Αυτό είναι τελικά το πραγματικό πρόβλημα των αγροτών
Μοιράσου το άρθρο:
23-12-2025
Ή μας αφήνεται να ρίχνουμε φτηνά σκατοφυτοφάρμακα και σκατολιπάσματα στα προϊόντα μας και όποιος ζήσει, ή μας βοηθάτε να παράγουμε ποιοτικά τρόφιμα, επιλέξτε για να τελειώνουμε...
Αν το δει κανείς ψύχραιμα, το πρόβλημα των αγροτών στην Ελλάδα συμπυκνώνεται σε ένα και μόνο δίλημμα: ή θα τους δοθεί η δυνατότητα να παράγουν ποιοτικά και ασφαλή τρόφιμα με όρους βιωσιμότητας, ή θα οδηγηθούν μοιραία σε οικονομική εξόντωση, αδυνατώντας να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται χωρίς κανόνες και εισάγονται από τρίτες χώρες χωρίς ελέγχους.
Δεν είναι τυχαίο ότι στα μπλόκα των αγροτών κυριαρχούν συνθήματα που απευθύνονται απευθείας στον καταναλωτή. Ένα από αυτά λέει ξεκάθαρα: «Το λάδι που αγοράζεις πανάκριβο στο ράφι, το παίρνουν τσάμπα από το χωράφι». Και αυτό αποτυπώνει με ακρίβεια την πραγματικότητα.
Ας μιλήσουμε με απλά νούμερα. Αν το κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου για τον αγρότη αγγίζει τα 4 ευρώ και χρειάζεται τουλάχιστον άλλα 2 ευρώ για να καλύψει τις βασικές οικογενειακές του υποχρεώσεις, τότε με 6 ευρώ απλώς επιβιώνει. Την ίδια στιγμή, το προϊόν αυτό αγοράζεται από τον έμπορο σε τιμές κάτω από αυτό το όριο και καταλήγει στο ράφι πάνω από τα 10 ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό: ο παραγωγός οδηγείται στη φτώχεια και ο καταναλωτής πληρώνει υπερβολικά ακριβά, συχνά θεωρώντας -λανθασμένα- ότι υπεύθυνος είναι ο αγρότης. Γι’ αυτό και οι κινητοποιήσεις δεν στοχεύουν μόνο στην Πολιτεία, αλλά και στην ενημέρωση της κοινωνίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας αυτό το πρόβλημα, έχει θεσπίσει τις επιδοτήσεις ως συμπλήρωμα εισοδήματος, ώστε ο αγρότης να μπορεί να πουλά φθηνότερα, αλλά να παράγει τρόφιμα υψηλής ποιότητας και ασφάλειας. Όταν όμως οι επιδοτήσεις αυτές κατευθύνονται σε μη παραγωγούς, ο πραγματικός αγρότης μένει εκτεθειμένος και ο σκοπός της πολιτικής αυτής ακυρώνεται στην πράξη. Δείτε τι συμβαίνει σήμερα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Παράλληλα, το μεγάλο χάσμα τιμών από το χωράφι στο ράφι οφείλεται σε ενδιάμεσους κρίκους της αγοράς, οι οποίοι λειτουργούν με περιορισμένους -ή ανύπαρκτους- ελέγχους. Παρότι υπάρχουν κανόνες, η απουσία ουσιαστικής εποπτείας οδηγεί σε στρεβλώσεις που τελικά πληρώνει τόσο ο παραγωγός όσο και ο καταναλωτής.
Την ίδια ώρα, ο Έλληνας και ο Ευρωπαίος αγρότης υποχρεώνονται να καλλιεργούν με αυστηρές προδιαγραφές: πιστοποιήσεις, συνταγογράφηση γεωργικών φαρμάκων, ήπια σκευάσματα που απαιτούν περισσότερες εφαρμογές και ανεβάζουν το κόστος. Όλα αυτά γίνονται ώστε το τελικό προϊόν να είναι ασφαλές για τη δημόσια υγεία.
Σε πολλές τρίτες χώρες, όμως, αυτοί οι κανόνες δεν ισχύουν. Η παραγωγή γίνεται με πολύ χαμηλότερο κόστος (με πάμφθηνα αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον) και αυτά τα προϊόντα εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά σε τιμές με τις οποίες ο Ευρωπαίος αγρότης αδυνατεί να ανταγωνιστεί. Το ερώτημα είναι απλό: όταν εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά, μπορεί να μιλά κανείς για δίκαιο ανταγωνισμό;
Αυτό ακριβώς προσπαθούν να εξηγήσουν οι αγρότες στις κινητοποιήσεις τους. Ο αγώνας τους δεν αφορά μόνο το εισόδημά τους, αλλά και το τι τρόφιμα φτάνουν στο πιάτο των πολιτών. Αν η κοινωνία θέλει ποιοτικά και ασφαλή προϊόντα, τότε η παραγωγή τους πρέπει να είναι βιώσιμη. Αν όχι, τότε το σύστημα οδηγεί είτε σε εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής είτε σε πλήρη εξάρτηση από εισαγωγές αμφίβολης ποιότητας.
Στην ουσία, αυτό που φωνάζουν οι αγρότες είναι απολύτως ξεκάθαρο: ή επιτρέψτε και στους Έλληνες και Ευρωπαίους παραγωγούς να καλλιεργούν με τους ίδιους χαλαρούς και φθηνούς όρους που ισχύουν σε τρίτες χώρες (φτηνά αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον), ή σταματήστε τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές στην Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων που παράγονται χωρίς κανόνες και χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους. Διαφορετικά, ο ανταγωνισμός είναι εκ των προτέρων χαμένος. Αν, όμως, η πολιτεία και η Ευρώπη επιλέγουν την ποιότητα, την ασφάλεια και την προστασία της δημόσιας υγείας, τότε οφείλουν να στηρίξουν οικονομικά την παραγωγή.
Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο.
Το άρθρο έχει δημιουργηθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη ΑΙ της APELA
Δεν είναι τυχαίο ότι στα μπλόκα των αγροτών κυριαρχούν συνθήματα που απευθύνονται απευθείας στον καταναλωτή. Ένα από αυτά λέει ξεκάθαρα: «Το λάδι που αγοράζεις πανάκριβο στο ράφι, το παίρνουν τσάμπα από το χωράφι». Και αυτό αποτυπώνει με ακρίβεια την πραγματικότητα.
Ας μιλήσουμε με απλά νούμερα. Αν το κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου για τον αγρότη αγγίζει τα 4 ευρώ και χρειάζεται τουλάχιστον άλλα 2 ευρώ για να καλύψει τις βασικές οικογενειακές του υποχρεώσεις, τότε με 6 ευρώ απλώς επιβιώνει. Την ίδια στιγμή, το προϊόν αυτό αγοράζεται από τον έμπορο σε τιμές κάτω από αυτό το όριο και καταλήγει στο ράφι πάνω από τα 10 ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό: ο παραγωγός οδηγείται στη φτώχεια και ο καταναλωτής πληρώνει υπερβολικά ακριβά, συχνά θεωρώντας -λανθασμένα- ότι υπεύθυνος είναι ο αγρότης. Γι’ αυτό και οι κινητοποιήσεις δεν στοχεύουν μόνο στην Πολιτεία, αλλά και στην ενημέρωση της κοινωνίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας αυτό το πρόβλημα, έχει θεσπίσει τις επιδοτήσεις ως συμπλήρωμα εισοδήματος, ώστε ο αγρότης να μπορεί να πουλά φθηνότερα, αλλά να παράγει τρόφιμα υψηλής ποιότητας και ασφάλειας. Όταν όμως οι επιδοτήσεις αυτές κατευθύνονται σε μη παραγωγούς, ο πραγματικός αγρότης μένει εκτεθειμένος και ο σκοπός της πολιτικής αυτής ακυρώνεται στην πράξη. Δείτε τι συμβαίνει σήμερα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Παράλληλα, το μεγάλο χάσμα τιμών από το χωράφι στο ράφι οφείλεται σε ενδιάμεσους κρίκους της αγοράς, οι οποίοι λειτουργούν με περιορισμένους -ή ανύπαρκτους- ελέγχους. Παρότι υπάρχουν κανόνες, η απουσία ουσιαστικής εποπτείας οδηγεί σε στρεβλώσεις που τελικά πληρώνει τόσο ο παραγωγός όσο και ο καταναλωτής.
Την ίδια ώρα, ο Έλληνας και ο Ευρωπαίος αγρότης υποχρεώνονται να καλλιεργούν με αυστηρές προδιαγραφές: πιστοποιήσεις, συνταγογράφηση γεωργικών φαρμάκων, ήπια σκευάσματα που απαιτούν περισσότερες εφαρμογές και ανεβάζουν το κόστος. Όλα αυτά γίνονται ώστε το τελικό προϊόν να είναι ασφαλές για τη δημόσια υγεία.
Σε πολλές τρίτες χώρες, όμως, αυτοί οι κανόνες δεν ισχύουν. Η παραγωγή γίνεται με πολύ χαμηλότερο κόστος (με πάμφθηνα αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον) και αυτά τα προϊόντα εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά σε τιμές με τις οποίες ο Ευρωπαίος αγρότης αδυνατεί να ανταγωνιστεί. Το ερώτημα είναι απλό: όταν εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά, μπορεί να μιλά κανείς για δίκαιο ανταγωνισμό;
Αυτό ακριβώς προσπαθούν να εξηγήσουν οι αγρότες στις κινητοποιήσεις τους. Ο αγώνας τους δεν αφορά μόνο το εισόδημά τους, αλλά και το τι τρόφιμα φτάνουν στο πιάτο των πολιτών. Αν η κοινωνία θέλει ποιοτικά και ασφαλή προϊόντα, τότε η παραγωγή τους πρέπει να είναι βιώσιμη. Αν όχι, τότε το σύστημα οδηγεί είτε σε εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής είτε σε πλήρη εξάρτηση από εισαγωγές αμφίβολης ποιότητας.
Στην ουσία, αυτό που φωνάζουν οι αγρότες είναι απολύτως ξεκάθαρο: ή επιτρέψτε και στους Έλληνες και Ευρωπαίους παραγωγούς να καλλιεργούν με τους ίδιους χαλαρούς και φθηνούς όρους που ισχύουν σε τρίτες χώρες (φτηνά αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον), ή σταματήστε τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές στην Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων που παράγονται χωρίς κανόνες και χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους. Διαφορετικά, ο ανταγωνισμός είναι εκ των προτέρων χαμένος. Αν, όμως, η πολιτεία και η Ευρώπη επιλέγουν την ποιότητα, την ασφάλεια και την προστασία της δημόσιας υγείας, τότε οφείλουν να στηρίξουν οικονομικά την παραγωγή.
Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο.
Το άρθρο έχει δημιουργηθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη ΑΙ της APELA
Αν το δει κανείς ψύχραιμα, το πρόβλημα των αγροτών στην Ελλάδα συμπυκνώνεται σε ένα και μόνο δίλημμα: ή θα τους δοθεί η δυνατότητα να παράγουν ποιοτικά και ασφαλή τρόφιμα με όρους βιωσιμότητας, ή θα οδηγηθούν μοιραία σε οικονομική εξόντωση, αδυνατώντας να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται χωρίς κανόνες και εισάγονται από τρίτες χώρες χωρίς ελέγχους.
Δεν είναι τυχαίο ότι στα μπλόκα των αγροτών κυριαρχούν συνθήματα που απευθύνονται απευθείας στον καταναλωτή. Ένα από αυτά λέει ξεκάθαρα: «Το λάδι που αγοράζεις πανάκριβο στο ράφι, το παίρνουν τσάμπα από το χωράφι». Και αυτό αποτυπώνει με ακρίβεια την πραγματικότητα.
Ας μιλήσουμε με απλά νούμερα. Αν το κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου για τον αγρότη αγγίζει τα 4 ευρώ και χρειάζεται τουλάχιστον άλλα 2 ευρώ για να καλύψει τις βασικές οικογενειακές του υποχρεώσεις, τότε με 6 ευρώ απλώς επιβιώνει. Την ίδια στιγμή, το προϊόν αυτό αγοράζεται από τον έμπορο σε τιμές κάτω από αυτό το όριο και καταλήγει στο ράφι πάνω από τα 10 ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό: ο παραγωγός οδηγείται στη φτώχεια και ο καταναλωτής πληρώνει υπερβολικά ακριβά, συχνά θεωρώντας -λανθασμένα- ότι υπεύθυνος είναι ο αγρότης. Γι’ αυτό και οι κινητοποιήσεις δεν στοχεύουν μόνο στην Πολιτεία, αλλά και στην ενημέρωση της κοινωνίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας αυτό το πρόβλημα, έχει θεσπίσει τις επιδοτήσεις ως συμπλήρωμα εισοδήματος, ώστε ο αγρότης να μπορεί να πουλά φθηνότερα, αλλά να παράγει τρόφιμα υψηλής ποιότητας και ασφάλειας. Όταν όμως οι επιδοτήσεις αυτές κατευθύνονται σε μη παραγωγούς, ο πραγματικός αγρότης μένει εκτεθειμένος και ο σκοπός της πολιτικής αυτής ακυρώνεται στην πράξη. Δείτε τι συμβαίνει σήμερα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Παράλληλα, το μεγάλο χάσμα τιμών από το χωράφι στο ράφι οφείλεται σε ενδιάμεσους κρίκους της αγοράς, οι οποίοι λειτουργούν με περιορισμένους -ή ανύπαρκτους- ελέγχους. Παρότι υπάρχουν κανόνες, η απουσία ουσιαστικής εποπτείας οδηγεί σε στρεβλώσεις που τελικά πληρώνει τόσο ο παραγωγός όσο και ο καταναλωτής.
Την ίδια ώρα, ο Έλληνας και ο Ευρωπαίος αγρότης υποχρεώνονται να καλλιεργούν με αυστηρές προδιαγραφές: πιστοποιήσεις, συνταγογράφηση γεωργικών φαρμάκων, ήπια σκευάσματα που απαιτούν περισσότερες εφαρμογές και ανεβάζουν το κόστος. Όλα αυτά γίνονται ώστε το τελικό προϊόν να είναι ασφαλές για τη δημόσια υγεία.
Σε πολλές τρίτες χώρες, όμως, αυτοί οι κανόνες δεν ισχύουν. Η παραγωγή γίνεται με πολύ χαμηλότερο κόστος (με πάμφθηνα αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον) και αυτά τα προϊόντα εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά σε τιμές με τις οποίες ο Ευρωπαίος αγρότης αδυνατεί να ανταγωνιστεί. Το ερώτημα είναι απλό: όταν εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά, μπορεί να μιλά κανείς για δίκαιο ανταγωνισμό;
Αυτό ακριβώς προσπαθούν να εξηγήσουν οι αγρότες στις κινητοποιήσεις τους. Ο αγώνας τους δεν αφορά μόνο το εισόδημά τους, αλλά και το τι τρόφιμα φτάνουν στο πιάτο των πολιτών. Αν η κοινωνία θέλει ποιοτικά και ασφαλή προϊόντα, τότε η παραγωγή τους πρέπει να είναι βιώσιμη. Αν όχι, τότε το σύστημα οδηγεί είτε σε εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής είτε σε πλήρη εξάρτηση από εισαγωγές αμφίβολης ποιότητας.
Στην ουσία, αυτό που φωνάζουν οι αγρότες είναι απολύτως ξεκάθαρο: ή επιτρέψτε και στους Έλληνες και Ευρωπαίους παραγωγούς να καλλιεργούν με τους ίδιους χαλαρούς και φθηνούς όρους που ισχύουν σε τρίτες χώρες (φτηνά αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον), ή σταματήστε τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές στην Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων που παράγονται χωρίς κανόνες και χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους. Διαφορετικά, ο ανταγωνισμός είναι εκ των προτέρων χαμένος. Αν, όμως, η πολιτεία και η Ευρώπη επιλέγουν την ποιότητα, την ασφάλεια και την προστασία της δημόσιας υγείας, τότε οφείλουν να στηρίξουν οικονομικά την παραγωγή.
Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο.
Το άρθρο έχει δημιουργηθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη ΑΙ της APELA
Δεν είναι τυχαίο ότι στα μπλόκα των αγροτών κυριαρχούν συνθήματα που απευθύνονται απευθείας στον καταναλωτή. Ένα από αυτά λέει ξεκάθαρα: «Το λάδι που αγοράζεις πανάκριβο στο ράφι, το παίρνουν τσάμπα από το χωράφι». Και αυτό αποτυπώνει με ακρίβεια την πραγματικότητα.
Ας μιλήσουμε με απλά νούμερα. Αν το κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου για τον αγρότη αγγίζει τα 4 ευρώ και χρειάζεται τουλάχιστον άλλα 2 ευρώ για να καλύψει τις βασικές οικογενειακές του υποχρεώσεις, τότε με 6 ευρώ απλώς επιβιώνει. Την ίδια στιγμή, το προϊόν αυτό αγοράζεται από τον έμπορο σε τιμές κάτω από αυτό το όριο και καταλήγει στο ράφι πάνω από τα 10 ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι διπλό: ο παραγωγός οδηγείται στη φτώχεια και ο καταναλωτής πληρώνει υπερβολικά ακριβά, συχνά θεωρώντας -λανθασμένα- ότι υπεύθυνος είναι ο αγρότης. Γι’ αυτό και οι κινητοποιήσεις δεν στοχεύουν μόνο στην Πολιτεία, αλλά και στην ενημέρωση της κοινωνίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας αυτό το πρόβλημα, έχει θεσπίσει τις επιδοτήσεις ως συμπλήρωμα εισοδήματος, ώστε ο αγρότης να μπορεί να πουλά φθηνότερα, αλλά να παράγει τρόφιμα υψηλής ποιότητας και ασφάλειας. Όταν όμως οι επιδοτήσεις αυτές κατευθύνονται σε μη παραγωγούς, ο πραγματικός αγρότης μένει εκτεθειμένος και ο σκοπός της πολιτικής αυτής ακυρώνεται στην πράξη. Δείτε τι συμβαίνει σήμερα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Παράλληλα, το μεγάλο χάσμα τιμών από το χωράφι στο ράφι οφείλεται σε ενδιάμεσους κρίκους της αγοράς, οι οποίοι λειτουργούν με περιορισμένους -ή ανύπαρκτους- ελέγχους. Παρότι υπάρχουν κανόνες, η απουσία ουσιαστικής εποπτείας οδηγεί σε στρεβλώσεις που τελικά πληρώνει τόσο ο παραγωγός όσο και ο καταναλωτής.
Την ίδια ώρα, ο Έλληνας και ο Ευρωπαίος αγρότης υποχρεώνονται να καλλιεργούν με αυστηρές προδιαγραφές: πιστοποιήσεις, συνταγογράφηση γεωργικών φαρμάκων, ήπια σκευάσματα που απαιτούν περισσότερες εφαρμογές και ανεβάζουν το κόστος. Όλα αυτά γίνονται ώστε το τελικό προϊόν να είναι ασφαλές για τη δημόσια υγεία.
Σε πολλές τρίτες χώρες, όμως, αυτοί οι κανόνες δεν ισχύουν. Η παραγωγή γίνεται με πολύ χαμηλότερο κόστος (με πάμφθηνα αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον) και αυτά τα προϊόντα εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά σε τιμές με τις οποίες ο Ευρωπαίος αγρότης αδυνατεί να ανταγωνιστεί. Το ερώτημα είναι απλό: όταν εφαρμόζονται δύο μέτρα και δύο σταθμά, μπορεί να μιλά κανείς για δίκαιο ανταγωνισμό;
Αυτό ακριβώς προσπαθούν να εξηγήσουν οι αγρότες στις κινητοποιήσεις τους. Ο αγώνας τους δεν αφορά μόνο το εισόδημά τους, αλλά και το τι τρόφιμα φτάνουν στο πιάτο των πολιτών. Αν η κοινωνία θέλει ποιοτικά και ασφαλή προϊόντα, τότε η παραγωγή τους πρέπει να είναι βιώσιμη. Αν όχι, τότε το σύστημα οδηγεί είτε σε εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής είτε σε πλήρη εξάρτηση από εισαγωγές αμφίβολης ποιότητας.
Στην ουσία, αυτό που φωνάζουν οι αγρότες είναι απολύτως ξεκάθαρο: ή επιτρέψτε και στους Έλληνες και Ευρωπαίους παραγωγούς να καλλιεργούν με τους ίδιους χαλαρούς και φθηνούς όρους που ισχύουν σε τρίτες χώρες (φτηνά αλλά επικίνδυνα φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον άνθρωπο και περιβάλλον), ή σταματήστε τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές στην Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντων που παράγονται χωρίς κανόνες και χωρίς ουσιαστικούς ελέγχους. Διαφορετικά, ο ανταγωνισμός είναι εκ των προτέρων χαμένος. Αν, όμως, η πολιτεία και η Ευρώπη επιλέγουν την ποιότητα, την ασφάλεια και την προστασία της δημόσιας υγείας, τότε οφείλουν να στηρίξουν οικονομικά την παραγωγή.
Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο.
Το άρθρο έχει δημιουργηθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη ΑΙ της APELA














































