notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Ινστιτούτο Ελαιοκομίας στη Λακωνία: Με κόστος 59.500 ευρώ, ο νομός μας μπορεί να κερδίσει έως 13,7 εκατ. ευρώ τον χρόνο

slider_image

Μοιράσου το άρθρο:

17-07-2026

Νέα μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ παρουσιάζει τρία σενάρια για την οικονομική επίδραση ενός Ινστιτούτου Ελαιοκομίας, με εκτιμώμενο ετήσιο όφελος από 4,5 έως 13,7 εκατ. ευρώ για τη Λακωνία

Τρία χρόνια μετά την πρόταση του Γιώργου Σακελαρόπουλου, με επιστολή του προς το Επιμελητήριο Λακωνίας τον Ιανουάριο του 2023, δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 μελέτη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, με συγγραφέα τον Δημήτρη Γιακούλα, για τη δυνατότητα ίδρυσης Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στη Λακωνία και τη συμβολή του στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη.

Η αφετηρία της μελέτης είναι ότι η Λακωνία διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση, σημαντικό αριθμό ελαιώνων, ελαιοτριβείων και μονάδων τυποποίησης, καθώς και ελαιόλαδα με αναγνωρισμένη ποιότητα και διεθνείς διακρίσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, καταγράφονται αδυναμίες που περιορίζουν την προστιθέμενη αξία που μένει στον τόπο: μικρές και κατακερματισμένες εκμεταλλεύσεις, περιορισμένη τυποποίηση, χαμηλή σύνδεση της παραγωγής με την έρευνα και την καινοτομία, ανεπαρκής διάχυση τεχνογνωσίας και ευαισθησία απέναντι στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Σύμφωνα με τη μελέτη, ένα Ινστιτούτο Ελαιοκομίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους παραγωγούς, τα ελαιοτριβεία, τις επιχειρήσεις τυποποίησης, τους συνεταιρισμούς, τα πανεπιστήμια και τους ερευνητικούς φορείς. Οι δραστηριότητές του θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν επιστημονικές μελέτες, εκπαιδεύσεις και εργαστήρια, πιλοτικές εφαρμογές, εργαστηριακές αναλύσεις, πιστοποιήσεις, τεχνική υποστήριξη, ανάπτυξη νέων προϊόντων και δράσεις προβολής.

Η προτεινόμενη δομή είναι ιδιαίτερα λιτή. Προβλέπεται ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης για τον επιχειρησιακό συντονισμό και συνεργασία με εξωτερικούς επιστήμονες και εμπειρογνώμονες. Ο χώρος εκτιμάται ότι θα παραχωρηθεί από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ώστε να μην υπάρχουν έξοδα ενοικίου και βασικών λογαριασμών. Ο συνολικός ετήσιος προϋπολογισμός υπολογίζεται σε 59.500 ευρώ, από τα οποία 24.000 ευρώ αφορούν το εργοδοτικό κόστος του προσωπικού και τα υπόλοιπα κατευθύνονται σε έρευνα, εκπαίδευση, ταξίδια εργασίας, εκδηλώσεις, αναλύσεις και εξωτερικούς συνεργάτες.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται στις πιθανές έμμεσες επιδράσεις. 

Η μελέτη εξετάζει τρία σενάρια, στα οποία η γνώση, η εκπαίδευση, η βελτίωση της ποιότητας και η αύξηση της παραγωγικότητας οδηγούν σε ετήσια άνοδο της προστιθέμενης αξίας κατά 1%, 2% ή 3% στους κλάδους της γεωργίας, της μεταποίησης τροφίμων και του τουρισμού.

Στο συντηρητικό σενάριο του 1%, η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας στη Λακωνία υπολογίζεται σε περίπου 4,56 εκατ. ευρώ. 
Στο μεσαίο σενάριο του 2% φτάνει τα 9,11 εκατ. ευρώ.
Στο αισιόδοξο σενάριο του 3% προσεγγίζει τα 13,68 εκατ. ευρώ. 

Τα ποσά αυτά αντιστοιχούν περίπου στο 0,31%, 0,62% και 0,93% του ΑΕΠ της Λακωνίας αντίστοιχα.

Η ανάλυση επεκτείνεται και στο σύνολο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την παραδοχή ότι η γνώση και οι καλές πρακτικές θα διαχέονται και στις γειτονικές Περιφερειακές Ενότητες, αλλά με μειούμενη ένταση όσο αυξάνεται η απόσταση από τη Λακωνία. Στο μεσαίο σενάριο, η συνολική ετήσια αύξηση της προστιθέμενης αξίας στην Πελοπόννησο εκτιμάται σε 21,74 εκατ. ευρώ.

Η μελέτη επισημαίνει επίσης οφέλη που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε έναν ετήσιο οικονομικό πίνακα: βελτίωση της ποιότητας του λακωνικού ελαιολάδου, αύξηση της τυποποίησης, δημιουργία νέων προϊόντων, καλύτερη προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ενίσχυση της εξωστρέφειας και στενότερη σύνδεση της ελαιοκομίας με τη γαστρονομία και τον τουρισμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ελαιοτουρισμό. Επισκέψιμοι ελαιώνες και ελαιοτριβεία, γευσιγνωσίες, εκπαιδευτικές δράσεις και ολοκληρωμένες γαστρονομικές εμπειρίες θα μπορούσαν, σύμφωνα με τη μελέτη, να προσθέσουν ένα ακόμη εισόδημα στην τοπική οικονομία και να ενισχύσουν την ταυτότητα του λακωνικού προϊόντος.

Οι συγγραφείς προτείνουν θεσμική θωράκιση και λειτουργική ανεξαρτησία του Ινστιτούτου, συστηματικά προγράμματα εκπαίδευσης παραγωγών, δράσεις διεθνοποίησης και προβολής, σύνδεση με τον τουρισμό και ένταξη του εγχειρήματος σε ευρύτερη στρατηγική για ολόκληρη την Πελοπόννησο. Προτείνονται ακόμη ψηφιακή πλατφόρμα γνώσης, ανταλλαγή καλών πρακτικών και συνεργασίες μεταξύ παραγωγών, μεταποιητών και τουριστικών επιχειρήσεων.

Χρειάζεται, ωστόσο, μια βασική διευκρίνιση για την ορθή ανάγνωση των αριθμών. Τα 4,56 έως 13,68 εκατ. ευρώ δεν αποτελούν εξασφαλισμένα έσοδα ούτε αποτελέσματα που έχουν ήδη καταγραφεί. Πρόκειται για εκτιμήσεις που προκύπτουν από υποθετικά σενάρια αύξησης της προστιθέμενης αξίας κατά 1%, 2% ή 3%. Η ίδια η μελέτη αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχουν ειδικοί περιφερειακοί πίνακες εισροών-εκροών για τη Λακωνία και ότι χρησιμοποιούνται εθνικοί πολλαπλασιαστές και παραδοχές βασισμένες στη διεθνή βιβλιογραφία.

Επομένως, το βασικό μήνυμα δεν είναι ότι μια ετήσια δαπάνη 59.500 ευρώ θα μετατραπεί αυτόματα σε εκατομμύρια. Είναι ότι ένας οργανωμένος φορέας, εφόσον αποκτήσει σταθερή χρηματοδότηση, επιστημονικό κύρος, συνεργασίες και πραγματική επαφή με τους παραγωγούς, θα μπορούσε να κινητοποιήσει πολύ μεγαλύτερες αλλαγές στην παραγωγή και στην αξία του προϊόντος.

Η μελέτη προσφέρει μια ολοκληρωμένη βάση συζήτησης για ένα ζήτημα με ιδιαίτερη σημασία για τη Λακωνία. Η ίδρυση του Ινστιτούτου εμφανίζεται ως μια σοβαρή αναπτυξιακή πρόταση, αλλά η επιτυχία της θα κριθεί στην πράξη: από το θεσμικό πλαίσιο, τη στελέχωση, τη συμμετοχή των παραγωγών, τη συνέχεια της χρηματοδότησης και, κυρίως, από το κατά πόσο η επιστημονική γνώση θα φτάσει από τα γραφεία και τα εργαστήρια μέχρι τον ελαιώνα και το ελαιοτριβείο.

Το άρθρο έχει δημιουργηθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη ΑΙ της APELA

Ακολουθεί ολόκληρη η μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για την προτεινόμενη ίδρυση Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στη Λακωνία:

Τρία χρόνια μετά την πρόταση του Γιώργου Σακελαρόπουλου, με επιστολή του προς το Επιμελητήριο Λακωνίας τον Ιανουάριο του 2023, δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 μελέτη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, με συγγραφέα τον Δημήτρη Γιακούλα, για τη δυνατότητα ίδρυσης Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στη Λακωνία και τη συμβολή του στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη.

Η αφετηρία της μελέτης είναι ότι η Λακωνία διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση, σημαντικό αριθμό ελαιώνων, ελαιοτριβείων και μονάδων τυποποίησης, καθώς και ελαιόλαδα με αναγνωρισμένη ποιότητα και διεθνείς διακρίσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, καταγράφονται αδυναμίες που περιορίζουν την προστιθέμενη αξία που μένει στον τόπο: μικρές και κατακερματισμένες εκμεταλλεύσεις, περιορισμένη τυποποίηση, χαμηλή σύνδεση της παραγωγής με την έρευνα και την καινοτομία, ανεπαρκής διάχυση τεχνογνωσίας και ευαισθησία απέναντι στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Σύμφωνα με τη μελέτη, ένα Ινστιτούτο Ελαιοκομίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους παραγωγούς, τα ελαιοτριβεία, τις επιχειρήσεις τυποποίησης, τους συνεταιρισμούς, τα πανεπιστήμια και τους ερευνητικούς φορείς. Οι δραστηριότητές του θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν επιστημονικές μελέτες, εκπαιδεύσεις και εργαστήρια, πιλοτικές εφαρμογές, εργαστηριακές αναλύσεις, πιστοποιήσεις, τεχνική υποστήριξη, ανάπτυξη νέων προϊόντων και δράσεις προβολής.

Η προτεινόμενη δομή είναι ιδιαίτερα λιτή. Προβλέπεται ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης για τον επιχειρησιακό συντονισμό και συνεργασία με εξωτερικούς επιστήμονες και εμπειρογνώμονες. Ο χώρος εκτιμάται ότι θα παραχωρηθεί από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ώστε να μην υπάρχουν έξοδα ενοικίου και βασικών λογαριασμών. Ο συνολικός ετήσιος προϋπολογισμός υπολογίζεται σε 59.500 ευρώ, από τα οποία 24.000 ευρώ αφορούν το εργοδοτικό κόστος του προσωπικού και τα υπόλοιπα κατευθύνονται σε έρευνα, εκπαίδευση, ταξίδια εργασίας, εκδηλώσεις, αναλύσεις και εξωτερικούς συνεργάτες.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται στις πιθανές έμμεσες επιδράσεις. 

Η μελέτη εξετάζει τρία σενάρια, στα οποία η γνώση, η εκπαίδευση, η βελτίωση της ποιότητας και η αύξηση της παραγωγικότητας οδηγούν σε ετήσια άνοδο της προστιθέμενης αξίας κατά 1%, 2% ή 3% στους κλάδους της γεωργίας, της μεταποίησης τροφίμων και του τουρισμού.

Στο συντηρητικό σενάριο του 1%, η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας στη Λακωνία υπολογίζεται σε περίπου 4,56 εκατ. ευρώ. 
Στο μεσαίο σενάριο του 2% φτάνει τα 9,11 εκατ. ευρώ.
Στο αισιόδοξο σενάριο του 3% προσεγγίζει τα 13,68 εκατ. ευρώ. 

Τα ποσά αυτά αντιστοιχούν περίπου στο 0,31%, 0,62% και 0,93% του ΑΕΠ της Λακωνίας αντίστοιχα.

Η ανάλυση επεκτείνεται και στο σύνολο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με την παραδοχή ότι η γνώση και οι καλές πρακτικές θα διαχέονται και στις γειτονικές Περιφερειακές Ενότητες, αλλά με μειούμενη ένταση όσο αυξάνεται η απόσταση από τη Λακωνία. Στο μεσαίο σενάριο, η συνολική ετήσια αύξηση της προστιθέμενης αξίας στην Πελοπόννησο εκτιμάται σε 21,74 εκατ. ευρώ.

Η μελέτη επισημαίνει επίσης οφέλη που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε έναν ετήσιο οικονομικό πίνακα: βελτίωση της ποιότητας του λακωνικού ελαιολάδου, αύξηση της τυποποίησης, δημιουργία νέων προϊόντων, καλύτερη προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, ενίσχυση της εξωστρέφειας και στενότερη σύνδεση της ελαιοκομίας με τη γαστρονομία και τον τουρισμό.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ελαιοτουρισμό. Επισκέψιμοι ελαιώνες και ελαιοτριβεία, γευσιγνωσίες, εκπαιδευτικές δράσεις και ολοκληρωμένες γαστρονομικές εμπειρίες θα μπορούσαν, σύμφωνα με τη μελέτη, να προσθέσουν ένα ακόμη εισόδημα στην τοπική οικονομία και να ενισχύσουν την ταυτότητα του λακωνικού προϊόντος.

Οι συγγραφείς προτείνουν θεσμική θωράκιση και λειτουργική ανεξαρτησία του Ινστιτούτου, συστηματικά προγράμματα εκπαίδευσης παραγωγών, δράσεις διεθνοποίησης και προβολής, σύνδεση με τον τουρισμό και ένταξη του εγχειρήματος σε ευρύτερη στρατηγική για ολόκληρη την Πελοπόννησο. Προτείνονται ακόμη ψηφιακή πλατφόρμα γνώσης, ανταλλαγή καλών πρακτικών και συνεργασίες μεταξύ παραγωγών, μεταποιητών και τουριστικών επιχειρήσεων.

Χρειάζεται, ωστόσο, μια βασική διευκρίνιση για την ορθή ανάγνωση των αριθμών. Τα 4,56 έως 13,68 εκατ. ευρώ δεν αποτελούν εξασφαλισμένα έσοδα ούτε αποτελέσματα που έχουν ήδη καταγραφεί. Πρόκειται για εκτιμήσεις που προκύπτουν από υποθετικά σενάρια αύξησης της προστιθέμενης αξίας κατά 1%, 2% ή 3%. Η ίδια η μελέτη αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχουν ειδικοί περιφερειακοί πίνακες εισροών-εκροών για τη Λακωνία και ότι χρησιμοποιούνται εθνικοί πολλαπλασιαστές και παραδοχές βασισμένες στη διεθνή βιβλιογραφία.

Επομένως, το βασικό μήνυμα δεν είναι ότι μια ετήσια δαπάνη 59.500 ευρώ θα μετατραπεί αυτόματα σε εκατομμύρια. Είναι ότι ένας οργανωμένος φορέας, εφόσον αποκτήσει σταθερή χρηματοδότηση, επιστημονικό κύρος, συνεργασίες και πραγματική επαφή με τους παραγωγούς, θα μπορούσε να κινητοποιήσει πολύ μεγαλύτερες αλλαγές στην παραγωγή και στην αξία του προϊόντος.

Η μελέτη προσφέρει μια ολοκληρωμένη βάση συζήτησης για ένα ζήτημα με ιδιαίτερη σημασία για τη Λακωνία. Η ίδρυση του Ινστιτούτου εμφανίζεται ως μια σοβαρή αναπτυξιακή πρόταση, αλλά η επιτυχία της θα κριθεί στην πράξη: από το θεσμικό πλαίσιο, τη στελέχωση, τη συμμετοχή των παραγωγών, τη συνέχεια της χρηματοδότησης και, κυρίως, από το κατά πόσο η επιστημονική γνώση θα φτάσει από τα γραφεία και τα εργαστήρια μέχρι τον ελαιώνα και το ελαιοτριβείο.

Το άρθρο έχει δημιουργηθεί από Τεχνητή Νοημοσύνη ΑΙ της APELA

Ακολουθεί ολόκληρη η μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για την προτεινόμενη ίδρυση Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στη Λακωνία:

Η APELA προτείνει

image