Της Αναστασίας Κανελλοπούλου

Αφιερωμένο σε όλους και όλες, Σπαρτιάτες και Σπαρτιάτισσες που επιθυμούν να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής μας στην πόλη μας 

Μικρός πρόλογος
Το μικρό αυτό βιβλίο - παραμύθι είναι εμπνευσμένο από το πραγματικό γεγονός ενός δύσκολου περίπατου με την εγγονή μου στην πόλη μου, την Σπάρτη. Ενός περίπατου που εξελίχθηκε σε περιπέτεια, λόγω του αποκλεισμού μας από το δικαίωμά μας να περπατάμε ασφαλείς πάνω στο πεζοδρόμιο!! Ζητάμε κάτι πέρα από το αυτονόητο;

Η βόλτα με το καρότσι γίνεται σε έναν σχετικά κεντρικό δρόμο της πόλης μας, στην οδό Άγιδος και διαρκεί από την παιδική χαρά της Ευαγγελίστριας μέχρι τον Τάφο του Λεωνίδα (κόκκινη γραμμή στην φωτογραφία του εξωφύλλου). Στην διαδρομή αυτή με εντυπωσίασε τα γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία διάβαση πεζών, στοιχείο που αναδεικνύει την τάση αποκλεισμού κοινωνικών ομάδων από την χρήση του πεζοδρομίου!



Προσπάθησα να αποτυπώσω αυτή την περιπέτεια χρησιμοποιώντας φωτογραφικό υλικό με το οποίο κατέγραψα την πραγματική κατάσταση, η οποία αναδεικνύει εκτός από την αδιαφορία των κατ΄ εξοχήν αρμόδιων θεσμικών μας εκπροσώπων, και μια κουλτούρα πολλών δημοτών, που αναπτύσσεται σταδιακά, αλλά σταθερά και οριζόντια σε όλη την πόλη, ότι στην πόλη δεν υπάρχουν κανόνες.

Είναι υποχρέωσή μας να αναδείξουμε τα προβλήματα της πόλης μας και να αγωνιστούμε για να τα λύσουμε προκειμένου να βελτιώσουμε τις συνθήκες ζωής μας. Όλα όσα περιγράφονται παρακάτω δεν αφορούν σε κάποιον άλλο, αλλά σε εμάς τους ιδίους και εξαρτώνται από εμάς τους ιδίους.

Πάντα με την ελπίδα της προσφοράς επ΄ αγαθώ!

Αναστασία Κανελλοπούλου
Υποψήφια Δήμαρχος Σπάρτης
Φεβρουάριος 2019


Ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό, η Αναστασία με την γιαγιά της αποφάσισαν να πάνε στην παιδική χαρά. Τι πιο φυσικό, τι πιο ευχάριστο, όταν, μάλιστα, ο χειμώνας είναι μέχρι εκείνη την ηλιόλουστη μέρα, γεμάτος κρύο, βροχές, χιόνια που έχουν καθηλώσει την Αναστασία και την μαμά της στο σπίτι.

Μόλις η γιαγιά έφερε τα ρούχα της εξόδου, η Αναστασία άρχισε να κάνει τρελίτσες, να χτυπά χαρούμενα τα χεράκια της και να τραγουδά: « Μια ωέα πεταούδα, μια ωέα πεταούδα….»

Ντύθηκαν, η Αναστασία άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, πάτησε το κουμπί του ασανσέρ και περίμενε εναγωνίως την γιαγιά να φέρει το καρότσι για να ξεχυθούν στην πόλη και να απολαύσουν την όμορφη μέρα, τον ήλιο, τα γαφ γαφ, τα πουλάκια και φυσικά - αν υπήρχε πουθενά καμία- τις πανέμορφες πεταλούδες!!

Η γιαγιά έφερε το καρότσι, και έφτασαν γρήγορα γρήγορα στο πεζοδρόμιο. Και τότε άρχισε η περιπέτειά τους! Ήταν η πρώτη φορά που έβγαιναν στην πόλη με το καρότσι και ήταν και οι δυο τους όλο χαρά!

Δεν τους ενοχλούσε τίποτα γιατί η διάθεσή τους ήταν πολύ χαρούμενη και το μόνο που σκέπτονταν ήταν οι κούνιες, το τραμπολίνο, η τσουλήθρα και φυσικά και τα παιδάκια που θα συναντούσαν στην παιδική χαρά.

Όμως δεν άργησε να αλλάζει η διάθεσή τους πριν ακόμα φτάσουν στην παιδική χαρά.

Το πρώτο εμπόδιο φάνηκε απειλητικό μπροστά τους και τους στένευε το δρόμο: ήταν ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο το μισό στο πεζοδρόμιο, που στένευε πολύ το δικό τους δρόμο, το πεζοδρόμιο.



Η γιαγιά, σαν έμπειρη οδηγός (μόλις πριν ένα μήνα είχε κάνει «πίτα» το αμάξι της, αλλά αυτό ήταν τυχαίο!), προχώρησε αποφασιστικά και με μαεστρία, ξεπέρασε το μεγάλο εμπόδιο οδηγώντας με ασφάλεια την μικρή Αναστασία μέσα στο καρότσι της, στην παιδική χαρά!

Βέβαια εκεί έγιναν αρκετές προσπάθειες για να αποφύγουν τα νερά που λίμναζαν κάτω από τα παιχνίδια και για να μην φάνε καμιά γλιστριά στο χαλίκι με τις πολλές κοφτερές γωνιές, το οποίο είναι στρωμένο σε όλη την επιφάνεια της παιδικής χαράς!!!



Τέλος πάντων αφού τα είπαν με τις μαμάδες που συνόδευαν τα άλλα παιδάκια και αφού επισκέφτηκαν την κούνια, την τσουλήθρα, το τραμπολίνο, χωρίς ευτυχώς ατύχημα, πήραν κάποια στιγμή το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι.

Η γιαγιά σε όλη την διαδρομή της επιστροφής επέμενε να μιλάει στην Αναστασία για την όμορφη μικρή μας πόλη και για το πόσο φιλόξενη ήταν για τα μικρά παιδιά. Και η Αναστασία κάθε λίγο και λιγάκι όλο και έδειχνε κάτι στην γιαγιά της από τα περίεργα της διαδρομής και έλεγε: «κοίτα, γιαγιά, κοίτα».

Η αλήθεια είναι ότι φοβήθηκε πολύ όταν η γιαγιά έκανε μανούβρες ανατρεπόμενου για να ανέβει και να κατέβει το πεζοδρόμιο που δεν είχε διάβαση για τα καροτσάκια. Άλλη στιγμή η γιαγιά τα κατάφερνε χωρίς να βάλει η Αναστασία τις φωνές από τον φόβο της και άλλη στιγμή η μικρή έβγαζε τσιρίδες από τον φόβο της και κοίταζε επικριτικά την γιαγιά- πιλότο!



Η γιαγιά, όμως συνεπαρμένη από την μεγάλη της αγάπη για την πόλη, όπου έζησε την ζωή της όλη, και μη έχοντας εμπειρία οδηγού καροτσιού σε κεντρικούς και περιφερειακούς δρόμους της πόλης της, τα θεωρούσε αυτά πταίσματα και τις διαμαρτυρίες της Αναστασίας υπερβολικές!! Εύρισκε δε πάντα λύσεις στα δύσκολα, λύσεις που κάποιοι άλλοι πριν από αυτή είχαν επινοήσει για να ξεπεράσουν τις απίστευτες δυσκολίες στην κυκλοφορία με καρότσι στην όμορφη πόλη μας!



Και πάντα η γιαγιά ήταν περήφανη που μπορούσε και έκανε τους απαραίτητους ελιγμούς για να αντιμετωπίσει τα εμπόδια που συναντούσαν στην διαδρομή.

Όμως κάποια στιγμή τα εμπόδια έρχονταν το ένα μετά το άλλο και η γιαγιά δεν προλάβαινε να πάρει ανάσα και να σκεφθεί πώς να προχωρήσει για να μην τους συμβεί κάποιο ατύχημα.






Μετά την αυτοσχέδια διάβαση πεζών, εμφανίστηκε μπροστά τους ένας μεταλλικός στύλος που είχε τοποθετηθεί σχεδόν στην μέση του πεζοδρομίου, δημιουργώντας προβληματισμό μεγάλο στις δύο τολμηρές πεζοπόρους και άγχος στην Αναστασία, που έβλεπε την ζωή της να δυσκολεύει, την διάθεση της να χαλάει και διαισθανόταν το άγχος της γιαγιάς που άρχισε να κινείται ως ζογκλέρ για το ξεπέρασμα των εμποδίων.

Η κολώνα δεν τους δυσκόλεψε ιδιαίτερα, αλλά μόλις την ξεπέρασαν στην γωνία Βρασίδου και Άγιδος, στρίβοντας αριστερά από την Βρασίδου προς την Άγιδος, η στροφή διακρινόταν από μια απότομη κατωφέρεια και από ένα γλιστερό τσιμέντο και η καημένη η γιαγιά φρενάριζε με τις φτέρνες της για να μην τους πάρει ο κατήφορος.

Ουφ, πάει και αυτό! Η γιαγιά αναθάρρησε, ύψωσε πάλι τους ώμους και ξαναπήρε το ανέμελο ύφος της. Αυτό ήταν: συμβαίνουν και στις καλύτερες οικογένειες αυτά, και στις πιο προσεγμένες πόλεις, σκεφτόταν.

Όμως η χαρά της δεν κράτησε πολύ. Τρομοκρατημένη είδε στο βάθος πάλι κάποια εμπόδια. Λίγο η αισιοδοξία της για την πόλη της, που ήταν φιλόξενη για όλους (!), λίγο η υπερμετρωπία της, δεν καλοκαταλάβαινε από μακριά αν οι διαστάσεις των εμποδίων θα της επέτρεπαν να περάσει ή όχι.



Συνέχισε απτόητη την πορεία της ως έμπειρη οδηγός και αγνοούσε τις διαμαρτυρίες της Αναστασίας που φώναζε κάθε φορά τρομοκρατημένη: «κοίτα, γιαγιά, κοίτα, γιαγιά!»

Η μικρή έβλεπε αλλού να ορθώνονται εμπόδια και αλλού να ανοίγονται τεράστιες καταπακτές και μη μπορώντας να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβαινε στο δρόμο τους, φώναζε από ένστικτο και από τον φόβο του άγνωστου, ποικίλου και τρομακτικού για τις διαστάσεις του καροτσιού της τοπίου, που αναγκαζόταν να αντιμετωπίσει ως εποχούμενη!



Και τα περίεργα αντικείμενα στο δρόμο των πεζών δεν σταματούσαν! Από μακριά άλλα έμοιαζαν με μικρά βουνά και άλλα με ρεματιές και λακκούβες. Η δε γιαγιά περνούσε της ψυχής της τον τάραχο κάθε φορά που συναντούσαν καινούργιο εμπόδιο και δοκιμάζονταν πια τα νεύρα και οι ψυχικές της αντοχές, αντιλαμβανόμενη ότι αυτά τα πεζοδρόμια όχι μόνον δεν ήταν φιλικά για τα παιδιά και για όσους μετακινούσαν τα καρότσια, για τις μαμάδες και για τους μπαμπάδες, αλλά ήταν ταυτόχρονα εξόχως επικίνδυνα.



Έβλεπε τι περιθώριο πεζοδρομίου έμενε για να περάσει το καρότσι και μέχρι να περάσει, νόμιζε ότι θα λιποθυμούσε από φόβο.

Όμως οι προσπάθειες και η επιμονή της είχαν αποτέλεσμα: το ένα εμπόδιο μετά το άλλο ξεπερνιούνταν και οι δύο Αναστασίες αισθάνονταν δυνατές και αποφασισμένες να φτάσουν χωρίς ατύχημα μέχρι το σπίτι.

Η μικρή Αναστασία άρχισε να θαυμάζει πολύ την γιαγιά της και ειδικά όταν είδε να περνάει την στενωπό του πεζοδρομίου που τις χώριζε από την ελευθερία τους, άρχισε να χτυπάει παλαμάκια με τα χεράκια της φωνάζοντας δυνατά: «πάειειει!!»



Της γιαγιάς της φαινόταν ότι ο δρόμος είχε μακρύνει πολύ και ότι δεν θα έφθαναν ποτέ στο σπίτι. Μετά το ξεπέρασμα της στενωπού θεωρούσε ότι τα υπόλοιπα όλα θα ήταν παιχνιδάκια. Όμως ο νοικοκύρης κύριος που προστάτευε με επιμέλεια την μηχανή του στο πεζοδρόμιο, φαινόταν ότι δεν είχε σκεφθεί τις δυσκολίες που θα δημιουργούσε στην μικρή Αναστασία και στην γιαγιά της. Ούτε καν θα του είχε περάσει από το μυαλό ο αγώνας και η αγωνία των δύο ηρωίδων του δρόμου που πάσχιζαν να ξεπεράσουν τα γιγαντιαία γι΄ αυτές εμπόδια!



Οι δύο γενναίες γυναίκες, συνέχισαν απτόητες και με δυναμικό τρόπο πέρασαν ξυστά και αποφασισμένα το νέο εμπόδιο, με περισσή προσοχή μιας και κινδύνευαν με το παραμικρό άγγιγμα να τους έλθει στο κεφάλι!

Ο στύλος που ξεπρόβαλε μπροστά τους ήταν πλέον γι΄ αυτές παιχνιδάκι. Ούτε καν προβληματίστηκαν, ούτε καν ταράχθηκαν.



Το πιλοτάρισμα τώρα πια έμοιαζε με το κατέβασμα του αεροπλάνου σε ύψη που δεν είχαν πια αναταράξεις. Το μακρύ πεζοδρόμιο ήταν καλοστρωμένο, χωρίς εμπόδια! Ή τουλάχιστον έτσι το αξιολογούσε η γιαγιά. Δεν είχε, όμως, λογαριάσει καλά!



Όταν έφθασαν στην άκρη του πεζοδρομίου, δεν υπήρχε ράμπα, ούτε καν αυτοσχέδια. Η γιαγιά έψαξε για καμιά ράμπα γκαράζ πολυκατοικίας, αλλά ούτε τέτοια υπήρχε στην περιοχή. Οπότε έπρεπε να κάνουν το άλμα: αποφάσισαν να προχωρήσουν με την όπισθεν σηκώνοντας τα πόδια της Αναστασίας ψηλά και γέρνοντας το κεφάλι προς τα πίσω. ΟΩΠ! Τα κατάφεραν! Λίγο ακόμα και θα τελείωνε το πρόβλημα, αν δεν έμπλεκαν στο κενό της ασφάλτου στην βάση του πεζοδρομίου! Η ρόδα σφήνωσε, η Αναστασία έμεινε μετέωρη και η γιαγιά ιδροκόπησε προσπαθώντας να ξεσφηνώσει την ρόδα. Για άλλη μια φορά ουφ!



Η συνέχεια του περιπάτου όλο και βελτιωνόταν! Οι συνθήκες έδειχναν πιο ασφαλείς για τις δύο πεζοπόρους! Από μακριά έβλεπαν κάποια ακόμα εμπόδια, αλλά δεν τα αξιολογούσαν ως σημαντικά.



Όσο πλησίαζαν, όμως, τα πράγματα άρχισαν και πάλι να τους δημιουργούν ανησυχία!






Το άνοιγμα του υπογείου έχασκε απειλητικό, ενώ η καλοπεριποιημένη μοτοσυκλέτα είχε καταλάβει το πεζοδρόμιο κοιτάζοντάς τες απειλητικά, σαν να τους έλεγε: «Ε, πού πάτε; το πεζοδρόμιο είναι δικό μου! Είμαι αμετακίνητη!» και εκφράζοντας κατά κάποιο τρόπο την προφανή άποψη του ιδιοκτήτη, ότι ο καθένας πρέπει να λύνει το πρόβλημά του και να μην τον απασχολούν οι άλλοι και οι ανάγκες τους! Είναι και αυτή μια πιο ήπια άποψη του "L etat c΄ est moi" δηλαδή το κράτος είμαι εγώ, όπως έλεγε και ο Λουδοβίκος ο 14ος!!!



Και πάλι κυριάρχησε η μαεστρία της γιαγιάς, την οποία πλέον η Αναστασία αισθάνθηκε την ανάγκη να την αγκαλιάσει και να την φιλήσει, γιατί πλέον αισθανόταν ότι της χρωστούσε την ακεραιότητά της και το ότι βγήκε σώα από αυτή την περιπέτεια!

Όμως δεν υπήρχε έλεος! Αυτός ο περίπατος και η ξενάγηση της Αναστασίας στην πόλη της, στην πόλη όπου θα περνούσε τα πιο όμορφά της χρόνια, ήταν πολύ περιπετειώδης. Η εμφάνιση εμποδίων πολύ πιο σημαντικών στο τέλος σχεδόν της διαδρομής, έκαναν την Αναστασία να βάλει τα κλάματα και κοιτάζοντας με δέος τα καινούργια εμπόδια, να φωνάζει: «Μη, γιαγιά, μη!» Στους δεκαπέντε μήνες της ζωής της είχε κατακτήσει ένα πολύ αποτελεσματικό λεξιλόγιο, στο οποίο αποτυπωνόταν η ανάπτυξη των ενστίκτων επιβίωσης!!



Η γιαγιά προβληματίστηκε πολύ πλέον για το αν έπρεπε να συνεχίσει αυτόν τον «ανέμελο» περίπατο πάνω στο πεζοδρόμιο της θρυλικής της πόλης, ή αν οι κίνδυνοι από τα αυτοκίνητα, αν περπατούσε στο οδόστρωμα, θα ήταν μικρότεροι!



Η πορεία στα άκρα συνεχίστηκε, η ακροβασία εντυπωσίασε για μια ακόμα φορά την Αναστασία!



Η γιαγιά-καμικάζι αυτή την φορά παρέδωσε το πνεύμα και κατέβηκε στο δρόμο, εγκαταλείποντας κάθε κανόνα κυκλοφοριακής αγωγής που έπρεπε να δώσει στην μικρή Αναστασία! Όμως η μικρή σαν να κατάλαβε τους λόγους που εγκατέλειψαν το πεζοδρόμιο, άρχισε να φωνάζει ανακουφισμένη: «πάει. Γιαγιά, πάει!»

Φτάσαμε τελικά στην τελευταία γωνία πριν το σπίτι. Φυσικά δεν υπήρχε ράμπα πουθενά για να ανεβοκατεβάσει η γιαγιά το καρότσι, με αποτέλεσμα να ξανακάνουμε τα ζογκλερικά κόλπα! Όμως εδώ η μεγάλη χαβούζα που ρούφαγε τα όμβρια, καλυμμένη από μια μεγάλη μισοκατεστραμμένη σχάρα, ήταν η μόνη ελεύθερη δίοδος για να φθάσουμε στο απέναντι πεζοδρόμιο.



Κι όμως τα κατάφεραν! Με θριαμβευτική φωνή η γιαγιά φώναξε στην Αναστασία: «αγάπη μου, τα καταφέραμε!!» Δάκρυα κύλησαν στα μάτια της γιαγιάς και η μικρή Αναστασία άπλωσε το χεράκι της να την χαϊδέψει γιατί στο μικρό της μυαλουδάκι καταλάβαινε ότι κάτι πολύ σημαντικό είχαν καταφέρει!

Και τότε η γιαγιά γονάτισε μπροστά στο καρότσι της Αναστασίας και με πολύ σταθερή φωνή και δείχνοντας πολύ αποφασισμένη της είπε:

«Αγάπη μου, για σένα και για όλα τα παιδάκια της πόλης μας που θέλουν να απολαμβάνουν τον περίπατό τους, για όλους, όσοι θέλουν να βγάζουν τα μωρά τους με ασφάλεια βόλτα, για ανθρώπους με προβλήματα και αναπηρίες που δεν είναι δυνατόν να ακροβατούν στον δρόμο, πρέπει να κινητοποιηθούμε για την πόλη μας, να αγωνιστούμε για να έχουμε αυτά που μας αξίζουν! Σου υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω πάρα πολύ ώστε να διορθωθούν όλα αυτά! Για σένα και για τις επόμενες γενιές!!!»