικρίζω την καλή την καϊσιά της Κουβαράκαινας να με χαιρετάει και να μου γνέφει να δοκιμάσω τα καΐσια της; Σαν να μ’ ακουμπάει η Καλομοίρα με το χρυσό ραβδάκι της ξεφορτώνομαι τα χρόνια και γίνομαι παιδάκι κι απλώνω το χέρι μου και κόβω ένα καΐσι. Είναι μικρό, κίτρινο στο χρώμα του κρόκου του αυγού και χνουδωτό σαν μαγουλάκι μωρού παιδιού. Πρώτα το μυρίζω με μάτια κλειστά (σε πλαντάζει η μυρωδιά του που έχει πάρει όλη την ομορφάδα του ήλιου, του αέρα, της γης και του καθαρού ουρανού), ύστερα το ανοίγω στη μέση, παίρνω το μεγάλο καφετί κουκούτσι του και το πετάω στο διπλανό μπαξέ, μπας και βρει ρίζα και ριζώσει και γεννήσει κι άλλη καϊσιά, κι ύστερα βάζω το μαλακό, το γλυκό όσο πρέπει, το μυρωδάτο καΐσι στο στόμα μου και θυμάμαι  γεύσεις και αρώματα και στιγμές ζωής που πια δεν υπάρχουν, αλλ’ όμως ζουν κάπου ψηλά και μόνο περιμένουν κάποιον να τις καλέσει να ξανακατεβούν στη Γη.  Αυτό έκανα και σήμερα, Δευτέρα 11 Ιουλίου του 2022, κι έχω για μάρτυρες δυο καφετιά τζιτζίκια, που καθισμένα στον κορμό της καλής της καϊσιάς μού τραγουδούσαν ως να φάω τα καΐσια μου.



«Τι άλλο είναι η πατρίδα μας πέρα από αυτά που δοκιμάσαμε παιδιά;»

Γεννήθηκα στο Ν. Κόσμο της Σπάρτης, στα 1954. Ο Ν. Κόσμος, τότε, ήταν σαν ένα χωριό. Ένα σπίτι εδώ, άλλο παραπέρα, χωματόδρομοι, στενά και σοκάκια, μπαξέδες, ελαιώνες, κήποι, πηγάδια και δέντρα πολλά καρποφόρα δέντρα, που τους γλυκούς καρπούς τους τους γεύονταν ελεύθερα οι διαβάτες και ιδιαίτερα τα παιδιά.

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, πλήθυναν τα σπίτια, δρόμοι, πεζοδρόμια και πλατείες κέρδισαν τόπο από τη φύση. Εξορίστηκαν τα δέντρα από τον κήπο της Εδέμ κι όσα γλίτωσαν κρύφτηκαν όπου μπόρεσαν, αρνούμενα ν’ αφήσουν τη Γη της Επαγγελίας έρμαιο στις διαθέσεις των σύγχρονων αφεντάδων, του Τσιμέντου και του  Εκσυγχρονισμού.

Ένας τέτοιος πρόσφυγας είναι και η καϊσιά της κυρα-Ποτούλας, της Κουβαράκαινας.



Τη φύτεψε (πάνε χρόνια πολλά) η κυρά-Ποτούλα κοντά στον τοίχο της κουζίνας του σπιτιού της (χαμηλό σπιτάκι από πλίθρες με κεραμίδια) για να την έχει συντροφιά.

Άνοιγε το παράθυρο η κυρα-Ποτούλα και η καϊσιά ήτανε εκεί, για να της πει καλημέρα ή να την καληνυχτίσει το βράδυ. Της έστελνε δροσιά με τα πράσινα φύλλα της, μοσκοβολιά όταν άνθιζε την άνοιξη και της πρόσφερε τα κίτρινα, γλυκά και μυρωδάτα καΐσια της όταν καλοκαίριαζε. Και η κυρα-Ποτούλα δεν είχε παρά να βγει στο παραθύρι και να κόψει τα καΐσια που κρέμονταν μπροστά της. Κι ερχούντανε στα φυλλώματα και στα κλαριά της πουλάκια του Θεού, και μυρμηγκάκια και κάμπιες και άλλα ζούδια και το καλοκαίρι ερχούντανε και οι τραγουδιστάδες οι τζίτζικες, και νανουρίζανε την κυρα-Ποτούλα όταν ξαπόσταινε στο σπίτι από τη δουλειά του καφενείου.

Καλόψυχη και φιλότιμη η κυρα-Ποτούλα, ποτέ δεν μας μάλωνε, εμάς τα παιδιά, όταν σκαρφαλώναμε πάνω στην καϊσιά για να πάρουμε κι εμείς το μερδικό μας, τότε που οι φτωχοί μοιράζονταν ό,τι είχε ο καθένας τους κι ο Χριστός έκανε το θαύμα, αυτό το λίγο που μοιράζονταν να γίνεται πολύ, να φτάνει και να περισσεύει.

Έφυγαν τα χρόνια όπως φεύγει η άμμος της θαλάσσης μέσα απ’ τα δάχτυλα. Άλλαξε ο Ν. Κόσμος, άλλαξαν οι άνθρωποι, άλλαξε η ζωή, «έφυγαν» οι παλαιοί, «έφυγε» (πάνε χρόνια τώρα) και η κυρα-Ποτούλα η Κουβαράκαινα, που είχε καφενείο εκεί στο παζάρι (γωνία Λυκούργου και Αγησιλάου). Έμεινε έρημο το σπιτάκι της και μόνο η καϊσιά δεν το απαρνήθηκε. Μένει εκεί ριζωμένη κοντά στα θέμελα του σπιτιού και καρτεράει ν’ ανοίξει το παράθυρο και να βγει η κυρα-Ποτούλα να κουβεντιάσουνε. Μόνο που το παράθυρο αυτό δεν θ’ ανοίξει ποτέ πια.

Κι η καλή η καϊσιά, αφού είδε κι απόειδε, έγειρε από την καλοσύνη της κι έφτασε τα κλαριά της μέχρι το δρόμο. Σου λέει: «Πού να διαβούνε οι άνθρωποι και τα παιδιά τα βάτα και τ’ αγκάθια για να ’ρθουνε να κόψουνε τα καΐσια μου; Ας φτάσω εγώ κοντά τους». Κι ήρθε αυτή κοντά στους ανθρώπους και δίνει… δίνει… μόνο δίνει, χωρίς τίποτε να ζητάει, η προσωποποίηση  της απέραντης  και αληθινής αγάπης που λέει πάντα «πάρε» και ποτέ «δώσε». Και δεν είναι που δίνει μόνο στους ανθρώπους η καλή η καϊσιά. Ρίχνει και πολλά καΐσια καταγής κι έρχονται τα πτηνά του ουρανού και τρώνε και γλυκαίνονται κι έρχονται το βράδυ και διάφορα «αόρατα» ζούδια της γης και τα παίρνουνε για να τα πάνε στη φωλιά τους.



Και συνεχίζει η καλή η καϊσιά να κάνει ό,τι έκανε πάντα, ό,τι τη δασκάλεψε ο Δημιουργός: Ν’ ανθίζει την άνοιξη με τα όμορφα, λευκορόδινα και μυρωδάτα λουλούδια της, να γεμίζει τον Ιούλιο με τους χρυσούς, μυρωδάτους καρπούς της, να ρίχνει τα κίτρινα φύλλα της το χειμώνα και πάλι την άνοιξη να πιάνει απ’ την αρχή το νήμα της Ζωής και της Δημιουργίας.

Κι εγώ; Πώς νιώθω εγώ, που έζησα αυτήν την  καϊσιά από παλιά και τώρα (68 χρόνων πια) διαβαίνω το δρόμο και αντικρίζω την καλή την καϊσιά της Κουβαράκαινας να με χαιρετάει και να μου γνέφει να δοκιμάσω τα καΐσια της; Σαν να μ’ ακουμπάει η Καλομοίρα με το χρυσό ραβδάκι της ξεφορτώνομαι τα χρόνια και γίνομαι παιδάκι κι απλώνω το χέρι μου και κόβω ένα καΐσι. Είναι μικρό, κίτρινο στο χρώμα του κρόκου του αυγού και χνουδωτό σαν μαγουλάκι μωρού παιδιού. Πρώτα το μυρίζω με μάτια κλειστά (σε πλαντάζει η μυρωδιά του που έχει πάρει όλη την ομορφάδα του ήλιου, του αέρα, της γης και του καθαρού ουρανού), ύστερα το ανοίγω στη μέση, παίρνω το μεγάλο καφετί κουκούτσι του και το πετάω στο διπλανό μπαξέ, μπας και βρει ρίζα και ριζώσει και γεννήσει κι άλλη καϊσιά, κι ύστερα βάζω το μαλακό, το γλυκό όσο πρέπει, το μυρωδάτο καΐσι στο στόμα μου και θυμάμαι  γεύσεις και αρώματα και στιγμές ζωής που πια δεν υπάρχουν, αλλ’ όμως ζουν κάπου ψηλά και μόνο περιμένουν κάποιον να τις καλέσει να ξανακατεβούν στη Γη.  Αυτό έκανα και σήμερα, Δευτέρα 11 Ιουλίου του 2022, κι έχω για μάρτυρες δυο καφετιά τζιτζίκια, που καθισμένα στον κορμό της καλής της καϊσιάς μού τραγουδούσαν ως να φάω τα καΐσια μου.



«Τι άλλο είναι η πατρίδα μας πέρα από αυτά που δοκιμάσαμε παιδιά;»

Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image

images Άρθρα
11-07-2022

Πολιτικά ορφανοί

images Άρθρα
07-07-2022

Γιάννης Τσέρτος