notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Το πανηγύρι του Μυστρά

slider_image
30-08-2022

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Το πανηγύρι του Μυστρά είναι κομμάτι της ζωής των ανθρώπων του τόπου μας. Κάθε χρόνο οι Σπαρτιάτες και οι  Λάκωνες (κι όχι μόνο) περιμένουν, πώς και πώς, ολόκληρη τη χρονιά, το πανηγύρι του Μυστρά, όχι μόνο για να διασκεδάσουν και να ψωνίσουν, αλλά (κυρίως) για να αναβαπτίσουν την ψυχική τους διάθεση και να δουν πιο αισιόδοξα τον χειμώνα και τη χρονιά που έρχεται.

Οι ρίζες του πανηγυριού του Μυστρά χάνονται στα βάθη των χρόνων της τουρκοκρατίας, τότε που ο Μυστράς ήταν μια σημαντική πόλη του Μοριά, η δεύτερη μετά την Τρίπολη, με πληθυσμό ο οποίος στην ακμή του έφτασε και τις 25.000 κατοίκους. Ο Μυστράς, εκτός άλλων πολλών, υπήρξε σημαντικότατο εμπορικό κέντρο του καιρού του, με συναλλαγές ακόμα και με την Κωνσταντινούπολη και με τα άλλα σπουδαία εμπορικά κέντρα των Βαλκανίων, κυρίως κουκουλιών και μεταξιού. Για τους λόγους αυτούς αλλά κι εξαιτίας της μεγάλης του ιστορίας και της ομορφιάς του, ο Μυστράς είχε λάβει την προσωνυμία «η μόστρα του Μοριά».

Εξαιτίας αυτής της μεγάλης εμπορικής δραστηριοποίησης  καθιερώθηκε κάποια στιγμή «η ετησία εμπορική  πανήγυρις του Μυστρά»,  η οποία κάλυπτε τις εμπορικές ανάγκες (κυρίως του ζωεμπορίου) ολόκληρης της Λακωνίας αλλά και της Πελοποννήσου, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στον τοπικό πληθυσμό να καλύπτει (στο μέτρο του δυνατού) τις οικογενειακές του ανάγκες για το χειμώνα και τη χρονιά που ερχόταν.  Ανάμεσα στους εμπόρους που κατέφθαναν από παντού για να πουλήσουν τις πραμάτειες τους  ήταν και έμποροι από την Πόλη, οι οποίοι  έφερναν κάθε είδους πολίτικα εμπορεύματα, τζοβαϊρικά, μεταξωτά κλπ , μέχρι και τα περίφημα «πολίτικα» χάλκινα  σκεύη για κάθε οικιακή χρήση.

Για τις ανάγκες της εμποροπανήγυρης-ζωοπανήγυρης  του Μυστρά είχε χτιστεί ένας μεγάλος χώρο, ο αποκαλούμενος «Μπεζεστένι»=υφασματαγορά, μέσα στον χώρο του οποίου γινόταν το εμπόριο, κυρίως των υφασμάτων.

(Τα μπεζεστένια χτίζονταν κατά την διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ο σχεδιασμός-αρχιτεκτονική βασιζόταν στην αρχιτεκτονική των Ισλαμικών Τεμένων. Ήταν σημαντικά κτήρια και οι Οθωμανικές πόλεις χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, σε αυτές που είχαν μπεζεστένια και αυτές που δεν είχαν. Τα κτίρια στα οποία στεγάζονταν οι αγορές αυτές είχαν αρχιτεκτονική με θόλους.)

Με το πέρασμα των χρόνων και με τις διαρκείς αλλαγές  που γίνονταν στον χώρο του πανηγυριού  το Μπεζεστένι «χάθηκε». Τελευταίο υπόλειμμα του Μπεζεστενιού που αναφέρουν χρονικογράφοι του 19ου και 20ου αι. ήταν ένα ανώγειο μικρό οικοδόμημα στη νοτιοδυτική γωνία του πανηγυριού, το οποίο χρησίμευε ως ενδιαίτημα της τουρκικής φρουράς. Από το μπαλκόνι αυτού του διασωζόμενου κτίσματος, στα 1850, ο περιβόητος καλόγερος  Χριστόφορος Παπουλάκος μίλησε  προς τα πλήθη που είχαν συγκεντρωθεί και τον παρακολουθούσαν γονυπετώς, κατηγόρησε τον βασιλιά Όθωνα ως αιρετικό και μη καλό ορθόδοξο χριστιανό καταλήγοντας με την αγαπημένη του επωδό: «διώχτε το ψωριάρικο γίδι». Επίσης «αποκάλυψε» και τις αμαρτίες που είχαν κάνει κάποιοι απ’ τους συγκεντρωμένους («Μωρή, εσύ που  έκανες  τούτο ή εκείνο», «Βρε, που κάμνεις εκείνο») δακτυλοδεικτώντας αορίστως προς το πλήθος και εκτοξεύοντας απειλές περί αιωνίου κολάσεως. Απ’ αυτόν τον εξώστη του Μπεζεστενίου του Μυστρά, ο Παπουλάκος,  έκανε και «προφητείες» του τύπου: «Θα έρθει μέρα που θα δεθεί ο κόσμος με μια μπαμπακερή κλωνά» (εννοώντας τον τηλέγραφο την ύπαρξη του οποίου αγνοούσαν  τα απλοϊκά εκείνα πλήθη), «θα ανοίξει μια τρύπα που θα καταπιεί τον κόσμο» (εννοώντας – κατά τους ερμηνευτές του- τη μετανάστευση) κ.α. .

Από το Μπεζεστένι του πανηγυριού του Μυστρά πέρασαν, πηγαίνοντας προς το γεφύρι του Κόπανου στον Ευρώτα όπου έστησαν ενέδρα, οι δολοφόνοι του  Μυστριώτη αγωνιστή,  προεστού και πολιτικού Παναγιώτη Κρεβατά, στις  16 Νοεμβρίου 1822.

(Ο Π. Κρεββατάς προκάλεσε τον φθόνο και την έχθρα των «πολιτικών» επειδή εγκατέλειψε την τάξη τους κι εντάχθηκε στην παράταξη των «στρατιωτικών». Έτσι, έπεισαν τον Παναγιώτη Γιατράκο, αντίπαλο του Κολοκοτρώνη, από τον οποίο ο Κρεββατάς σκόπευε να αφαιρέσει την αρχηγία του Μυστρά και να τη δώσει στον Νικηταρά, να τον βγάλει από τη μέση. Στις 16 Νοεμβρίου 1822 άνθρωποι του Γιατράκου, με κύριο οργανωτή τον αδελφό του Γεώργιο, έστησαν ενέδρα στον Κρεββατά στην περιοχή Κυανή Σκάλα κοντά στη γέφυρα Κοπάνου, στον ποταμό Ευρώτα και τον σκότωσαν.)

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στον εξώστη αυτού του τελευταίου υπολείμματος του Μπεζεστενίου  αποκεφαλίστηκαν δυο ληστές της εποχής, ο Κίτσος και ο Πάνος, και τάφηκαν στη νοτιοανατολική γωνία του περιβόλου.

Τέλος, στη σύγχρονη εποχή, κατά τον εμφύλιο πόλεμο,  στο Μπεζεστένι κλείστηκαν από τον ΕΛΑΣ οι αιχμάλωτοί του, μετά τη μάχη του Μυστρά, τον Οκτώβρη του 1944.

Το Μπεζεστένι, ως χώρος, υπήρξε, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, κτήμα της κοινότητας του Μυστρά, η οποία εκμίσθωνε τα πολυάριθμα «καταστήματα-διαμερίσματα» στους εμπόρους για τη διεξαγωγή του πανηγυριού.

«Εκεί, συρρέουν αι νοικοκυραί και των έτι πέραν τούτου περιφερειών, για να σχηματίσουν τις προίκες των κοριτσιών των, διατηρείται δε ζωηροτάτη η κίνησις μέχρι εσχάτων της πανηγύρεως. Αλλά και πέραν του περιβόλου, μέχρι της δημοσίας οδού Σπάρτης-Μυστρά, εκτείνονται - εκατέρωθεν του υπό την γραφικήν σκέπην των ελαιοδένδρων σχηματιζομένου ευρέως διαδρόμου - πλείστα όσα παραπήγματα, όπου διατίθενται παντός είδους προϊόντα βιοτεχνίας, πλεκτικής, υποδηματοποιίας, χαλκουργίας κλπ, όπου συναντώνται και εγκαταστάσεις, τυχηρών παιχνιδιών, καφενεία, εστιατόρια, πέραν δε και εκατέρωθεν της οδού Σπάρτης-Μυστρά, εκτείνονται εγκαταστάσεις εστιατορίων προσφερόντων την ερατεινήν μπουζοπούλαν, την τόσον επαξίως αντικαταστήσασαν την κλασσικήν  «γκιώσαν» (γίδα βραστή).

Επίσης, σκοπευτήρια και παντός είδους παιδικά παιχνίδια (κούνιες και περιστρεφόμενα αυτοκινητάκια, αεροπλανάκια, κλπ). Υπό την πρασινάδα των πορτοκαλοπεριβόλων οργανούνται και εντός της κωμοπόλεως κέντρα διασκεδάσεως και αναψυχής, μέχρι και της περιφήμου «Μαρμάρας». Την σημαντικωτέραν όμως κίνησιν της πανηγύρεως Μυστρά αποτελεί το ζωεμπόριον, όπου χιλιάδες ζώων συγκεντρούνται από των περάτων της χώρας. Εκεί, υπό τα ελαιόδενδρα του πέραν της πανηγύρεως χώρου, διεξάγονται αγοραπωλησίαι ζώων, όσαι εις ουδέν άλλον πανηγύρι της Ελλάδος.

Τελευτώντες εις το σημείον αυτό, δεν μπορεί να μην εξάρωμεν και το έργον και τα φιλοτίμους προσπαθείας της Κοινότητος, ήτις παρέχει πάσαν διευκόλυνσιν προς την κατά το δυνατόν ευχερή διαμονήν των πανηγυριστών, οίτινες –πράγματι-μένουν κατευχαριστημένοι, ως αποδεικνύει η κατά τας ημέρας της πανηγύρεως ζωηροτάτη επιβατική κίνησις δια των λεωφορείων από Σπάρτης, δι’ ήν και προς αυτήν πρέπει να εκφράσωμεν  τα θερμά μας συγχαρητήρια προς την Αστυνομικήν Αρχήν και προς το ΚΤΕΛ, δια  την επικρατήσασαν, ιδίως εφέτος, υποδειγματικήν τάξιν.»

Γεώργιος Δ. Κρητικός, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ», εφ. ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ, Σεπτέμβριος 1960.

Το πανηγύρι του Μυστρά ήταν, ανέκαθεν, η μεγάλη τοπική είδηση και το μεγάλο γεγονός του τέλους του καλοκαιριού και πάντοτε οι τοπικές εφημερίδες ασχολούνταν μαζί του, περιγράφοντας (πολλές φορές) τη μαγευτική, τη μυστηριώδη αλλά και την ανθρώπινη πλευρά του:

«Χαράς ευαγγέλια. Η νεκρά πόλις ανέστη… Κίνησις…  Πανδαιμόνιο…  Ξεσήκωμα…  Το πανηγύρι του Μυστρά ξεσήκωσε την Σπάρτη, την ξύπνησε απ’ το θερινό λήθαργο και ξεσήκωσε τον κόσμο, σε μια σωστή τρέλα, και τίποτε δεν τον κρατάει…

Στον πλούσιο ελαιώνα του Μυστρά το πανηγύρι στις δόξες του… Παράγκες, παραγκούλες, καταστήματα (όλα υπαίθρια), θέατρα, άγρια και ήμερα θηρία, πνευματισταί, λατέρνες, γουρνοπούλες, μπιχλιμπίδια κάθε είδους, τραβούν χιλιάδες κόσμου, που συμφύρεται και συνωθείται, πατάει και πατιέται, με μια χαρά ιδιαίτερη που μόνον τα πανηγύρια ξέρουν να δίνουν…

-Το τέρας με το ένα κεφάλι και τα τέσσερα πόδια και τα τέσσερα χέρια. Εγεννήθη εν Ελλάδι. Κι ενώ έχει τέσσερα χέρια … δεν έγινε τραπεζίτης!

-Το θαλάσσιον κήτος που έφυγε από την Γλυφάδα για να ιδή τα αρχαιότητας του Μυστρά.

Παρακάτω άλλο θέαμα:

-Ο Μέγας Γερμανός «Οφθαλματίστ» Ρίντερ. Γράφει «αχτούνγκ», (δηλαδή «προσοχή») «Θα σας πούμε ό,τι έχετε επάνω σας.»
«Μα… έχεις κάτι…» λέει στη νεαρά ο θρασύς πνευματώδης νέος.

-Λοταρία:  το αθάνατο γλέντι  του πανηγυριού. Δοκιμάζετε την τύχη σας και αν δεν χάσετε τα δίφραγκά σας, χάνετε την υπομονή σας.

-Θέατρον: «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας».  Με μουσική υπόκρουση.

«Ο Άγιος Βασίλης»-Μελόδραμα. Ελληνική Μουσική.

-Μουσική. Μουσική κάμπου, Λατέρνε, Πίπιζες, Νταούλια (τα αθάνατα αυτά θορυβοποιά ελληνικά κατασκευάσματα,. Μπουζούκια, Μπαγλαμάδες (σικ, Κορνέτες, Κοντραμπάσα όνων και ημιόνων … κάνουν μια περίφημη συμφωνική Συναυλία Πανηγυριού, την οποίαν δυστυχώς δεν βρέθηκε κανένας «μεγάλος» να ενορχηστρώση μέχρι σήμερα…

Αλλά το γλέντι δεν περιορίζεται εδώ. Είναι και το ανθρώπινον υλικόν, που παρουσιάζει το μεγαλύτερον ενδιαφέρον:  Όλες οι φυλές κι όλες οι ράτσες αντιπροσωπεύονται στο πανηγύρι μας: Λευκοί-Μαύροι-Εβραίοι… Όλες οι πόλεις της Ελλάδος. Όλα τα χωριά. Καλλιπάρειες βλαχοπούλες, ροδαλά χωριατοκόριτσα και … ξεβαμμένες Αθηναίες που έχασαν κάθε ελπίδα ζωής:

-Χρόνια πολλά…

-Και του χρόνου με τον γαμπρό…

-Ευχαριστώ! Και του χρόνου με τη νύφη…

Και ο άλλος που του επατήθη ο κάλος: «Κοίτα μπροστά σου, βρε «Χρόνια Πολλά».

Εν τω μεταξύ τα λεωφορεία, πολυτελή αυτοκίνητα, τα κάρρα,  οι μοτοσυκλέτες, τα ποδήλατα, τα «ζωντανά»… όλο και φέρνουν κόσμο στο πανηγύρι, πιστούς που έρχονται να ιδούν, να γλεντήσουν, να ψωνίσουν, να φάνε την αθάνατη γουρουνοπούλα.

Με την ωραίαν ανάμνησιν της γλυκιάς της κνίσας , κλείνω το ρεπορτάζ.  Πλ.ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ, «Ένας περίπατος στο πανηγύρι», 29 Αυγούστου 1937

Και του χρόνου!!!


















Το πανηγύρι του Μυστρά είναι κομμάτι της ζωής των ανθρώπων του τόπου μας. Κάθε χρόνο οι Σπαρτιάτες και οι  Λάκωνες (κι όχι μόνο) περιμένουν, πώς και πώς, ολόκληρη τη χρονιά, το πανηγύρι του Μυστρά, όχι μόνο για να διασκεδάσουν και να ψωνίσουν, αλλά (κυρίως) για να αναβαπτίσουν την ψυχική τους διάθεση και να δουν πιο αισιόδοξα τον χειμώνα και τη χρονιά που έρχεται.

Οι ρίζες του πανηγυριού του Μυστρά χάνονται στα βάθη των χρόνων της τουρκοκρατίας, τότε που ο Μυστράς ήταν μια σημαντική πόλη του Μοριά, η δεύτερη μετά την Τρίπολη, με πληθυσμό ο οποίος στην ακμή του έφτασε και τις 25.000 κατοίκους. Ο Μυστράς, εκτός άλλων πολλών, υπήρξε σημαντικότατο εμπορικό κέντρο του καιρού του, με συναλλαγές ακόμα και με την Κωνσταντινούπολη και με τα άλλα σπουδαία εμπορικά κέντρα των Βαλκανίων, κυρίως κουκουλιών και μεταξιού. Για τους λόγους αυτούς αλλά κι εξαιτίας της μεγάλης του ιστορίας και της ομορφιάς του, ο Μυστράς είχε λάβει την προσωνυμία «η μόστρα του Μοριά».

Εξαιτίας αυτής της μεγάλης εμπορικής δραστηριοποίησης  καθιερώθηκε κάποια στιγμή «η ετησία εμπορική  πανήγυρις του Μυστρά»,  η οποία κάλυπτε τις εμπορικές ανάγκες (κυρίως του ζωεμπορίου) ολόκληρης της Λακωνίας αλλά και της Πελοποννήσου, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στον τοπικό πληθυσμό να καλύπτει (στο μέτρο του δυνατού) τις οικογενειακές του ανάγκες για το χειμώνα και τη χρονιά που ερχόταν.  Ανάμεσα στους εμπόρους που κατέφθαναν από παντού για να πουλήσουν τις πραμάτειες τους  ήταν και έμποροι από την Πόλη, οι οποίοι  έφερναν κάθε είδους πολίτικα εμπορεύματα, τζοβαϊρικά, μεταξωτά κλπ , μέχρι και τα περίφημα «πολίτικα» χάλκινα  σκεύη για κάθε οικιακή χρήση.

Για τις ανάγκες της εμποροπανήγυρης-ζωοπανήγυρης  του Μυστρά είχε χτιστεί ένας μεγάλος χώρο, ο αποκαλούμενος «Μπεζεστένι»=υφασματαγορά, μέσα στον χώρο του οποίου γινόταν το εμπόριο, κυρίως των υφασμάτων.

(Τα μπεζεστένια χτίζονταν κατά την διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ο σχεδιασμός-αρχιτεκτονική βασιζόταν στην αρχιτεκτονική των Ισλαμικών Τεμένων. Ήταν σημαντικά κτήρια και οι Οθωμανικές πόλεις χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, σε αυτές που είχαν μπεζεστένια και αυτές που δεν είχαν. Τα κτίρια στα οποία στεγάζονταν οι αγορές αυτές είχαν αρχιτεκτονική με θόλους.)

Με το πέρασμα των χρόνων και με τις διαρκείς αλλαγές  που γίνονταν στον χώρο του πανηγυριού  το Μπεζεστένι «χάθηκε». Τελευταίο υπόλειμμα του Μπεζεστενιού που αναφέρουν χρονικογράφοι του 19ου και 20ου αι. ήταν ένα ανώγειο μικρό οικοδόμημα στη νοτιοδυτική γωνία του πανηγυριού, το οποίο χρησίμευε ως ενδιαίτημα της τουρκικής φρουράς. Από το μπαλκόνι αυτού του διασωζόμενου κτίσματος, στα 1850, ο περιβόητος καλόγερος  Χριστόφορος Παπουλάκος μίλησε  προς τα πλήθη που είχαν συγκεντρωθεί και τον παρακολουθούσαν γονυπετώς, κατηγόρησε τον βασιλιά Όθωνα ως αιρετικό και μη καλό ορθόδοξο χριστιανό καταλήγοντας με την αγαπημένη του επωδό: «διώχτε το ψωριάρικο γίδι». Επίσης «αποκάλυψε» και τις αμαρτίες που είχαν κάνει κάποιοι απ’ τους συγκεντρωμένους («Μωρή, εσύ που  έκανες  τούτο ή εκείνο», «Βρε, που κάμνεις εκείνο») δακτυλοδεικτώντας αορίστως προς το πλήθος και εκτοξεύοντας απειλές περί αιωνίου κολάσεως. Απ’ αυτόν τον εξώστη του Μπεζεστενίου του Μυστρά, ο Παπουλάκος,  έκανε και «προφητείες» του τύπου: «Θα έρθει μέρα που θα δεθεί ο κόσμος με μια μπαμπακερή κλωνά» (εννοώντας τον τηλέγραφο την ύπαρξη του οποίου αγνοούσαν  τα απλοϊκά εκείνα πλήθη), «θα ανοίξει μια τρύπα που θα καταπιεί τον κόσμο» (εννοώντας – κατά τους ερμηνευτές του- τη μετανάστευση) κ.α. .

Από το Μπεζεστένι του πανηγυριού του Μυστρά πέρασαν, πηγαίνοντας προς το γεφύρι του Κόπανου στον Ευρώτα όπου έστησαν ενέδρα, οι δολοφόνοι του  Μυστριώτη αγωνιστή,  προεστού και πολιτικού Παναγιώτη Κρεβατά, στις  16 Νοεμβρίου 1822.

(Ο Π. Κρεββατάς προκάλεσε τον φθόνο και την έχθρα των «πολιτικών» επειδή εγκατέλειψε την τάξη τους κι εντάχθηκε στην παράταξη των «στρατιωτικών». Έτσι, έπεισαν τον Παναγιώτη Γιατράκο, αντίπαλο του Κολοκοτρώνη, από τον οποίο ο Κρεββατάς σκόπευε να αφαιρέσει την αρχηγία του Μυστρά και να τη δώσει στον Νικηταρά, να τον βγάλει από τη μέση. Στις 16 Νοεμβρίου 1822 άνθρωποι του Γιατράκου, με κύριο οργανωτή τον αδελφό του Γεώργιο, έστησαν ενέδρα στον Κρεββατά στην περιοχή Κυανή Σκάλα κοντά στη γέφυρα Κοπάνου, στον ποταμό Ευρώτα και τον σκότωσαν.)

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στον εξώστη αυτού του τελευταίου υπολείμματος του Μπεζεστενίου  αποκεφαλίστηκαν δυο ληστές της εποχής, ο Κίτσος και ο Πάνος, και τάφηκαν στη νοτιοανατολική γωνία του περιβόλου.

Τέλος, στη σύγχρονη εποχή, κατά τον εμφύλιο πόλεμο,  στο Μπεζεστένι κλείστηκαν από τον ΕΛΑΣ οι αιχμάλωτοί του, μετά τη μάχη του Μυστρά, τον Οκτώβρη του 1944.

Το Μπεζεστένι, ως χώρος, υπήρξε, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, κτήμα της κοινότητας του Μυστρά, η οποία εκμίσθωνε τα πολυάριθμα «καταστήματα-διαμερίσματα» στους εμπόρους για τη διεξαγωγή του πανηγυριού.

«Εκεί, συρρέουν αι νοικοκυραί και των έτι πέραν τούτου περιφερειών, για να σχηματίσουν τις προίκες των κοριτσιών των, διατηρείται δε ζωηροτάτη η κίνησις μέχρι εσχάτων της πανηγύρεως. Αλλά και πέραν του περιβόλου, μέχρι της δημοσίας οδού Σπάρτης-Μυστρά, εκτείνονται - εκατέρωθεν του υπό την γραφικήν σκέπην των ελαιοδένδρων σχηματιζομένου ευρέως διαδρόμου - πλείστα όσα παραπήγματα, όπου διατίθενται παντός είδους προϊόντα βιοτεχνίας, πλεκτικής, υποδηματοποιίας, χαλκουργίας κλπ, όπου συναντώνται και εγκαταστάσεις, τυχηρών παιχνιδιών, καφενεία, εστιατόρια, πέραν δε και εκατέρωθεν της οδού Σπάρτης-Μυστρά, εκτείνονται εγκαταστάσεις εστιατορίων προσφερόντων την ερατεινήν μπουζοπούλαν, την τόσον επαξίως αντικαταστήσασαν την κλασσικήν  «γκιώσαν» (γίδα βραστή).

Επίσης, σκοπευτήρια και παντός είδους παιδικά παιχνίδια (κούνιες και περιστρεφόμενα αυτοκινητάκια, αεροπλανάκια, κλπ). Υπό την πρασινάδα των πορτοκαλοπεριβόλων οργανούνται και εντός της κωμοπόλεως κέντρα διασκεδάσεως και αναψυχής, μέχρι και της περιφήμου «Μαρμάρας». Την σημαντικωτέραν όμως κίνησιν της πανηγύρεως Μυστρά αποτελεί το ζωεμπόριον, όπου χιλιάδες ζώων συγκεντρούνται από των περάτων της χώρας. Εκεί, υπό τα ελαιόδενδρα του πέραν της πανηγύρεως χώρου, διεξάγονται αγοραπωλησίαι ζώων, όσαι εις ουδέν άλλον πανηγύρι της Ελλάδος.

Τελευτώντες εις το σημείον αυτό, δεν μπορεί να μην εξάρωμεν και το έργον και τα φιλοτίμους προσπαθείας της Κοινότητος, ήτις παρέχει πάσαν διευκόλυνσιν προς την κατά το δυνατόν ευχερή διαμονήν των πανηγυριστών, οίτινες –πράγματι-μένουν κατευχαριστημένοι, ως αποδεικνύει η κατά τας ημέρας της πανηγύρεως ζωηροτάτη επιβατική κίνησις δια των λεωφορείων από Σπάρτης, δι’ ήν και προς αυτήν πρέπει να εκφράσωμεν  τα θερμά μας συγχαρητήρια προς την Αστυνομικήν Αρχήν και προς το ΚΤΕΛ, δια  την επικρατήσασαν, ιδίως εφέτος, υποδειγματικήν τάξιν.»

Γεώργιος Δ. Κρητικός, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΩΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ», εφ. ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ, Σεπτέμβριος 1960.

Το πανηγύρι του Μυστρά ήταν, ανέκαθεν, η μεγάλη τοπική είδηση και το μεγάλο γεγονός του τέλους του καλοκαιριού και πάντοτε οι τοπικές εφημερίδες ασχολούνταν μαζί του, περιγράφοντας (πολλές φορές) τη μαγευτική, τη μυστηριώδη αλλά και την ανθρώπινη πλευρά του:

«Χαράς ευαγγέλια. Η νεκρά πόλις ανέστη… Κίνησις…  Πανδαιμόνιο…  Ξεσήκωμα…  Το πανηγύρι του Μυστρά ξεσήκωσε την Σπάρτη, την ξύπνησε απ’ το θερινό λήθαργο και ξεσήκωσε τον κόσμο, σε μια σωστή τρέλα, και τίποτε δεν τον κρατάει…

Στον πλούσιο ελαιώνα του Μυστρά το πανηγύρι στις δόξες του… Παράγκες, παραγκούλες, καταστήματα (όλα υπαίθρια), θέατρα, άγρια και ήμερα θηρία, πνευματισταί, λατέρνες, γουρνοπούλες, μπιχλιμπίδια κάθε είδους, τραβούν χιλιάδες κόσμου, που συμφύρεται και συνωθείται, πατάει και πατιέται, με μια χαρά ιδιαίτερη που μόνον τα πανηγύρια ξέρουν να δίνουν…

-Το τέρας με το ένα κεφάλι και τα τέσσερα πόδια και τα τέσσερα χέρια. Εγεννήθη εν Ελλάδι. Κι ενώ έχει τέσσερα χέρια … δεν έγινε τραπεζίτης!

-Το θαλάσσιον κήτος που έφυγε από την Γλυφάδα για να ιδή τα αρχαιότητας του Μυστρά.

Παρακάτω άλλο θέαμα:

-Ο Μέγας Γερμανός «Οφθαλματίστ» Ρίντερ. Γράφει «αχτούνγκ», (δηλαδή «προσοχή») «Θα σας πούμε ό,τι έχετε επάνω σας.»
«Μα… έχεις κάτι…» λέει στη νεαρά ο θρασύς πνευματώδης νέος.

-Λοταρία:  το αθάνατο γλέντι  του πανηγυριού. Δοκιμάζετε την τύχη σας και αν δεν χάσετε τα δίφραγκά σας, χάνετε την υπομονή σας.

-Θέατρον: «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας».  Με μουσική υπόκρουση.

«Ο Άγιος Βασίλης»-Μελόδραμα. Ελληνική Μουσική.

-Μουσική. Μουσική κάμπου, Λατέρνε, Πίπιζες, Νταούλια (τα αθάνατα αυτά θορυβοποιά ελληνικά κατασκευάσματα,. Μπουζούκια, Μπαγλαμάδες (σικ, Κορνέτες, Κοντραμπάσα όνων και ημιόνων … κάνουν μια περίφημη συμφωνική Συναυλία Πανηγυριού, την οποίαν δυστυχώς δεν βρέθηκε κανένας «μεγάλος» να ενορχηστρώση μέχρι σήμερα…

Αλλά το γλέντι δεν περιορίζεται εδώ. Είναι και το ανθρώπινον υλικόν, που παρουσιάζει το μεγαλύτερον ενδιαφέρον:  Όλες οι φυλές κι όλες οι ράτσες αντιπροσωπεύονται στο πανηγύρι μας: Λευκοί-Μαύροι-Εβραίοι… Όλες οι πόλεις της Ελλάδος. Όλα τα χωριά. Καλλιπάρειες βλαχοπούλες, ροδαλά χωριατοκόριτσα και … ξεβαμμένες Αθηναίες που έχασαν κάθε ελπίδα ζωής:

-Χρόνια πολλά…

-Και του χρόνου με τον γαμπρό…

-Ευχαριστώ! Και του χρόνου με τη νύφη…

Και ο άλλος που του επατήθη ο κάλος: «Κοίτα μπροστά σου, βρε «Χρόνια Πολλά».

Εν τω μεταξύ τα λεωφορεία, πολυτελή αυτοκίνητα, τα κάρρα,  οι μοτοσυκλέτες, τα ποδήλατα, τα «ζωντανά»… όλο και φέρνουν κόσμο στο πανηγύρι, πιστούς που έρχονται να ιδούν, να γλεντήσουν, να ψωνίσουν, να φάνε την αθάνατη γουρουνοπούλα.

Με την ωραίαν ανάμνησιν της γλυκιάς της κνίσας , κλείνω το ρεπορτάζ.  Πλ.ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ, «Ένας περίπατος στο πανηγύρι», 29 Αυγούστου 1937

Και του χρόνου!!!


















Μοιράσου το άρθρο:

Η APELA προτείνει

image

images Άρθρα
05-12-2022

Ο Ηλίας

images Άρθρα
08-11-2022

Που πάμε;