Επαίτης: Κλεπτόμενος και κλέφτης
Μοιράσου το άρθρο:
04-02-2026
Γράφει η Ελένη Παπατσώρη
Η οδύνη του κόσμου περιμένει απ’
το λαρύγγι μου μέσα, Ευαγγέλιο να
αναβλύσει.
Ένα από τα κακά που συνόδευσαν την διαίρεση της κοινωνίας, από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι η επαιτεία. Από την εποχή της οικονομικής διαφοροποίησης, για ορισμένα στρώματα της κοινωνίας, έγινε απαραίτητη η δουλειά με αμοιβή, προκειμένου να εξοικονομήσουν τα αναγκαία για το βιοπορισμό τους. Αυτό δεν άρεσε σε όλους, οπότε εμφανίσθηκε η επαιτεία.
Πάντοτε ένα ποσοστό από αυτούς που είχαν ανάγκη την εργασία για να ζήσουν, θέλησαν να αποφύγουν την σκληρότητα της δουλειάς, στηριζόμενοι στην «αγάπη» των άλλων για τον άνθρωπο, στην φιλαλληλία και στα λοιπά φιλανθρωπικά αισθήματά τους.
Με την θέλησή τους οι φυγόπονοι και τεμπέληδες κατέφευγαν στην ζητιανιά. Προτιμούσαν να βιώνουν την αθλιότητα της ανθρώπινης υπόστασης και στο επίπεδο της εξωτερικής κατάστασης, στα μάτια των άλλων, και σ αυτό της εσωτερικότητας τους, στα μάτια τα δικά τους.
Βέβαια υπήρχαν και οι ζητιάνοι παρά την θέλησή τους, αυτοί που είχαν σωματική ή πνευματική αναπηρία, ανίκανοι για δουλειά και αυτοί που δεν έβρισκαν δουλειά λόγω ανεργίας.
Ζωντανό παράδειγμα ανθρώπινης εξαθλίωσης, πάντα η ζητιανιά θεωρήθηκε κοινωνική πληγή και λειτουργούσε με την ανοχή της κοινωνίας. Ανάλογα δε με την επικρατούσα πολιτική κατάσταση και τον πολιτισμό περιορίστηκε με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας ή απαγορεύτηκε με κατασταλτικά μέτρα, που παρά την σκληρότητά τους δεν κατάφεραν να την εξαφανίσουν.
Ο Οδυσσέας ντύθηκε τον τύπο του επαίτη – νομάδα, αλήτη για να κατασκοπεύσει τα γεγονότα στο σπίτι του, αναφέρει πρώτος ο Όμηρος για την επαιτεία. Ήταν μια κατηγορία ζητιάνων της εποχής που γύριζαν και ζούσαν παρασιτικά, δίπλα σε πλούσιες οικογένειες. Σαυτούς πολλές φορές αναμειγνυόντουσαν και οι θεοί «αλλοίμονο» προκειμένου να δοκιμάσουν την ευσπλαχνία και την ευγένεια των θνητών. Εδώ βρίσκεται η ρίζα της παράδοσης πως και μερικοί «άγιοι» των χριστιανικών χρόνων ντύνονταν ζητιάνοι για διαπιστώσουν την ελεημοσύνη των χριστιανών.
Στην Αρχαία Ελλάδα των κλασσικών χρόνων με την δουλεία να έχει συστηματοποιηθεί, ο επαίτης για λόγους απορίας γινόταν με ευκολία δούλος και θεωρείτο πιά ατιμία η επαιτεία για λόγους τεμπελιάς.
Στην περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (προς το τέλος της) η ζητιανιά έζησε μεγάλες δόξες λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης του πληθυσμού και της επικράτησης του χριστιανισμού, που θεωρούσε την ελεημοσύνη αρετή, όπως επίσης και κατά τον μεσαίωνα, «όλα τα έκανε το σκοτάδι, αυτό ήταν ο πρωταγωνιστής».
Στην Αρχαία Αίγυπτο η επαιτεία απαγορευόταν, με την κεφαλική ποινή να απειλεί κάθε άτομο που προσπαθούσε να ζήσει ζητιανεύοντας. Όλους τους μίσθωνε το κράτος και λέγεται πως χιλιάδες τέτοιοι βοήθησαν στη κατασκευή των πυραμίδων.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία επαιτών ήταν οι κυνικοί φιλόσοφοι και ιερείς της Κυβέλης. Με υπερηφάνεια και περιφρόνηση της κοινής γνώμης κάνανε επαιτεία γυρίζοντας στις πόλεις κατά ομάδες. Ο σοφός των κυνικών είναι αυτάρκης, αφού έχει -με το να είναι τέτοιος- τον πλούτο όλων των ανθρώπων. Ντυμένοι φτωχικά με ένα σακούλι στον ώμο για την λιγοστή τροφή τους, αντισυμβατικοί απολύτως σε όλους τους τομείς της κοινωνικότητας, βρώμικοι, ατημέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους καθιέρωσαν μια φιγούρα στάσης, μορφής και συμπεριφοράς. Ο Διογένης με το φανάρι, τέτοιος ήταν.
Αυτούς ακολούθησαν αργότερα μετά την εμφάνιση του χριστιανισμού ορισμένα μοναχικά τάγματα. Τα τάγματα των μοναχών επαιτών. Είχαν ως ιδεολογία την άρνηση κάθε ιδιοκτησίας και συντηρούντο με την ζητιανιά. Με την υποστήριξη του Πάπα ήταν ανεξάρτητοι από κάθε κοσμική ή επισκοπική δικαιοσύνη και μπορούσαν να μαζεύουν τρόφιμα και άλλες ελεημοσύνες από κάθε ενορία εξασκώντας την εξομολόγηση και πουλώντας συγχωροχάρτια «τσιράκια του πλούτου και ερπετά της ώρας».
Ο Παπαδιαμάντης κυκλοφορούσε έχοντας την εικόνα του επαίτη αλλά βεβαίως δεν ήταν. Καθισμένος στο παγκάκι, παρατηρούσε τους ανθρώπους να περνούν στην οδό Σταδίου, όπου όταν πέρασε ο Ανδρέας Συγγρός και τον είδε, λέει στους ακόλουθούς του: Δώστε του κάτι. Όχι αφεντικό, είναι ο Παπαδιαμάντης και όχι ζητιάνος.
Ζητιάνος -με τη βούλα του κράτους- (αυτοί είμαστε) ήταν χωρίς να είναι -ο Νικηταράς Σταματελόπουλος- ο γνωστός αγωνιστής του 21. Μετά την αποφυλάκισή του, όντας μισότυφλος, τελούσε υπό αστυνομική επιτήρηση στον Πειραιά. Είχε κατηγορηθεί για προδοσία του Όθωνα. Του χορήγησαν μια άδεια να ζητιανεύει κάθε Παρασκευή στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας.
Στις προκλήσεις που δεχόταν:
- Τι κάνεις εδώ στρατηγέ;
- Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα (υπήρξε ποτέ ελεύθερη;) Έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος. (και δεν ντραπήκανε).
Ο άνθρωπος που προτιμάει χάριν της τεμπελιάς του να γίνεται ζητιάνος ισοπεδώνει την αξιοσύνη του, μηδενίζει την αξιοπρέπειά του και το κύρος του, κυρίως στα μάτια του (ο άνθρωπος είναι ζώο ηθικό, οι ηθικές αξίες αποτελούν το βάθος και το νόημα της φύσης του) και στα μάτια των άλλων. Αυτός που παρακαλάει τον «μπάρμπα στη Κορώνη» για μια θέση εργασίας εύκολη μάλιστα, επίσης και κάθε άλλη μορφή εξυπηρέτησης που την παίρνει πλαγίως και όχι δικαιωματικά, δεν είναι ζήτουλας; Ο λαός λέει «πως φιλάει κατουρημένες ποδιές» εγώ λέω πως είναι ζητιάνος με τα όλα του! Μπορεί να μην ισοπεδώνεται στα μάτια των πολλών, όμως στα δικά του; Πως μπορεί να ανέχεται τον εαυτό του; Ζητιάνος είναι και ξεφτίλας και ας μην το παραδέχεται. Άλλωστε αν η σχέση με τον «μπάρμπα» περάσει από στενωπό, αυτός είναι που θα τον αδειάσει πολύ εύκολα. Τον μισεί κατ΄ ουσίαν αφού ισοπεδώθηκε μπροστά του, επαληθεύοντας το λαό που λέει: «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος». Αλλά και στην πορεία του αυτός ο τύπος θα συνοδεύεται και θα καθοδηγείται από αυτή την εσωτερική ξεφτίλα. Την ξεφτίλα της ζητιανιάς.
Αναγκάζεται λέει κάποιος, (άλλος αυτός) να καταντήσει ζητιάνος για τα μάτια του καλού του ή της καλής του, από αγάπη(;), όμως όταν τα καταφέρει και στην πορεία η σχέση περάσει κρίση, πρώτος φεύγει διότι έχει την ξεφτίλα της ζητιανιάς στα μάτια του και στα μάτια του, της συντρόφου του. Άσε που η αγάπη δεν σε κάνει ζητιάνο. Την προσφέρεις σκέτα και με αξιοπρέπεια.
Τα συστήματα εξουσίας προσπαθούν επιφανειακά (για το θεαθήναι) για την εξάλειψη της επαιτείας. Ακόμα και νόμους απαγόρευσης έχουν θεσμοθετήσει, όμως ποτέ δεν μπήκαν στην ρίζα του προβλήματος, τις αιτίες που τη γεννούν διότι στην ουσία βολεύονται. Ίσα -ίσα μια χαρά τα εξυπηρετεί η εμφάνιση του ζητιάνου και του άστεγου προκειμένου να μην εξεγείρονται τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας. Άλλωστε, οι έχοντες βρίσκουν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να παρουσιάσουν το πρόσωπό τους φτιασιδωμένο με ευσπλαχνία, δίνοντας στον ζητιάνο ένα ξεροκόμματο από τα έχει τους(τα κλεμμένα).Έτσι λύνεται ο αίνιγμα του Πασκάλ στους στοχασμούς. «Δύο πρόσωπα όμοια, που κανένα μόνο του δεν προκαλεί γέλιο, μαζί προκαλούν γέλιο λόγω της ομοιότητάς τους». Ομοιότητα; Βεβαίως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό από τους βασικούς κανόνες στη ζωή τους, που είναι πάντα να παίρνουν, να δέχονται!
Δεν υπήρξαν οι ολοκληρωμένες κοινωνικές δομές με το ενδιαφέρον τους για τους ζητιάνους ανάπηρους, και αν, μόνο στα χαρτιά. Χωρίς ενδιαφέρον και αγάπη γι αυτούς, μόνο προσχηματικά. Δεν ανιχνεύουν τους τεμπέληδες επαίτες για να τους δώσουν δουλειά. Πραγματική δουλειά και πραγματική αμοιβή. Με την βοήθεια των ψυχολόγων και άλλων επιστημόνων που θα εντοπίζουν τις πραγματικές αιτίες της εξαθλίωσής τους.
Αλλά που ο καιρός για τέτοια. Ο καπιταλισμός ενδιαφέρεται για την αγορά και το κέρδος, στην πορεία και στην ουρά μπορεί να διορθώσει και τα φαινόμενα της ζητιανιάς και μόνο περιστασιακά.
Το «δράμα» μας έχει πιθανότητες να είναι αντικειμενικά μηδαμινό, άρα στα ενήμερα μάτια μας γελοίο. Τον τραγικό ήρωα τον εκτόπισε ο κλόουν. Αυτή η αντικατάσταση προσδιορίζει το σημερινό ανάστημα του ανθρώπου.
Υστερόγραφο: Εγώ, εσύ, όπου, όπως, όποτε... αρνήσου την καρέκλα της ταπείνωσης. Ανάσα αξιοκαταφρόνητη.
Ο κόσμος είναι σκληρός, αλλά η ελευθερία τον υπερβαίνει!
Σας χαιρετώ εις το επανιδείν.
το λαρύγγι μου μέσα, Ευαγγέλιο να
αναβλύσει.
Ένα από τα κακά που συνόδευσαν την διαίρεση της κοινωνίας, από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι η επαιτεία. Από την εποχή της οικονομικής διαφοροποίησης, για ορισμένα στρώματα της κοινωνίας, έγινε απαραίτητη η δουλειά με αμοιβή, προκειμένου να εξοικονομήσουν τα αναγκαία για το βιοπορισμό τους. Αυτό δεν άρεσε σε όλους, οπότε εμφανίσθηκε η επαιτεία.
Πάντοτε ένα ποσοστό από αυτούς που είχαν ανάγκη την εργασία για να ζήσουν, θέλησαν να αποφύγουν την σκληρότητα της δουλειάς, στηριζόμενοι στην «αγάπη» των άλλων για τον άνθρωπο, στην φιλαλληλία και στα λοιπά φιλανθρωπικά αισθήματά τους.
Με την θέλησή τους οι φυγόπονοι και τεμπέληδες κατέφευγαν στην ζητιανιά. Προτιμούσαν να βιώνουν την αθλιότητα της ανθρώπινης υπόστασης και στο επίπεδο της εξωτερικής κατάστασης, στα μάτια των άλλων, και σ αυτό της εσωτερικότητας τους, στα μάτια τα δικά τους.
Βέβαια υπήρχαν και οι ζητιάνοι παρά την θέλησή τους, αυτοί που είχαν σωματική ή πνευματική αναπηρία, ανίκανοι για δουλειά και αυτοί που δεν έβρισκαν δουλειά λόγω ανεργίας.
Ζωντανό παράδειγμα ανθρώπινης εξαθλίωσης, πάντα η ζητιανιά θεωρήθηκε κοινωνική πληγή και λειτουργούσε με την ανοχή της κοινωνίας. Ανάλογα δε με την επικρατούσα πολιτική κατάσταση και τον πολιτισμό περιορίστηκε με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας ή απαγορεύτηκε με κατασταλτικά μέτρα, που παρά την σκληρότητά τους δεν κατάφεραν να την εξαφανίσουν.
Ο Οδυσσέας ντύθηκε τον τύπο του επαίτη – νομάδα, αλήτη για να κατασκοπεύσει τα γεγονότα στο σπίτι του, αναφέρει πρώτος ο Όμηρος για την επαιτεία. Ήταν μια κατηγορία ζητιάνων της εποχής που γύριζαν και ζούσαν παρασιτικά, δίπλα σε πλούσιες οικογένειες. Σαυτούς πολλές φορές αναμειγνυόντουσαν και οι θεοί «αλλοίμονο» προκειμένου να δοκιμάσουν την ευσπλαχνία και την ευγένεια των θνητών. Εδώ βρίσκεται η ρίζα της παράδοσης πως και μερικοί «άγιοι» των χριστιανικών χρόνων ντύνονταν ζητιάνοι για διαπιστώσουν την ελεημοσύνη των χριστιανών.
Στην Αρχαία Ελλάδα των κλασσικών χρόνων με την δουλεία να έχει συστηματοποιηθεί, ο επαίτης για λόγους απορίας γινόταν με ευκολία δούλος και θεωρείτο πιά ατιμία η επαιτεία για λόγους τεμπελιάς.
Στην περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (προς το τέλος της) η ζητιανιά έζησε μεγάλες δόξες λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης του πληθυσμού και της επικράτησης του χριστιανισμού, που θεωρούσε την ελεημοσύνη αρετή, όπως επίσης και κατά τον μεσαίωνα, «όλα τα έκανε το σκοτάδι, αυτό ήταν ο πρωταγωνιστής».
Στην Αρχαία Αίγυπτο η επαιτεία απαγορευόταν, με την κεφαλική ποινή να απειλεί κάθε άτομο που προσπαθούσε να ζήσει ζητιανεύοντας. Όλους τους μίσθωνε το κράτος και λέγεται πως χιλιάδες τέτοιοι βοήθησαν στη κατασκευή των πυραμίδων.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία επαιτών ήταν οι κυνικοί φιλόσοφοι και ιερείς της Κυβέλης. Με υπερηφάνεια και περιφρόνηση της κοινής γνώμης κάνανε επαιτεία γυρίζοντας στις πόλεις κατά ομάδες. Ο σοφός των κυνικών είναι αυτάρκης, αφού έχει -με το να είναι τέτοιος- τον πλούτο όλων των ανθρώπων. Ντυμένοι φτωχικά με ένα σακούλι στον ώμο για την λιγοστή τροφή τους, αντισυμβατικοί απολύτως σε όλους τους τομείς της κοινωνικότητας, βρώμικοι, ατημέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους καθιέρωσαν μια φιγούρα στάσης, μορφής και συμπεριφοράς. Ο Διογένης με το φανάρι, τέτοιος ήταν.
Αυτούς ακολούθησαν αργότερα μετά την εμφάνιση του χριστιανισμού ορισμένα μοναχικά τάγματα. Τα τάγματα των μοναχών επαιτών. Είχαν ως ιδεολογία την άρνηση κάθε ιδιοκτησίας και συντηρούντο με την ζητιανιά. Με την υποστήριξη του Πάπα ήταν ανεξάρτητοι από κάθε κοσμική ή επισκοπική δικαιοσύνη και μπορούσαν να μαζεύουν τρόφιμα και άλλες ελεημοσύνες από κάθε ενορία εξασκώντας την εξομολόγηση και πουλώντας συγχωροχάρτια «τσιράκια του πλούτου και ερπετά της ώρας».
Ο Παπαδιαμάντης κυκλοφορούσε έχοντας την εικόνα του επαίτη αλλά βεβαίως δεν ήταν. Καθισμένος στο παγκάκι, παρατηρούσε τους ανθρώπους να περνούν στην οδό Σταδίου, όπου όταν πέρασε ο Ανδρέας Συγγρός και τον είδε, λέει στους ακόλουθούς του: Δώστε του κάτι. Όχι αφεντικό, είναι ο Παπαδιαμάντης και όχι ζητιάνος.
Ζητιάνος -με τη βούλα του κράτους- (αυτοί είμαστε) ήταν χωρίς να είναι -ο Νικηταράς Σταματελόπουλος- ο γνωστός αγωνιστής του 21. Μετά την αποφυλάκισή του, όντας μισότυφλος, τελούσε υπό αστυνομική επιτήρηση στον Πειραιά. Είχε κατηγορηθεί για προδοσία του Όθωνα. Του χορήγησαν μια άδεια να ζητιανεύει κάθε Παρασκευή στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας.
Στις προκλήσεις που δεχόταν:
- Τι κάνεις εδώ στρατηγέ;
- Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα (υπήρξε ποτέ ελεύθερη;) Έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος. (και δεν ντραπήκανε).
Ο άνθρωπος που προτιμάει χάριν της τεμπελιάς του να γίνεται ζητιάνος ισοπεδώνει την αξιοσύνη του, μηδενίζει την αξιοπρέπειά του και το κύρος του, κυρίως στα μάτια του (ο άνθρωπος είναι ζώο ηθικό, οι ηθικές αξίες αποτελούν το βάθος και το νόημα της φύσης του) και στα μάτια των άλλων. Αυτός που παρακαλάει τον «μπάρμπα στη Κορώνη» για μια θέση εργασίας εύκολη μάλιστα, επίσης και κάθε άλλη μορφή εξυπηρέτησης που την παίρνει πλαγίως και όχι δικαιωματικά, δεν είναι ζήτουλας; Ο λαός λέει «πως φιλάει κατουρημένες ποδιές» εγώ λέω πως είναι ζητιάνος με τα όλα του! Μπορεί να μην ισοπεδώνεται στα μάτια των πολλών, όμως στα δικά του; Πως μπορεί να ανέχεται τον εαυτό του; Ζητιάνος είναι και ξεφτίλας και ας μην το παραδέχεται. Άλλωστε αν η σχέση με τον «μπάρμπα» περάσει από στενωπό, αυτός είναι που θα τον αδειάσει πολύ εύκολα. Τον μισεί κατ΄ ουσίαν αφού ισοπεδώθηκε μπροστά του, επαληθεύοντας το λαό που λέει: «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος». Αλλά και στην πορεία του αυτός ο τύπος θα συνοδεύεται και θα καθοδηγείται από αυτή την εσωτερική ξεφτίλα. Την ξεφτίλα της ζητιανιάς.
Αναγκάζεται λέει κάποιος, (άλλος αυτός) να καταντήσει ζητιάνος για τα μάτια του καλού του ή της καλής του, από αγάπη(;), όμως όταν τα καταφέρει και στην πορεία η σχέση περάσει κρίση, πρώτος φεύγει διότι έχει την ξεφτίλα της ζητιανιάς στα μάτια του και στα μάτια του, της συντρόφου του. Άσε που η αγάπη δεν σε κάνει ζητιάνο. Την προσφέρεις σκέτα και με αξιοπρέπεια.
Τα συστήματα εξουσίας προσπαθούν επιφανειακά (για το θεαθήναι) για την εξάλειψη της επαιτείας. Ακόμα και νόμους απαγόρευσης έχουν θεσμοθετήσει, όμως ποτέ δεν μπήκαν στην ρίζα του προβλήματος, τις αιτίες που τη γεννούν διότι στην ουσία βολεύονται. Ίσα -ίσα μια χαρά τα εξυπηρετεί η εμφάνιση του ζητιάνου και του άστεγου προκειμένου να μην εξεγείρονται τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας. Άλλωστε, οι έχοντες βρίσκουν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να παρουσιάσουν το πρόσωπό τους φτιασιδωμένο με ευσπλαχνία, δίνοντας στον ζητιάνο ένα ξεροκόμματο από τα έχει τους(τα κλεμμένα).Έτσι λύνεται ο αίνιγμα του Πασκάλ στους στοχασμούς. «Δύο πρόσωπα όμοια, που κανένα μόνο του δεν προκαλεί γέλιο, μαζί προκαλούν γέλιο λόγω της ομοιότητάς τους». Ομοιότητα; Βεβαίως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό από τους βασικούς κανόνες στη ζωή τους, που είναι πάντα να παίρνουν, να δέχονται!
Δεν υπήρξαν οι ολοκληρωμένες κοινωνικές δομές με το ενδιαφέρον τους για τους ζητιάνους ανάπηρους, και αν, μόνο στα χαρτιά. Χωρίς ενδιαφέρον και αγάπη γι αυτούς, μόνο προσχηματικά. Δεν ανιχνεύουν τους τεμπέληδες επαίτες για να τους δώσουν δουλειά. Πραγματική δουλειά και πραγματική αμοιβή. Με την βοήθεια των ψυχολόγων και άλλων επιστημόνων που θα εντοπίζουν τις πραγματικές αιτίες της εξαθλίωσής τους.
Αλλά που ο καιρός για τέτοια. Ο καπιταλισμός ενδιαφέρεται για την αγορά και το κέρδος, στην πορεία και στην ουρά μπορεί να διορθώσει και τα φαινόμενα της ζητιανιάς και μόνο περιστασιακά.
Το «δράμα» μας έχει πιθανότητες να είναι αντικειμενικά μηδαμινό, άρα στα ενήμερα μάτια μας γελοίο. Τον τραγικό ήρωα τον εκτόπισε ο κλόουν. Αυτή η αντικατάσταση προσδιορίζει το σημερινό ανάστημα του ανθρώπου.
Υστερόγραφο: Εγώ, εσύ, όπου, όπως, όποτε... αρνήσου την καρέκλα της ταπείνωσης. Ανάσα αξιοκαταφρόνητη.
Ο κόσμος είναι σκληρός, αλλά η ελευθερία τον υπερβαίνει!
Σας χαιρετώ εις το επανιδείν.
Η οδύνη του κόσμου περιμένει απ’
το λαρύγγι μου μέσα, Ευαγγέλιο να
αναβλύσει.
Ένα από τα κακά που συνόδευσαν την διαίρεση της κοινωνίας, από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι η επαιτεία. Από την εποχή της οικονομικής διαφοροποίησης, για ορισμένα στρώματα της κοινωνίας, έγινε απαραίτητη η δουλειά με αμοιβή, προκειμένου να εξοικονομήσουν τα αναγκαία για το βιοπορισμό τους. Αυτό δεν άρεσε σε όλους, οπότε εμφανίσθηκε η επαιτεία.
Πάντοτε ένα ποσοστό από αυτούς που είχαν ανάγκη την εργασία για να ζήσουν, θέλησαν να αποφύγουν την σκληρότητα της δουλειάς, στηριζόμενοι στην «αγάπη» των άλλων για τον άνθρωπο, στην φιλαλληλία και στα λοιπά φιλανθρωπικά αισθήματά τους.
Με την θέλησή τους οι φυγόπονοι και τεμπέληδες κατέφευγαν στην ζητιανιά. Προτιμούσαν να βιώνουν την αθλιότητα της ανθρώπινης υπόστασης και στο επίπεδο της εξωτερικής κατάστασης, στα μάτια των άλλων, και σ αυτό της εσωτερικότητας τους, στα μάτια τα δικά τους.
Βέβαια υπήρχαν και οι ζητιάνοι παρά την θέλησή τους, αυτοί που είχαν σωματική ή πνευματική αναπηρία, ανίκανοι για δουλειά και αυτοί που δεν έβρισκαν δουλειά λόγω ανεργίας.
Ζωντανό παράδειγμα ανθρώπινης εξαθλίωσης, πάντα η ζητιανιά θεωρήθηκε κοινωνική πληγή και λειτουργούσε με την ανοχή της κοινωνίας. Ανάλογα δε με την επικρατούσα πολιτική κατάσταση και τον πολιτισμό περιορίστηκε με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας ή απαγορεύτηκε με κατασταλτικά μέτρα, που παρά την σκληρότητά τους δεν κατάφεραν να την εξαφανίσουν.
Ο Οδυσσέας ντύθηκε τον τύπο του επαίτη – νομάδα, αλήτη για να κατασκοπεύσει τα γεγονότα στο σπίτι του, αναφέρει πρώτος ο Όμηρος για την επαιτεία. Ήταν μια κατηγορία ζητιάνων της εποχής που γύριζαν και ζούσαν παρασιτικά, δίπλα σε πλούσιες οικογένειες. Σαυτούς πολλές φορές αναμειγνυόντουσαν και οι θεοί «αλλοίμονο» προκειμένου να δοκιμάσουν την ευσπλαχνία και την ευγένεια των θνητών. Εδώ βρίσκεται η ρίζα της παράδοσης πως και μερικοί «άγιοι» των χριστιανικών χρόνων ντύνονταν ζητιάνοι για διαπιστώσουν την ελεημοσύνη των χριστιανών.
Στην Αρχαία Ελλάδα των κλασσικών χρόνων με την δουλεία να έχει συστηματοποιηθεί, ο επαίτης για λόγους απορίας γινόταν με ευκολία δούλος και θεωρείτο πιά ατιμία η επαιτεία για λόγους τεμπελιάς.
Στην περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (προς το τέλος της) η ζητιανιά έζησε μεγάλες δόξες λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης του πληθυσμού και της επικράτησης του χριστιανισμού, που θεωρούσε την ελεημοσύνη αρετή, όπως επίσης και κατά τον μεσαίωνα, «όλα τα έκανε το σκοτάδι, αυτό ήταν ο πρωταγωνιστής».
Στην Αρχαία Αίγυπτο η επαιτεία απαγορευόταν, με την κεφαλική ποινή να απειλεί κάθε άτομο που προσπαθούσε να ζήσει ζητιανεύοντας. Όλους τους μίσθωνε το κράτος και λέγεται πως χιλιάδες τέτοιοι βοήθησαν στη κατασκευή των πυραμίδων.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία επαιτών ήταν οι κυνικοί φιλόσοφοι και ιερείς της Κυβέλης. Με υπερηφάνεια και περιφρόνηση της κοινής γνώμης κάνανε επαιτεία γυρίζοντας στις πόλεις κατά ομάδες. Ο σοφός των κυνικών είναι αυτάρκης, αφού έχει -με το να είναι τέτοιος- τον πλούτο όλων των ανθρώπων. Ντυμένοι φτωχικά με ένα σακούλι στον ώμο για την λιγοστή τροφή τους, αντισυμβατικοί απολύτως σε όλους τους τομείς της κοινωνικότητας, βρώμικοι, ατημέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους καθιέρωσαν μια φιγούρα στάσης, μορφής και συμπεριφοράς. Ο Διογένης με το φανάρι, τέτοιος ήταν.
Αυτούς ακολούθησαν αργότερα μετά την εμφάνιση του χριστιανισμού ορισμένα μοναχικά τάγματα. Τα τάγματα των μοναχών επαιτών. Είχαν ως ιδεολογία την άρνηση κάθε ιδιοκτησίας και συντηρούντο με την ζητιανιά. Με την υποστήριξη του Πάπα ήταν ανεξάρτητοι από κάθε κοσμική ή επισκοπική δικαιοσύνη και μπορούσαν να μαζεύουν τρόφιμα και άλλες ελεημοσύνες από κάθε ενορία εξασκώντας την εξομολόγηση και πουλώντας συγχωροχάρτια «τσιράκια του πλούτου και ερπετά της ώρας».
Ο Παπαδιαμάντης κυκλοφορούσε έχοντας την εικόνα του επαίτη αλλά βεβαίως δεν ήταν. Καθισμένος στο παγκάκι, παρατηρούσε τους ανθρώπους να περνούν στην οδό Σταδίου, όπου όταν πέρασε ο Ανδρέας Συγγρός και τον είδε, λέει στους ακόλουθούς του: Δώστε του κάτι. Όχι αφεντικό, είναι ο Παπαδιαμάντης και όχι ζητιάνος.
Ζητιάνος -με τη βούλα του κράτους- (αυτοί είμαστε) ήταν χωρίς να είναι -ο Νικηταράς Σταματελόπουλος- ο γνωστός αγωνιστής του 21. Μετά την αποφυλάκισή του, όντας μισότυφλος, τελούσε υπό αστυνομική επιτήρηση στον Πειραιά. Είχε κατηγορηθεί για προδοσία του Όθωνα. Του χορήγησαν μια άδεια να ζητιανεύει κάθε Παρασκευή στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας.
Στις προκλήσεις που δεχόταν:
- Τι κάνεις εδώ στρατηγέ;
- Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα (υπήρξε ποτέ ελεύθερη;) Έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος. (και δεν ντραπήκανε).
Ο άνθρωπος που προτιμάει χάριν της τεμπελιάς του να γίνεται ζητιάνος ισοπεδώνει την αξιοσύνη του, μηδενίζει την αξιοπρέπειά του και το κύρος του, κυρίως στα μάτια του (ο άνθρωπος είναι ζώο ηθικό, οι ηθικές αξίες αποτελούν το βάθος και το νόημα της φύσης του) και στα μάτια των άλλων. Αυτός που παρακαλάει τον «μπάρμπα στη Κορώνη» για μια θέση εργασίας εύκολη μάλιστα, επίσης και κάθε άλλη μορφή εξυπηρέτησης που την παίρνει πλαγίως και όχι δικαιωματικά, δεν είναι ζήτουλας; Ο λαός λέει «πως φιλάει κατουρημένες ποδιές» εγώ λέω πως είναι ζητιάνος με τα όλα του! Μπορεί να μην ισοπεδώνεται στα μάτια των πολλών, όμως στα δικά του; Πως μπορεί να ανέχεται τον εαυτό του; Ζητιάνος είναι και ξεφτίλας και ας μην το παραδέχεται. Άλλωστε αν η σχέση με τον «μπάρμπα» περάσει από στενωπό, αυτός είναι που θα τον αδειάσει πολύ εύκολα. Τον μισεί κατ΄ ουσίαν αφού ισοπεδώθηκε μπροστά του, επαληθεύοντας το λαό που λέει: «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος». Αλλά και στην πορεία του αυτός ο τύπος θα συνοδεύεται και θα καθοδηγείται από αυτή την εσωτερική ξεφτίλα. Την ξεφτίλα της ζητιανιάς.
Αναγκάζεται λέει κάποιος, (άλλος αυτός) να καταντήσει ζητιάνος για τα μάτια του καλού του ή της καλής του, από αγάπη(;), όμως όταν τα καταφέρει και στην πορεία η σχέση περάσει κρίση, πρώτος φεύγει διότι έχει την ξεφτίλα της ζητιανιάς στα μάτια του και στα μάτια του, της συντρόφου του. Άσε που η αγάπη δεν σε κάνει ζητιάνο. Την προσφέρεις σκέτα και με αξιοπρέπεια.
Τα συστήματα εξουσίας προσπαθούν επιφανειακά (για το θεαθήναι) για την εξάλειψη της επαιτείας. Ακόμα και νόμους απαγόρευσης έχουν θεσμοθετήσει, όμως ποτέ δεν μπήκαν στην ρίζα του προβλήματος, τις αιτίες που τη γεννούν διότι στην ουσία βολεύονται. Ίσα -ίσα μια χαρά τα εξυπηρετεί η εμφάνιση του ζητιάνου και του άστεγου προκειμένου να μην εξεγείρονται τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας. Άλλωστε, οι έχοντες βρίσκουν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να παρουσιάσουν το πρόσωπό τους φτιασιδωμένο με ευσπλαχνία, δίνοντας στον ζητιάνο ένα ξεροκόμματο από τα έχει τους(τα κλεμμένα).Έτσι λύνεται ο αίνιγμα του Πασκάλ στους στοχασμούς. «Δύο πρόσωπα όμοια, που κανένα μόνο του δεν προκαλεί γέλιο, μαζί προκαλούν γέλιο λόγω της ομοιότητάς τους». Ομοιότητα; Βεβαίως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό από τους βασικούς κανόνες στη ζωή τους, που είναι πάντα να παίρνουν, να δέχονται!
Δεν υπήρξαν οι ολοκληρωμένες κοινωνικές δομές με το ενδιαφέρον τους για τους ζητιάνους ανάπηρους, και αν, μόνο στα χαρτιά. Χωρίς ενδιαφέρον και αγάπη γι αυτούς, μόνο προσχηματικά. Δεν ανιχνεύουν τους τεμπέληδες επαίτες για να τους δώσουν δουλειά. Πραγματική δουλειά και πραγματική αμοιβή. Με την βοήθεια των ψυχολόγων και άλλων επιστημόνων που θα εντοπίζουν τις πραγματικές αιτίες της εξαθλίωσής τους.
Αλλά που ο καιρός για τέτοια. Ο καπιταλισμός ενδιαφέρεται για την αγορά και το κέρδος, στην πορεία και στην ουρά μπορεί να διορθώσει και τα φαινόμενα της ζητιανιάς και μόνο περιστασιακά.
Το «δράμα» μας έχει πιθανότητες να είναι αντικειμενικά μηδαμινό, άρα στα ενήμερα μάτια μας γελοίο. Τον τραγικό ήρωα τον εκτόπισε ο κλόουν. Αυτή η αντικατάσταση προσδιορίζει το σημερινό ανάστημα του ανθρώπου.
Υστερόγραφο: Εγώ, εσύ, όπου, όπως, όποτε... αρνήσου την καρέκλα της ταπείνωσης. Ανάσα αξιοκαταφρόνητη.
Ο κόσμος είναι σκληρός, αλλά η ελευθερία τον υπερβαίνει!
Σας χαιρετώ εις το επανιδείν.
το λαρύγγι μου μέσα, Ευαγγέλιο να
αναβλύσει.
Ένα από τα κακά που συνόδευσαν την διαίρεση της κοινωνίας, από αρχαιοτάτων χρόνων, είναι η επαιτεία. Από την εποχή της οικονομικής διαφοροποίησης, για ορισμένα στρώματα της κοινωνίας, έγινε απαραίτητη η δουλειά με αμοιβή, προκειμένου να εξοικονομήσουν τα αναγκαία για το βιοπορισμό τους. Αυτό δεν άρεσε σε όλους, οπότε εμφανίσθηκε η επαιτεία.
Πάντοτε ένα ποσοστό από αυτούς που είχαν ανάγκη την εργασία για να ζήσουν, θέλησαν να αποφύγουν την σκληρότητα της δουλειάς, στηριζόμενοι στην «αγάπη» των άλλων για τον άνθρωπο, στην φιλαλληλία και στα λοιπά φιλανθρωπικά αισθήματά τους.
Με την θέλησή τους οι φυγόπονοι και τεμπέληδες κατέφευγαν στην ζητιανιά. Προτιμούσαν να βιώνουν την αθλιότητα της ανθρώπινης υπόστασης και στο επίπεδο της εξωτερικής κατάστασης, στα μάτια των άλλων, και σ αυτό της εσωτερικότητας τους, στα μάτια τα δικά τους.
Βέβαια υπήρχαν και οι ζητιάνοι παρά την θέλησή τους, αυτοί που είχαν σωματική ή πνευματική αναπηρία, ανίκανοι για δουλειά και αυτοί που δεν έβρισκαν δουλειά λόγω ανεργίας.
Ζωντανό παράδειγμα ανθρώπινης εξαθλίωσης, πάντα η ζητιανιά θεωρήθηκε κοινωνική πληγή και λειτουργούσε με την ανοχή της κοινωνίας. Ανάλογα δε με την επικρατούσα πολιτική κατάσταση και τον πολιτισμό περιορίστηκε με μέτρα κοινωνικής πρόνοιας ή απαγορεύτηκε με κατασταλτικά μέτρα, που παρά την σκληρότητά τους δεν κατάφεραν να την εξαφανίσουν.
Ο Οδυσσέας ντύθηκε τον τύπο του επαίτη – νομάδα, αλήτη για να κατασκοπεύσει τα γεγονότα στο σπίτι του, αναφέρει πρώτος ο Όμηρος για την επαιτεία. Ήταν μια κατηγορία ζητιάνων της εποχής που γύριζαν και ζούσαν παρασιτικά, δίπλα σε πλούσιες οικογένειες. Σαυτούς πολλές φορές αναμειγνυόντουσαν και οι θεοί «αλλοίμονο» προκειμένου να δοκιμάσουν την ευσπλαχνία και την ευγένεια των θνητών. Εδώ βρίσκεται η ρίζα της παράδοσης πως και μερικοί «άγιοι» των χριστιανικών χρόνων ντύνονταν ζητιάνοι για διαπιστώσουν την ελεημοσύνη των χριστιανών.
Στην Αρχαία Ελλάδα των κλασσικών χρόνων με την δουλεία να έχει συστηματοποιηθεί, ο επαίτης για λόγους απορίας γινόταν με ευκολία δούλος και θεωρείτο πιά ατιμία η επαιτεία για λόγους τεμπελιάς.
Στην περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (προς το τέλος της) η ζητιανιά έζησε μεγάλες δόξες λόγω της οικονομικής εξαθλίωσης του πληθυσμού και της επικράτησης του χριστιανισμού, που θεωρούσε την ελεημοσύνη αρετή, όπως επίσης και κατά τον μεσαίωνα, «όλα τα έκανε το σκοτάδι, αυτό ήταν ο πρωταγωνιστής».
Στην Αρχαία Αίγυπτο η επαιτεία απαγορευόταν, με την κεφαλική ποινή να απειλεί κάθε άτομο που προσπαθούσε να ζήσει ζητιανεύοντας. Όλους τους μίσθωνε το κράτος και λέγεται πως χιλιάδες τέτοιοι βοήθησαν στη κατασκευή των πυραμίδων.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία επαιτών ήταν οι κυνικοί φιλόσοφοι και ιερείς της Κυβέλης. Με υπερηφάνεια και περιφρόνηση της κοινής γνώμης κάνανε επαιτεία γυρίζοντας στις πόλεις κατά ομάδες. Ο σοφός των κυνικών είναι αυτάρκης, αφού έχει -με το να είναι τέτοιος- τον πλούτο όλων των ανθρώπων. Ντυμένοι φτωχικά με ένα σακούλι στον ώμο για την λιγοστή τροφή τους, αντισυμβατικοί απολύτως σε όλους τους τομείς της κοινωνικότητας, βρώμικοι, ατημέλητοι και προκλητικοί τόσο στα λόγια όσο και στα έργα τους καθιέρωσαν μια φιγούρα στάσης, μορφής και συμπεριφοράς. Ο Διογένης με το φανάρι, τέτοιος ήταν.
Αυτούς ακολούθησαν αργότερα μετά την εμφάνιση του χριστιανισμού ορισμένα μοναχικά τάγματα. Τα τάγματα των μοναχών επαιτών. Είχαν ως ιδεολογία την άρνηση κάθε ιδιοκτησίας και συντηρούντο με την ζητιανιά. Με την υποστήριξη του Πάπα ήταν ανεξάρτητοι από κάθε κοσμική ή επισκοπική δικαιοσύνη και μπορούσαν να μαζεύουν τρόφιμα και άλλες ελεημοσύνες από κάθε ενορία εξασκώντας την εξομολόγηση και πουλώντας συγχωροχάρτια «τσιράκια του πλούτου και ερπετά της ώρας».
Ο Παπαδιαμάντης κυκλοφορούσε έχοντας την εικόνα του επαίτη αλλά βεβαίως δεν ήταν. Καθισμένος στο παγκάκι, παρατηρούσε τους ανθρώπους να περνούν στην οδό Σταδίου, όπου όταν πέρασε ο Ανδρέας Συγγρός και τον είδε, λέει στους ακόλουθούς του: Δώστε του κάτι. Όχι αφεντικό, είναι ο Παπαδιαμάντης και όχι ζητιάνος.
Ζητιάνος -με τη βούλα του κράτους- (αυτοί είμαστε) ήταν χωρίς να είναι -ο Νικηταράς Σταματελόπουλος- ο γνωστός αγωνιστής του 21. Μετά την αποφυλάκισή του, όντας μισότυφλος, τελούσε υπό αστυνομική επιτήρηση στον Πειραιά. Είχε κατηγορηθεί για προδοσία του Όθωνα. Του χορήγησαν μια άδεια να ζητιανεύει κάθε Παρασκευή στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας.
Στις προκλήσεις που δεχόταν:
- Τι κάνεις εδώ στρατηγέ;
- Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα (υπήρξε ποτέ ελεύθερη;) Έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος. (και δεν ντραπήκανε).
Ο άνθρωπος που προτιμάει χάριν της τεμπελιάς του να γίνεται ζητιάνος ισοπεδώνει την αξιοσύνη του, μηδενίζει την αξιοπρέπειά του και το κύρος του, κυρίως στα μάτια του (ο άνθρωπος είναι ζώο ηθικό, οι ηθικές αξίες αποτελούν το βάθος και το νόημα της φύσης του) και στα μάτια των άλλων. Αυτός που παρακαλάει τον «μπάρμπα στη Κορώνη» για μια θέση εργασίας εύκολη μάλιστα, επίσης και κάθε άλλη μορφή εξυπηρέτησης που την παίρνει πλαγίως και όχι δικαιωματικά, δεν είναι ζήτουλας; Ο λαός λέει «πως φιλάει κατουρημένες ποδιές» εγώ λέω πως είναι ζητιάνος με τα όλα του! Μπορεί να μην ισοπεδώνεται στα μάτια των πολλών, όμως στα δικά του; Πως μπορεί να ανέχεται τον εαυτό του; Ζητιάνος είναι και ξεφτίλας και ας μην το παραδέχεται. Άλλωστε αν η σχέση με τον «μπάρμπα» περάσει από στενωπό, αυτός είναι που θα τον αδειάσει πολύ εύκολα. Τον μισεί κατ΄ ουσίαν αφού ισοπεδώθηκε μπροστά του, επαληθεύοντας το λαό που λέει: «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος». Αλλά και στην πορεία του αυτός ο τύπος θα συνοδεύεται και θα καθοδηγείται από αυτή την εσωτερική ξεφτίλα. Την ξεφτίλα της ζητιανιάς.
Αναγκάζεται λέει κάποιος, (άλλος αυτός) να καταντήσει ζητιάνος για τα μάτια του καλού του ή της καλής του, από αγάπη(;), όμως όταν τα καταφέρει και στην πορεία η σχέση περάσει κρίση, πρώτος φεύγει διότι έχει την ξεφτίλα της ζητιανιάς στα μάτια του και στα μάτια του, της συντρόφου του. Άσε που η αγάπη δεν σε κάνει ζητιάνο. Την προσφέρεις σκέτα και με αξιοπρέπεια.
Τα συστήματα εξουσίας προσπαθούν επιφανειακά (για το θεαθήναι) για την εξάλειψη της επαιτείας. Ακόμα και νόμους απαγόρευσης έχουν θεσμοθετήσει, όμως ποτέ δεν μπήκαν στην ρίζα του προβλήματος, τις αιτίες που τη γεννούν διότι στην ουσία βολεύονται. Ίσα -ίσα μια χαρά τα εξυπηρετεί η εμφάνιση του ζητιάνου και του άστεγου προκειμένου να μην εξεγείρονται τα φτωχότερα στρώματα της κοινωνίας. Άλλωστε, οι έχοντες βρίσκουν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να παρουσιάσουν το πρόσωπό τους φτιασιδωμένο με ευσπλαχνία, δίνοντας στον ζητιάνο ένα ξεροκόμματο από τα έχει τους(τα κλεμμένα).Έτσι λύνεται ο αίνιγμα του Πασκάλ στους στοχασμούς. «Δύο πρόσωπα όμοια, που κανένα μόνο του δεν προκαλεί γέλιο, μαζί προκαλούν γέλιο λόγω της ομοιότητάς τους». Ομοιότητα; Βεβαίως έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό από τους βασικούς κανόνες στη ζωή τους, που είναι πάντα να παίρνουν, να δέχονται!
Δεν υπήρξαν οι ολοκληρωμένες κοινωνικές δομές με το ενδιαφέρον τους για τους ζητιάνους ανάπηρους, και αν, μόνο στα χαρτιά. Χωρίς ενδιαφέρον και αγάπη γι αυτούς, μόνο προσχηματικά. Δεν ανιχνεύουν τους τεμπέληδες επαίτες για να τους δώσουν δουλειά. Πραγματική δουλειά και πραγματική αμοιβή. Με την βοήθεια των ψυχολόγων και άλλων επιστημόνων που θα εντοπίζουν τις πραγματικές αιτίες της εξαθλίωσής τους.
Αλλά που ο καιρός για τέτοια. Ο καπιταλισμός ενδιαφέρεται για την αγορά και το κέρδος, στην πορεία και στην ουρά μπορεί να διορθώσει και τα φαινόμενα της ζητιανιάς και μόνο περιστασιακά.
Το «δράμα» μας έχει πιθανότητες να είναι αντικειμενικά μηδαμινό, άρα στα ενήμερα μάτια μας γελοίο. Τον τραγικό ήρωα τον εκτόπισε ο κλόουν. Αυτή η αντικατάσταση προσδιορίζει το σημερινό ανάστημα του ανθρώπου.
Υστερόγραφο: Εγώ, εσύ, όπου, όπως, όποτε... αρνήσου την καρέκλα της ταπείνωσης. Ανάσα αξιοκαταφρόνητη.
Ο κόσμος είναι σκληρός, αλλά η ελευθερία τον υπερβαίνει!
Σας χαιρετώ εις το επανιδείν.














































