notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Νικηταρίδης: Στα Τσίντζινα του 1908

slider_image

Μοιράσου το άρθρο:

22-05-2013

 Ο ανταποκριτής Λέανδρος της αθηναϊκής εφημερίδας "Σκριπ" συνεχίζει στο φύλλο της 26ης Αυγούστου 1908 να περιγράφει εκτενώς και με εύγλωττο τρόπο την εξαίσια φύση που περιέβαλλε τα Τσίντζινα και που ευτυχώς συνεχίζει να τα περιβάλλει και στις μέρες μας. Επίσης, περιγράφει σκηνές από την καθημερινότητα πάνω από έναν αιώνα πριν, που έχουν στο σήμερα τη δική τους αξία, ως αποτύπωμα λαογραφικής ιστορίας στο διάβα του σήμερα.

Ας συνεχίσουμε το ταξίδι μας πίσω στο χρόνο λοιπόν, διατηρώντας και πάλι την ορθογραφία της εποχής, διότι μπορεί κάπως να ξενίζει, αλλά έχει κι αυτή τη γοητεία της:

"Με τον αμαξωτό δρόμο για τον οποίον έγραφα στην προηγούμενη μου ανταπόκριση, τα Τσίντζινα θα μαζεύουν πολύν και διαλεχτό κόσμο κάθε καλοκαίρι, γιατί έχουν χίλιων ειδών φυσικές ωμορφιές στις οποίες θα βρίσκει απόλαυση κατά το πιο ιδιαίτερο γούστο του πιο απαιτητικού ξένου. 950 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, στα ψηλότερα βουνά του Πάρνωνος, είνε χτισμένα 500 σπίτια γιομισμένα από τους κατοίκους των δύο μεγαλειτέρων χωριών του δήμου Θεραπνών : της Γκοριτσάς και της Ζουπαίνης. Το πρώτο είνε και το πρώτο χωριό του δήμου, η πρωτεύουσα 5 ώρες μακρυά από τα Τσίντζινα. Τόσο απέχει και το δεύτερο. 2.200 είνε οι κάτοικοι των δύο αυτών χωριών που έρχονται κάθε καλοκαίρι να γίνουν Τσιντζινιώτες. Τον χειμώνα παίρνουν πάλι το δρόμο για τη Γκοριτσά και για τη Ζούπαινα και στα χιονοσκεπασμένα Τσίντζινα αφήνουν 3 φύλακες που τους διαλέγουν σε τακτική εκλογή με ψηφοδέλτια, από το καλοκαίρι. Δύο μεγάλες ρεμματιές που είνε μέσα στο χωριό χωρίζουν τα 500 σπίτια του σε τρεις συνοικίες, και δύο μεγάλα ωμορφοκτισμένα γεφύρια ενώνουν τις τρεις αυτές συνοικίες που τις στολίζουν τώρα πολλά ωμορφοκτισμένα σπίτια φτιασμένα από τα Αμερικάνικα δολλάρια που έχυναν και χύνουν με τη σέσουλα μέσα στο χωριό, οι ξενητεμμένοι του, οι πιο εργατικοί, οι πιο οικονόμοι, οι πιο πλούσιοι από τους Ρωμηούς κατοίκους της Αμερικής.

Δάση, αληθινά δάση από έλατα και πεύκα, χώνουν το χωριό σε μια ζωηρόχρωμη πρασινάδα και δίνουν στο μάτι μια μαγευτική εικόνα με την πιο ζωντανή ζωγραφιά της αληθινής φυσικής ωμορφιάς. Νερά, κεφαλάρια που χύνουν ολόκληρα ποτάμια μέσα στις δύο μεγάλες ρεμματιές και κεφαλάρια που χύνουν τα νερά τους μέσα στους κήπους του χωριού, νερά κρύα σαν πάγος, σαν χιόνι, νερά που βγαίνουν από την καρδιά των δασοσκεπασμένων βουνών, σκορπίζουν μαζί με τον αέρα του βουνού υγεία, και με την βοή που κάνουν στο φύσημα και στο κύλημα τους, διαλαλούν το μεγάλο προνόμιο που έχει από τη φύση το χωριό, που μέσα του και γύρω του έχυσε κι έβγαλε ο Πάρνων όλα τα νερά και τα δάση του. Ένα αληθινό καλλιτέχνημα. Ένα πλαίσιο φυσικό έχει γύρω της αυτή η γοητευτική ζωγραφιά του χωριού, ένα πλαίσιο που οι τέσσαρες μεγάλες πλευρές του στολίζονται με ζωντανώτερα ακόμη χρώματα, με πλουσιώτερα ακόμη στολίδια απ΄ όσα γιομίζουν και στολίζουν το ίδιο το χωριό.

Στις τρεις μεγάλες γραμμές του τις δασοσκεπασμένες, τρεις καλοδιάβατοι δρόμοι τραβούν σαν μαγνήτες κάθε ντόπιο και κάθε ξένο φίλο της εξοχής και τον βγάζουν, ύστερα από ένα μεγάλο περίπατο, σε άλλα ώμορφα γειτονικά χωριά. Τρεις καλοδιάβατοι δρόμοι σκεπασμένοι πέρα και πέρα από τον ίσκιο του πεύκου και του ελατιού. Ο τέταρτος όμως πούνε στην τέταρτη γραμμή του είνε ο πιο ώμορφος, ο πιο πολυσύχναστος. Είνε ο δρόμος που φέρνει στο μεγάλο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, μια ώρα μακρυά από τα Τσίντζινα. Είνε ο δρόμος που φέρνει σ΄ ένα απέραντο και βαθύ πυκνοδάσος κοντά στο Μοναστήρι. Και ο δρόμος αυτός είνε μια μεγάλη ρεμματιά χαραγμένη φυσικά σ΄ ένα δασοσκεπασμενο βουνό. Μέσα σ΄ αυτή τη ρεμματικά αγκαλιάζεται η ωμορφιά της τέχνης με την ωμορφιά τη φυσική. Το αγκάλιασμα τους αρχίζει μέσα από το χωριό και τελειώνει μέσα βαθειά στη βαθύσκια πρασινάδα του δάσους του Μοναστηριού. Δείχνει στο αγκάλισμα του αυτό η φύσις την δύναμη της μ΄ ένα αφάνταστο μεγαλείο που εχάρισε σε κάτι γίγαντες που στέκονται καμαρωτοί και υπερήφανοι στα πλάγια της μεγάλης ρεμματιάς, σε θεόρατα έλατα και πεύκα που απλώνουν το μεγάλον ίσκιο τους και χαϊδεύουν απαλά της τέχνης ωμορφιές. Τους κήπους που με μεγάλη τέχνη έβαλαν μέσα στην πλατειά ρεμματιά, κήπους που μοιάζουν με ώμορφες καλοκτενισμένες και ανθοστολισμένες κοπέλλες και ντροπαλές κοπέλλες μπροστά στους ανδρειωμένους του βουνού. Μπροστά στα θεριωμένα έλατα και πεύκα. Κήπους που μοιάζουν με κοπέλλες που πληρώνουν με την ευωδιά τους το γλυκό τραγούδι που ψιθυρίζει σ΄ αυτές ο διαβάτης που τον κρατούν εκεί ώρες ολόκληρες μαγεμμένον με τα κάλλη τους…

Έτσι με την τέταρτη αυτή γραμμή που κάνει η μυριοστολισμένη ρεμματιά τελειώνει το πλούσιο, το φυσικό του χωριού, τελειώνει το φυσικό πλούσιο της πανεύμορφης εικόνας, που την κάνει το ίδιο το χωριό.

Γεμάτα τα Τσίντζινα από καφενεία. Από τον μεγάλο πληθυσμό τους περισσεύουν αρκετοί χασομέρηδες για να τα συντηρούν. Δύο τα καλλίτερα είνε του Νικ. Μαρίνου και του Νικόλ. Τρήρη όπου γίνεται και το μεγαλείτερο μάζωμα των πιο διαλεχτών του χωριού και των ξένων. Αληθινό ξεθέωμα της τράπουλας στα τραπεζάκια των δύο καφενείων. Το πόκερ, το μάους, το κιάμο και η πρέφα παίζονται ώρες ολόκληρες. Αθώο όμως το παιγνίδι και χωρίς…αιματοχησία ! Με πείσμα δυνατό, αλλά και χωρίς άδεισμα και γιόμισμα των Τσιντζινιώτικων χαζηνέδων. Ο ντζόγος με τα Τσίντζινα δεν έκαμε ευτυχώς έως τώρα την γνωριμία του. Ο Χρήστο Κολόμπο ! Είνε το νικητήριο άγγελμα το γεμάτο από ενθουσιασμό, το θριαμβευτικό, που σαλπίζει σαν σάλπισμα η φωνή ενός τρομερού ποκερίστα. Ο Χρήστος Κολόμβος ! Είνε η φωνή ενός Κουζίνου ! Είνε δε Κουζίνος ο αρχιτύπαρος των Τσιντζίνων, και τύπαρος όπου και αν τύχη είτε σε άλλο χωριό, είτε σε άλλη πολιτεία ! Κοσμογυρισμένος και πολυμορφωμένος έχει λίγα χρόνια που γύρισε από την Αμερική, όπου έκαμε την τύχη του με αρκετές χιλιάδες από δολλάρια. Γεμάτος αίσθημα, φανερώνει όταν φωνάζη με χαρά το Christo Colombo την ευγνωμοσύνην του στο πνεύμα του μακαρίτη που ανεκάλυψε τον τόπο όπου εκέρδισε τα δολλάρια και έμαθε το… πόκερ.

Τρομερός μακαρονοφαγάς ο Κουζίνος έχει την ιδέα ότι τα μακαρόνια είνε η πιο καλή τροφή για την υγεία και την ιδέα αυτή θέλει σώνει και καλά να την παραδεχθούν και όλοι οι άλλοι Τσιντζινιώτες και θα το κατορθώση γιατί από τις χιλιάδες των δολλαρίων του θα τις κάμη μεγάλο και ώμορφο…μακαρονοποιείο ! Την αγάπη του, τη λατρεία του για τα μακαρόνια θέλει να την κρατήση έως την τελευταία του πνοή και γι΄ αυτό λέει ότι αν βαρεθή τη ζωή θ΄ αυτοκτονήση καμμιά ώρα με…μακαρόνια ! Για να βαρεθή όμως τη ζωή του δεν υπάρχει φόβος γιατί είνε πάντοτε γεμάτος καρδιά και κέφι ! Αλλά δεν είνε μόνον μακαρονοφάγος ο Κουζίνος. Είνε και τρομερός εφημεριδοφάγος. Όταν τελειώση τα μακαρόνια του και το πόκερ, κάθεται μπροστά σ΄ ένα σωρό από Αμερικάνικες κι Ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά, και περνά εκεί ολόκληρες ώρες μαζεύοντας στην φοβερή μνήμη του τα σπουδαιότερα και τα νοστιμώτερα νέα και περίεργα, τα οποία γεμίζει με απαράμιλλο χιούμορ, και με λεπτομέρειες ύστερα σκορπίζει στην πάντοτε μεγάλη και διαλεχτή συντροφιά του. Δεν την έχει όμως πάντοτε στη διάθεση του τη δεύτερη αυτή τροφή ο Κουζίνος, όπως έχει την πρώτη. Η κουζίνα του, του δίνει με ευκολία την πρώτη, αλλά τη δεύτερη περιμένει από άλλη κουζίνα να την πάρη. Από την κουζίνα του μεγάλου και κεντρικού Ταχυδρομείου της Ρωμηοσύνης. Απ΄ αυτήν πολλές φορές περνάει πολύ υλικό που έρχεται από το εξωτερικό…μαγειρεύεται και…καταβροχθίζεται, χωρίς να παίρνουν ούτε μεζέ εκείνοι για τους οποίους το στέλνουν από το εξωτερικό οι ιδικοί των. Έτσι φαίνεται το υλικό της δεύτερης τροφής του καϋμένου του Κουζίνου εκεί μαγειρεύεται και…καταβροχθίζεται με την ίδια ευκολία με την οποία καταβροχθίζει αυτός τα μακαρόνια του ! Ο Christo Colombo ! Πνεύμα του Colombo ρίξε στην καρδιά του παρηγοριά, γιατί τα ίδια γίνονται και στην…Ευρώπη και στην Αμερική ακόμη…

Αφάνταστη γοητεία σκορπίζει το ηλιοβασίλεμμα στα βουνά που βρίσκονται στο ανατολικό μέρος του χωριού δέκα λεπτά της ώρας μακρυά του. Σαν ένας μεγάλος πέπλος απλώνεται και σκεπάζει την πρασινάδα του πεύκου το ζωηρό και γλυκό κοκκινωπό χρώμα που ρίχνουν εκεί οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου. Πολλές φορές το ηλιοβασίλεμμα γίνεται ζωηρότερο στο κόκκινο χρώμα που ρίχνει στα βουνά και από μακρυά τότε φαίνεται σαν μια μεγάλη και πολυαπλωμένη φωτιά που με τις φλόγες της γυρεύει να μαράνη, να νεκρώση τις αστείρευτες πηγές που χύνουν από τις πλευρές εκείνες των βουνών αθάνατα τα άφθονα νερά τους. Στο θέαμα αυτό το μαγικό που πάνε πολλοί εκείνες τις στιγμές να τ΄ απολαύσουν, άλλο φανερώνεται τις ίδιες στιγμές στα μάτια τους, γεμάτο αυτό από θρησκευτικό μεγαλείο. Μια μεγάλη γραμμή από τον εργατικό πληθυσμό του χωριού γεμίζει στον καιρό του θερισμού το μεγάλο δρόμο που περνάει ανάμεσα σ΄ εκείνα τα βουνά. Γυρίζουν από το θερισμό κι από τ΄ αλώνια και φέρνουν κάτω στους μύλους του χωριού ν΄ αλέσουν το σιτάρι που τους έδωσαν τα χωράφια τους. Περνάνε κάτω από ένα πελώριο βράχο που στέκεται γυρτός προς το μεγάλο δρόμο. Εκεί στέκονται, σταυροκοπιούνται με αληθινή ευλάβεια, κι ύστερα από λίγες στιγμές τραβούν πάλι, με την καρδιά γεμάτη χαρά και πίστη, στο χωριό. Κάτω από τον μεγάλο γυρτό βράχο πήραν την ευλογία από τους δύο Αγίους που τους έχουν ψηλά σε δύο βουνά, που τώρα ο γυρτός βράχος τα χωρίζει, δυο άσπρα εξωκκλήσια. Επήραν την ευλογία από τον Άϊ Γιάννη τον Πρόδρομο και από την Αγία Μαρίνα. Εκεί που είνε τώρα το εξωκκλήσι της Αγιάς-Μαρίνας, ήθελαν εδώ και τετρακόσια χρόνια να κάμουν οι παλαιοί Τσιντζινιώτες το εξωκκλήσι του Προδρόμου. Επήραν μαστόρους κι εργαλεία και τους έστειλαν ΄κει πάνω μια μέρα για ν΄ αρχίσουν την εκκλησιά. Έβγαλαν τα θεμέλια την πρώτη μέρα οι μάστοροι κι επερίμεναν την δεύτερη για ν΄ αρχίσουν το κτίσιμο.

Στον ύπνο τους όμως ΄κει πάνω την πρώτη νύχτα βλέπουν τον Άγιο να πέρνη τα εργαλεία τους, να χώνη τα θεμέλια και να τους δείχνη πατώντας σ΄ ένα ψηλό βράχο που εχώριζε τα βουνά που πάνω ήθελαν να κτίσουν από ένα άλλο απέναντι βουνό, μια σπηλιά μεγάλη και βαθειά που ήταν λίγο παρακάτω από την κορυφή του.

Δεν ήταν όνειρο εκείνο που είδαν. Σηκώνονται και βλέπουν χωμένα τα θεμέλια, παρμένα τα εργαλεία και γυρτόν κάτω πολύ τον μεγάλο βράχο που επάτησε ο Άγιος τη στιγμή που τους έδειχνε τη μεγάλη σπηλιά στο απέναντι βουνό. Το θέλημα του Αγίου έγινε. Το εξωκκλήσι έγινε εκεί που έδειξε με το χέρι του και ΄κει που δείχνει τώρα και τα θα δείχνη παντοτινά και ο γυρτός βράχος, που οι σημερινοί Τσιντζινιώτες τον ονομάζουν "Σκυφτό Κοτρώνι".
 
Νικόλαος Νικηταρίδης

 Ο ανταποκριτής Λέανδρος της αθηναϊκής εφημερίδας "Σκριπ" συνεχίζει στο φύλλο της 26ης Αυγούστου 1908 να περιγράφει εκτενώς και με εύγλωττο τρόπο την εξαίσια φύση που περιέβαλλε τα Τσίντζινα και που ευτυχώς συνεχίζει να τα περιβάλλει και στις μέρες μας. Επίσης, περιγράφει σκηνές από την καθημερινότητα πάνω από έναν αιώνα πριν, που έχουν στο σήμερα τη δική τους αξία, ως αποτύπωμα λαογραφικής ιστορίας στο διάβα του σήμερα.

Ας συνεχίσουμε το ταξίδι μας πίσω στο χρόνο λοιπόν, διατηρώντας και πάλι την ορθογραφία της εποχής, διότι μπορεί κάπως να ξενίζει, αλλά έχει κι αυτή τη γοητεία της:

"Με τον αμαξωτό δρόμο για τον οποίον έγραφα στην προηγούμενη μου ανταπόκριση, τα Τσίντζινα θα μαζεύουν πολύν και διαλεχτό κόσμο κάθε καλοκαίρι, γιατί έχουν χίλιων ειδών φυσικές ωμορφιές στις οποίες θα βρίσκει απόλαυση κατά το πιο ιδιαίτερο γούστο του πιο απαιτητικού ξένου. 950 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, στα ψηλότερα βουνά του Πάρνωνος, είνε χτισμένα 500 σπίτια γιομισμένα από τους κατοίκους των δύο μεγαλειτέρων χωριών του δήμου Θεραπνών : της Γκοριτσάς και της Ζουπαίνης. Το πρώτο είνε και το πρώτο χωριό του δήμου, η πρωτεύουσα 5 ώρες μακρυά από τα Τσίντζινα. Τόσο απέχει και το δεύτερο. 2.200 είνε οι κάτοικοι των δύο αυτών χωριών που έρχονται κάθε καλοκαίρι να γίνουν Τσιντζινιώτες. Τον χειμώνα παίρνουν πάλι το δρόμο για τη Γκοριτσά και για τη Ζούπαινα και στα χιονοσκεπασμένα Τσίντζινα αφήνουν 3 φύλακες που τους διαλέγουν σε τακτική εκλογή με ψηφοδέλτια, από το καλοκαίρι. Δύο μεγάλες ρεμματιές που είνε μέσα στο χωριό χωρίζουν τα 500 σπίτια του σε τρεις συνοικίες, και δύο μεγάλα ωμορφοκτισμένα γεφύρια ενώνουν τις τρεις αυτές συνοικίες που τις στολίζουν τώρα πολλά ωμορφοκτισμένα σπίτια φτιασμένα από τα Αμερικάνικα δολλάρια που έχυναν και χύνουν με τη σέσουλα μέσα στο χωριό, οι ξενητεμμένοι του, οι πιο εργατικοί, οι πιο οικονόμοι, οι πιο πλούσιοι από τους Ρωμηούς κατοίκους της Αμερικής.

Δάση, αληθινά δάση από έλατα και πεύκα, χώνουν το χωριό σε μια ζωηρόχρωμη πρασινάδα και δίνουν στο μάτι μια μαγευτική εικόνα με την πιο ζωντανή ζωγραφιά της αληθινής φυσικής ωμορφιάς. Νερά, κεφαλάρια που χύνουν ολόκληρα ποτάμια μέσα στις δύο μεγάλες ρεμματιές και κεφαλάρια που χύνουν τα νερά τους μέσα στους κήπους του χωριού, νερά κρύα σαν πάγος, σαν χιόνι, νερά που βγαίνουν από την καρδιά των δασοσκεπασμένων βουνών, σκορπίζουν μαζί με τον αέρα του βουνού υγεία, και με την βοή που κάνουν στο φύσημα και στο κύλημα τους, διαλαλούν το μεγάλο προνόμιο που έχει από τη φύση το χωριό, που μέσα του και γύρω του έχυσε κι έβγαλε ο Πάρνων όλα τα νερά και τα δάση του. Ένα αληθινό καλλιτέχνημα. Ένα πλαίσιο φυσικό έχει γύρω της αυτή η γοητευτική ζωγραφιά του χωριού, ένα πλαίσιο που οι τέσσαρες μεγάλες πλευρές του στολίζονται με ζωντανώτερα ακόμη χρώματα, με πλουσιώτερα ακόμη στολίδια απ΄ όσα γιομίζουν και στολίζουν το ίδιο το χωριό.

Στις τρεις μεγάλες γραμμές του τις δασοσκεπασμένες, τρεις καλοδιάβατοι δρόμοι τραβούν σαν μαγνήτες κάθε ντόπιο και κάθε ξένο φίλο της εξοχής και τον βγάζουν, ύστερα από ένα μεγάλο περίπατο, σε άλλα ώμορφα γειτονικά χωριά. Τρεις καλοδιάβατοι δρόμοι σκεπασμένοι πέρα και πέρα από τον ίσκιο του πεύκου και του ελατιού. Ο τέταρτος όμως πούνε στην τέταρτη γραμμή του είνε ο πιο ώμορφος, ο πιο πολυσύχναστος. Είνε ο δρόμος που φέρνει στο μεγάλο μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, μια ώρα μακρυά από τα Τσίντζινα. Είνε ο δρόμος που φέρνει σ΄ ένα απέραντο και βαθύ πυκνοδάσος κοντά στο Μοναστήρι. Και ο δρόμος αυτός είνε μια μεγάλη ρεμματιά χαραγμένη φυσικά σ΄ ένα δασοσκεπασμενο βουνό. Μέσα σ΄ αυτή τη ρεμματικά αγκαλιάζεται η ωμορφιά της τέχνης με την ωμορφιά τη φυσική. Το αγκάλιασμα τους αρχίζει μέσα από το χωριό και τελειώνει μέσα βαθειά στη βαθύσκια πρασινάδα του δάσους του Μοναστηριού. Δείχνει στο αγκάλισμα του αυτό η φύσις την δύναμη της μ΄ ένα αφάνταστο μεγαλείο που εχάρισε σε κάτι γίγαντες που στέκονται καμαρωτοί και υπερήφανοι στα πλάγια της μεγάλης ρεμματιάς, σε θεόρατα έλατα και πεύκα που απλώνουν το μεγάλον ίσκιο τους και χαϊδεύουν απαλά της τέχνης ωμορφιές. Τους κήπους που με μεγάλη τέχνη έβαλαν μέσα στην πλατειά ρεμματιά, κήπους που μοιάζουν με ώμορφες καλοκτενισμένες και ανθοστολισμένες κοπέλλες και ντροπαλές κοπέλλες μπροστά στους ανδρειωμένους του βουνού. Μπροστά στα θεριωμένα έλατα και πεύκα. Κήπους που μοιάζουν με κοπέλλες που πληρώνουν με την ευωδιά τους το γλυκό τραγούδι που ψιθυρίζει σ΄ αυτές ο διαβάτης που τον κρατούν εκεί ώρες ολόκληρες μαγεμμένον με τα κάλλη τους…

Έτσι με την τέταρτη αυτή γραμμή που κάνει η μυριοστολισμένη ρεμματιά τελειώνει το πλούσιο, το φυσικό του χωριού, τελειώνει το φυσικό πλούσιο της πανεύμορφης εικόνας, που την κάνει το ίδιο το χωριό.

Γεμάτα τα Τσίντζινα από καφενεία. Από τον μεγάλο πληθυσμό τους περισσεύουν αρκετοί χασομέρηδες για να τα συντηρούν. Δύο τα καλλίτερα είνε του Νικ. Μαρίνου και του Νικόλ. Τρήρη όπου γίνεται και το μεγαλείτερο μάζωμα των πιο διαλεχτών του χωριού και των ξένων. Αληθινό ξεθέωμα της τράπουλας στα τραπεζάκια των δύο καφενείων. Το πόκερ, το μάους, το κιάμο και η πρέφα παίζονται ώρες ολόκληρες. Αθώο όμως το παιγνίδι και χωρίς…αιματοχησία ! Με πείσμα δυνατό, αλλά και χωρίς άδεισμα και γιόμισμα των Τσιντζινιώτικων χαζηνέδων. Ο ντζόγος με τα Τσίντζινα δεν έκαμε ευτυχώς έως τώρα την γνωριμία του. Ο Χρήστο Κολόμπο ! Είνε το νικητήριο άγγελμα το γεμάτο από ενθουσιασμό, το θριαμβευτικό, που σαλπίζει σαν σάλπισμα η φωνή ενός τρομερού ποκερίστα. Ο Χρήστος Κολόμβος ! Είνε η φωνή ενός Κουζίνου ! Είνε δε Κουζίνος ο αρχιτύπαρος των Τσιντζίνων, και τύπαρος όπου και αν τύχη είτε σε άλλο χωριό, είτε σε άλλη πολιτεία ! Κοσμογυρισμένος και πολυμορφωμένος έχει λίγα χρόνια που γύρισε από την Αμερική, όπου έκαμε την τύχη του με αρκετές χιλιάδες από δολλάρια. Γεμάτος αίσθημα, φανερώνει όταν φωνάζη με χαρά το Christo Colombo την ευγνωμοσύνην του στο πνεύμα του μακαρίτη που ανεκάλυψε τον τόπο όπου εκέρδισε τα δολλάρια και έμαθε το… πόκερ.

Τρομερός μακαρονοφαγάς ο Κουζίνος έχει την ιδέα ότι τα μακαρόνια είνε η πιο καλή τροφή για την υγεία και την ιδέα αυτή θέλει σώνει και καλά να την παραδεχθούν και όλοι οι άλλοι Τσιντζινιώτες και θα το κατορθώση γιατί από τις χιλιάδες των δολλαρίων του θα τις κάμη μεγάλο και ώμορφο…μακαρονοποιείο ! Την αγάπη του, τη λατρεία του για τα μακαρόνια θέλει να την κρατήση έως την τελευταία του πνοή και γι΄ αυτό λέει ότι αν βαρεθή τη ζωή θ΄ αυτοκτονήση καμμιά ώρα με…μακαρόνια ! Για να βαρεθή όμως τη ζωή του δεν υπάρχει φόβος γιατί είνε πάντοτε γεμάτος καρδιά και κέφι ! Αλλά δεν είνε μόνον μακαρονοφάγος ο Κουζίνος. Είνε και τρομερός εφημεριδοφάγος. Όταν τελειώση τα μακαρόνια του και το πόκερ, κάθεται μπροστά σ΄ ένα σωρό από Αμερικάνικες κι Ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά, και περνά εκεί ολόκληρες ώρες μαζεύοντας στην φοβερή μνήμη του τα σπουδαιότερα και τα νοστιμώτερα νέα και περίεργα, τα οποία γεμίζει με απαράμιλλο χιούμορ, και με λεπτομέρειες ύστερα σκορπίζει στην πάντοτε μεγάλη και διαλεχτή συντροφιά του. Δεν την έχει όμως πάντοτε στη διάθεση του τη δεύτερη αυτή τροφή ο Κουζίνος, όπως έχει την πρώτη. Η κουζίνα του, του δίνει με ευκολία την πρώτη, αλλά τη δεύτερη περιμένει από άλλη κουζίνα να την πάρη. Από την κουζίνα του μεγάλου και κεντρικού Ταχυδρομείου της Ρωμηοσύνης. Απ΄ αυτήν πολλές φορές περνάει πολύ υλικό που έρχεται από το εξωτερικό…μαγειρεύεται και…καταβροχθίζεται, χωρίς να παίρνουν ούτε μεζέ εκείνοι για τους οποίους το στέλνουν από το εξωτερικό οι ιδικοί των. Έτσι φαίνεται το υλικό της δεύτερης τροφής του καϋμένου του Κουζίνου εκεί μαγειρεύεται και…καταβροχθίζεται με την ίδια ευκολία με την οποία καταβροχθίζει αυτός τα μακαρόνια του ! Ο Christo Colombo ! Πνεύμα του Colombo ρίξε στην καρδιά του παρηγοριά, γιατί τα ίδια γίνονται και στην…Ευρώπη και στην Αμερική ακόμη…

Αφάνταστη γοητεία σκορπίζει το ηλιοβασίλεμμα στα βουνά που βρίσκονται στο ανατολικό μέρος του χωριού δέκα λεπτά της ώρας μακρυά του. Σαν ένας μεγάλος πέπλος απλώνεται και σκεπάζει την πρασινάδα του πεύκου το ζωηρό και γλυκό κοκκινωπό χρώμα που ρίχνουν εκεί οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου. Πολλές φορές το ηλιοβασίλεμμα γίνεται ζωηρότερο στο κόκκινο χρώμα που ρίχνει στα βουνά και από μακρυά τότε φαίνεται σαν μια μεγάλη και πολυαπλωμένη φωτιά που με τις φλόγες της γυρεύει να μαράνη, να νεκρώση τις αστείρευτες πηγές που χύνουν από τις πλευρές εκείνες των βουνών αθάνατα τα άφθονα νερά τους. Στο θέαμα αυτό το μαγικό που πάνε πολλοί εκείνες τις στιγμές να τ΄ απολαύσουν, άλλο φανερώνεται τις ίδιες στιγμές στα μάτια τους, γεμάτο αυτό από θρησκευτικό μεγαλείο. Μια μεγάλη γραμμή από τον εργατικό πληθυσμό του χωριού γεμίζει στον καιρό του θερισμού το μεγάλο δρόμο που περνάει ανάμεσα σ΄ εκείνα τα βουνά. Γυρίζουν από το θερισμό κι από τ΄ αλώνια και φέρνουν κάτω στους μύλους του χωριού ν΄ αλέσουν το σιτάρι που τους έδωσαν τα χωράφια τους. Περνάνε κάτω από ένα πελώριο βράχο που στέκεται γυρτός προς το μεγάλο δρόμο. Εκεί στέκονται, σταυροκοπιούνται με αληθινή ευλάβεια, κι ύστερα από λίγες στιγμές τραβούν πάλι, με την καρδιά γεμάτη χαρά και πίστη, στο χωριό. Κάτω από τον μεγάλο γυρτό βράχο πήραν την ευλογία από τους δύο Αγίους που τους έχουν ψηλά σε δύο βουνά, που τώρα ο γυρτός βράχος τα χωρίζει, δυο άσπρα εξωκκλήσια. Επήραν την ευλογία από τον Άϊ Γιάννη τον Πρόδρομο και από την Αγία Μαρίνα. Εκεί που είνε τώρα το εξωκκλήσι της Αγιάς-Μαρίνας, ήθελαν εδώ και τετρακόσια χρόνια να κάμουν οι παλαιοί Τσιντζινιώτες το εξωκκλήσι του Προδρόμου. Επήραν μαστόρους κι εργαλεία και τους έστειλαν ΄κει πάνω μια μέρα για ν΄ αρχίσουν την εκκλησιά. Έβγαλαν τα θεμέλια την πρώτη μέρα οι μάστοροι κι επερίμεναν την δεύτερη για ν΄ αρχίσουν το κτίσιμο.

Στον ύπνο τους όμως ΄κει πάνω την πρώτη νύχτα βλέπουν τον Άγιο να πέρνη τα εργαλεία τους, να χώνη τα θεμέλια και να τους δείχνη πατώντας σ΄ ένα ψηλό βράχο που εχώριζε τα βουνά που πάνω ήθελαν να κτίσουν από ένα άλλο απέναντι βουνό, μια σπηλιά μεγάλη και βαθειά που ήταν λίγο παρακάτω από την κορυφή του.

Δεν ήταν όνειρο εκείνο που είδαν. Σηκώνονται και βλέπουν χωμένα τα θεμέλια, παρμένα τα εργαλεία και γυρτόν κάτω πολύ τον μεγάλο βράχο που επάτησε ο Άγιος τη στιγμή που τους έδειχνε τη μεγάλη σπηλιά στο απέναντι βουνό. Το θέλημα του Αγίου έγινε. Το εξωκκλήσι έγινε εκεί που έδειξε με το χέρι του και ΄κει που δείχνει τώρα και τα θα δείχνη παντοτινά και ο γυρτός βράχος, που οι σημερινοί Τσιντζινιώτες τον ονομάζουν "Σκυφτό Κοτρώνι".
 
Νικόλαος Νικηταρίδης

Η APELA προτείνει

image

Eτικέτες :
images Άρθρα
17-03-2026

Τι ζούμε!

images Άρθρα
11-02-2026

Η γλώσσα μας