notification icon
Θα θέλατε να σας ενημερώνουμε για τα έκτακτα γεγονότα ;

Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν...

slider_image

Μοιράσου το άρθρο:

20-02-2013

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Γεννήθηκα στο Πακιστάν  το 1988 . Οι γονείς μου είχαν οχτώ παιδιά ακόμα , τα τρία κορίτσια . Το Πακιστάν είναι μια όμορφη χώρα αλλά οι άνθρωποι είναι φτωχοί . Πολύ φτωχοί . Και δεν είναι η φτώχεια μόνο . Ζήσαμε πολέμους , δικτατορίες , εμφυλίους , ξένες επεμβάσεις , τρομοκρατίες , διωγμούς πολιτικούς …Πολλά νέα παιδιά του Πακιστάν αναγκάστηκαν να πάρουν τα μάτια τους για τη  Δύση . Μάζεψαν όσα χρήματα μπόρεσαν για να πληρώσουν τους δουλέμπορους , περπάτησαν νύχτες και μέρες μέσα σε ήλιους και σε χιόνια , πέρασαν βουνά , ερήμους , ποτάμια  και θάλασσες  , κάποιοι δεν άντεξαν και γύρισαν πίσω , άλλοι πέθαναν σε κακοτράχαλα μονοπάτια ή πνίγηκαν σε μαύρες θάλασσες κι άλλοι κατάφεραν να φτάσουν  . Εγώ με άλλους πολλούς βρέθηκα στην Ελλάδα το 2006 .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Την Ελλάδα την ήξερα και την αγαπούσα από παιδί . Όλοι εκεί πέρα αγαπούσαμε την Ελλάδα . Ως εκεί είχε φτάσει ο Μέγας Αλέξανδρος . Οι ντόπιοι τον λάτρευαν σαν θεό κι έλεγαν ιστορίες για τον Ισκαντάρ , που από στόμα σε στόμα είχαν φτάσει μέχρι τις μέρες μας . Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε φυλές εκεί στα μέρη μας που περηφανεύονται ότι είναι Έλληνες , απόγονοι των στρατιωτών του Ισκαντάρ . Δεν μπορεί … λέγαμε . Οι Έλληνες είναι αδέρφια μας . Θα μας φροντίσουν . Δεν ήταν έτσι όμως . Έζησα  κρυμμένος σε τρώγλες , καθάρισα τζάμια στα φανάρια της Αθήνας , δούλεψα λατζέρης σε ξενυχτάδικα , ματώσανε τα πόδια μου στους δρόμους για να πουλήσω μια ζώνη … ένα σι-ντι … ένα ζευγάρι παπούτσια , έπαιξα κρυφτό με τους αστυνόμους …μια ζωή με το φόβο στην καρδιά , σαν το ποντίκι που η γάτα παραφυλάει να το αρπάξει απΆ έξω απΆ την τρύπα του .




-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!

Μετά από χρόνια κατάφερα να βγάλω τη ροζ κάρτα προσωρινής παραμονής και τα πράγματα έγιναν κάπως καλύτερα για μένα . Μαζί με τρεις ακόμα συγγενείς μου μοιραζόμαστε ένα δωματιάκι στο Περιστέρι . Ένα αφεντικό με πήρε για φύλακα σΆ ένα εργοτάξιο στο Ασπρόπυργο . Καλά ήτανε . Όμως το εργοτάξιο έκλεισε κι έμεινα πάλι χωρίς δουλειά . Το Γενάρη του 2013 κατάφερα να βρω δουλειά στη λαϊκή αγορά στα Πετράλωνα . Φόρτωνα και ξεφόρτωνα φρούτα και λαχανικά . Έφευγα με το ποδήλατό μου από το Περιστέρι στις δυόμισι το πρωί για να είμαι στα Πετράλωνα στις τρεισήμισι . Έπαιρνα 20 ευρώ μεροκάματο . Μάζευα τα λεφτά και τα  Άστελνα στους γονείς μου στο Πακιστάν για να παντρέψουν τις αδερφές μου . Τα κορίτσια στο Πακιστάν αν δεν έχουν προίκα δεν παντρεύονται ποτέ .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Τα βράδια καθόμαστε με τους συγγενείς μου στο μικρό μας δωμάτιο και μιλάγαμε για την πατρίδα και τους δικούς μας που μας περίμεναν εκεί . Δεν κάναμε πια όνειρα . Εγώ έκλαιγα πολλές φορές .Τους έλεγα ότι ποτέ δε θα καταφέρω να κάνω οικογένεια και να ζήσω σαν άνθρωπος . Με κοίταζαν αμίλητοι  . Δεν είχαν κουράγιο ούτε να για με παρηγορήσουν . Ήξεραν ότι οι ελπίδες μας είχαν πεθάνει από πολύ καιρό .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Την Πέμπτη , 17 Ιανουαρίου 2013 ξημέρωνε η τελευταία μέρα της ζωής μου αλλά δεν το ήξερα . Όπως κάθε πρωί σηκώθηκα στις δυόμισι , μέσα στα άγρια σκοτάδια, για να πάω στη λαϊκή στα Πετράλωνα . Ήμουνα πολύ κουρασμένος . Δεν είχα χορτάσει τον ύπνο . Όμως έπρεπε να σηκωθώ . Ετοιμάστηκα στα γρήγορα , ζέστανα ένα τσάι και μετά καβάλησα το ποδήλατό μου και πήρα το δρόμο . Ο κρύος αέρα περόνιαζε το κορμί μου . Έκανα γρήγορα πετάλ γιατί είχα λίγο αργήσει . Το μυαλό μου ταξίδευε πότε στο Πακιστάν , πότε στη λαϊκή , πότε στη φτώχεια και στη μιζέρια μου , πότε στο αύριο που ήταν κατασκότεινο . Οι φωτεινές , πολύχρωμες επιγραφές της πόλης , τα φανάρια του δρόμου και τα φώτα των αυτοκινήτων  έφτιαχναν μέσα στο σκοτάδι ένα παράξενο Λούνα Παρκ κι εγώ ήμουνα πάνω σΆ ένα αλογάκι στο Καρουζέλ και γυρνούσα γύρω- γύρω , σΆ ένα ταξίδι που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Ήταν 3.20 τα ξημερώματα όταν έφτασα στην οδό Τριών Ιεραρχών στα Πετράλωνα . Μια μοτοσικλέτα με δυο επιβάτες μου έκλεισε το δρόμο . Χωρίς να προλάβω να καταλάβω τι γίνεται είδα ένα στιλέτο μπροστά στα μάτια μου κι ένιωσα στο στήθος ένα κάψιμο . Σωριάστηκα στο πεζοδρόμιο με τα μάτια στον ουρανό . Η τελευταία εικόνα που πήρα απΆ τη ζωή ήταν εκείνη της μάνας μου να με αποχαιρετά δακρυσμένη κουνώντας το χέρι , έτσι όπως με αποχαιρέτισε τότε που έφευγα απΆ το σπίτι μου για να Άρθω στην Ελλάδα .
Με σήκωσαν μέσα στα αίματα και με πήγαν στο νεκροτομείο . ΤΆ αδέρφια μου οι Πακιστανοί ήρθαν , με αναγνώρισαν και πήραν το σώμα μου . Μάζεψαν χρήματα απΆ τις άδειες  τσέπες τους για να μου πάρουν ένα καλό φέρετρο . ΜΆ έντυσαν με ρούχα καλά που δεν είχα φορέσει ούτε ζωντανός κι ύστερα με πήραν στους ώμους για να με κηδέψουν . Έκλαιγαν. Φώναζαν . Διαμαρτύρονταν . Πού και πού σταματούσαν. Ακούμπαγαν το φέρετρο στο δρόμο . Φώναζαν συνθήματα .Κι ύστερα συνέχιζαν την πορεία για το τελευταίο μου σπίτι στη γη . Μαζί τους ήταν και πολλά αδέρφια μου Έλληνες .  Έχουν δουλέψει κι αυτοί σαν εμάς . Δυστυχούν κι αυτοί σαν εμάς . Και ξέρουν καλά πως για τη δυστυχία τους δε φταίμε εμείς ΟΙ ΞΕΝΟΙ όπως λένε κάποιοι και οπλίζουν τα χέρια τους εναντίον μας .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα .

Είχα μακριά μαύρα μαλλιά , δασιά φρύδια , μάτια μαύρα σαν το κάρβουνο , δε χαμογελούσα ποτέ και οι κοπέλες στο χωριό μου εκεί στο Πακιστάν λέγανε ότι είμαι όμορφος .Το χώμα της Ελλάδας που πάνω του φύτεψα τη μάταιη ελπίδα μου για ένα αύριο καλύτερο , με σκέπασε για πάντα . Ο τάφος μου θα ξεχαστεί . Θα χορταριάσει και θα χαθεί . Τίποτα δε θα μαρτυρά , τίποτα δε θα θυμίζει , πως δυο μέτρα κάτω από τις παπαρούνες και τις μαργαρίτες της άνοιξης που θα Άρθει βρίσκεται ένα νέο παιδί 27 χρονών από το μακρινό Πακιστάν , εγώ ο Σαχτζάτ , που ήρθε στην Ελλάδαπάνω στα φτερά του ονείρου και βρέθηκε σωριασμένος στοι δρόμο μΆ ένα μαχαίρι στην καρδιά , στις 3.20 τα ξημερώματα στα Πετράλωνα , την ώρα που πήγαινε να ξεφορτώσει πορτοκάλια στη λαϊκή αγορά για 20 ευρώ μεροκάματο.

Από κείνους που έκλαψαν για μένα θέλω μόνο μια χάρη : Να βρουν τρόπο να παρηγορήσουν τη μανούλα μου που φώναζε τΆ όνομά μου στο τηλέφωνο «Σαχτζάτ μου …Σαχτζάτ μου …» κι όλο με ρωτούσε πότε θα γυρίσω στο σπίτι . Αν ο τάφος μου είχε μάρμαρο όπως όλοι οι καθωσπρέπει τάφοι θα  Άθελα να γραφτούν πάνω του  τα όμορφα και αληθινά λόγια που έγραψαν για μένα και για τους άλλους ξένους κάποια αδέρφια μου Έλληνες εργάτες που είχαμε βρεθεί μαζί στα κολαστήρια της ζωής :

«Ο Σαχτζάτ Λουκμάν είναι ένας από τους «αόρατους» που γλιστρούν σαν σκιές στους δρόμους αυτής της πόλης , που ζουν στο πλάι των αυτοκινητόδρομων , που αναπνέουν στις υπόγειες λάτζες …Είναι μια από τις «παράπλευρες απώλειες» του Ξένιου Δία , ένας αριθμός με ονοματεπώνυμο στις στατιστικές του υπουργείου προ-πο …Ο Σαχτζάτ Λουκμάν , ένας δολοφονημένος μετανάστης εργάτης πριν από άλλους , πλάι σε άλλου … Ο Σαχτζάτ Λουκμάν είναι ένας απΆ αυτούς/ές  που πνίγονται υπό «αδιευκρίνιστες συνθήκες» κάπου έξω από τη Σάμο ή τη Μυτιλήνη , που γερνάνε ξεχασμένοι στα  κρατητήρια της Ομόνοιας και του Α. Παντελεήμονα . Ο Σαχτζάτ Λουκμάν είναι ένας απΆ αυτούς/ές που εξεγείρονται στα κέντρα κράτησης – κολαστήρια της Αμυγδαλέζας . Είναι ένας απΆ αυτούς/ές με τα περίεργα  ονόματα που έχουν διασχίσει με τα πόδια τις πολιτείες αυτού του κόσμου που μεγαλώνουν στα υπόγεια και τις πλατείες  , μαθαίνοντας να ξεφεύγουν από τους αστυνομικούς ελέγχους , μαθαίνοντας να επιβιώνουν , να γιορτάζουν , να μοιράζονται … ΚΑΜΙΑ  ΠΑΤΡΙΔΑ  ΔΕ  ΜΑΣ  ΧΩΡΙΖΕΙ...»
 
-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν  και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Η υπάτη αρμοστεία του ΟΗΕ κατάδίκασε τη δολοφονική επίθεση εναντίον μου .
Αν δεν ήμουνα πεθαμένος σίγουρα θα ξεκαρδιζόμουν στα γέλια .
Αν θέλετε , εσείς , οι απλοί Έλληνες ,  μη με ξεχάσετε . Κάντε το θανατό μου ασπίδα για τους ανθρώπους από άλλες πατρίδες που ζουν ανάμεσά σας , για να σπάζουν επάνω της τα μαχαίρια που σηκώνονται εναντίον τους  .

Βαγγέλης Μητράκος

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Γεννήθηκα στο Πακιστάν  το 1988 . Οι γονείς μου είχαν οχτώ παιδιά ακόμα , τα τρία κορίτσια . Το Πακιστάν είναι μια όμορφη χώρα αλλά οι άνθρωποι είναι φτωχοί . Πολύ φτωχοί . Και δεν είναι η φτώχεια μόνο . Ζήσαμε πολέμους , δικτατορίες , εμφυλίους , ξένες επεμβάσεις , τρομοκρατίες , διωγμούς πολιτικούς …Πολλά νέα παιδιά του Πακιστάν αναγκάστηκαν να πάρουν τα μάτια τους για τη  Δύση . Μάζεψαν όσα χρήματα μπόρεσαν για να πληρώσουν τους δουλέμπορους , περπάτησαν νύχτες και μέρες μέσα σε ήλιους και σε χιόνια , πέρασαν βουνά , ερήμους , ποτάμια  και θάλασσες  , κάποιοι δεν άντεξαν και γύρισαν πίσω , άλλοι πέθαναν σε κακοτράχαλα μονοπάτια ή πνίγηκαν σε μαύρες θάλασσες κι άλλοι κατάφεραν να φτάσουν  . Εγώ με άλλους πολλούς βρέθηκα στην Ελλάδα το 2006 .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Την Ελλάδα την ήξερα και την αγαπούσα από παιδί . Όλοι εκεί πέρα αγαπούσαμε την Ελλάδα . Ως εκεί είχε φτάσει ο Μέγας Αλέξανδρος . Οι ντόπιοι τον λάτρευαν σαν θεό κι έλεγαν ιστορίες για τον Ισκαντάρ , που από στόμα σε στόμα είχαν φτάσει μέχρι τις μέρες μας . Υπάρχουν τουλάχιστον πέντε φυλές εκεί στα μέρη μας που περηφανεύονται ότι είναι Έλληνες , απόγονοι των στρατιωτών του Ισκαντάρ . Δεν μπορεί … λέγαμε . Οι Έλληνες είναι αδέρφια μας . Θα μας φροντίσουν . Δεν ήταν έτσι όμως . Έζησα  κρυμμένος σε τρώγλες , καθάρισα τζάμια στα φανάρια της Αθήνας , δούλεψα λατζέρης σε ξενυχτάδικα , ματώσανε τα πόδια μου στους δρόμους για να πουλήσω μια ζώνη … ένα σι-ντι … ένα ζευγάρι παπούτσια , έπαιξα κρυφτό με τους αστυνόμους …μια ζωή με το φόβο στην καρδιά , σαν το ποντίκι που η γάτα παραφυλάει να το αρπάξει απΆ έξω απΆ την τρύπα του .




-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!

Μετά από χρόνια κατάφερα να βγάλω τη ροζ κάρτα προσωρινής παραμονής και τα πράγματα έγιναν κάπως καλύτερα για μένα . Μαζί με τρεις ακόμα συγγενείς μου μοιραζόμαστε ένα δωματιάκι στο Περιστέρι . Ένα αφεντικό με πήρε για φύλακα σΆ ένα εργοτάξιο στο Ασπρόπυργο . Καλά ήτανε . Όμως το εργοτάξιο έκλεισε κι έμεινα πάλι χωρίς δουλειά . Το Γενάρη του 2013 κατάφερα να βρω δουλειά στη λαϊκή αγορά στα Πετράλωνα . Φόρτωνα και ξεφόρτωνα φρούτα και λαχανικά . Έφευγα με το ποδήλατό μου από το Περιστέρι στις δυόμισι το πρωί για να είμαι στα Πετράλωνα στις τρεισήμισι . Έπαιρνα 20 ευρώ μεροκάματο . Μάζευα τα λεφτά και τα  Άστελνα στους γονείς μου στο Πακιστάν για να παντρέψουν τις αδερφές μου . Τα κορίτσια στο Πακιστάν αν δεν έχουν προίκα δεν παντρεύονται ποτέ .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Τα βράδια καθόμαστε με τους συγγενείς μου στο μικρό μας δωμάτιο και μιλάγαμε για την πατρίδα και τους δικούς μας που μας περίμεναν εκεί . Δεν κάναμε πια όνειρα . Εγώ έκλαιγα πολλές φορές .Τους έλεγα ότι ποτέ δε θα καταφέρω να κάνω οικογένεια και να ζήσω σαν άνθρωπος . Με κοίταζαν αμίλητοι  . Δεν είχαν κουράγιο ούτε να για με παρηγορήσουν . Ήξεραν ότι οι ελπίδες μας είχαν πεθάνει από πολύ καιρό .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Την Πέμπτη , 17 Ιανουαρίου 2013 ξημέρωνε η τελευταία μέρα της ζωής μου αλλά δεν το ήξερα . Όπως κάθε πρωί σηκώθηκα στις δυόμισι , μέσα στα άγρια σκοτάδια, για να πάω στη λαϊκή στα Πετράλωνα . Ήμουνα πολύ κουρασμένος . Δεν είχα χορτάσει τον ύπνο . Όμως έπρεπε να σηκωθώ . Ετοιμάστηκα στα γρήγορα , ζέστανα ένα τσάι και μετά καβάλησα το ποδήλατό μου και πήρα το δρόμο . Ο κρύος αέρα περόνιαζε το κορμί μου . Έκανα γρήγορα πετάλ γιατί είχα λίγο αργήσει . Το μυαλό μου ταξίδευε πότε στο Πακιστάν , πότε στη λαϊκή , πότε στη φτώχεια και στη μιζέρια μου , πότε στο αύριο που ήταν κατασκότεινο . Οι φωτεινές , πολύχρωμες επιγραφές της πόλης , τα φανάρια του δρόμου και τα φώτα των αυτοκινήτων  έφτιαχναν μέσα στο σκοτάδι ένα παράξενο Λούνα Παρκ κι εγώ ήμουνα πάνω σΆ ένα αλογάκι στο Καρουζέλ και γυρνούσα γύρω- γύρω , σΆ ένα ταξίδι που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Ήταν 3.20 τα ξημερώματα όταν έφτασα στην οδό Τριών Ιεραρχών στα Πετράλωνα . Μια μοτοσικλέτα με δυο επιβάτες μου έκλεισε το δρόμο . Χωρίς να προλάβω να καταλάβω τι γίνεται είδα ένα στιλέτο μπροστά στα μάτια μου κι ένιωσα στο στήθος ένα κάψιμο . Σωριάστηκα στο πεζοδρόμιο με τα μάτια στον ουρανό . Η τελευταία εικόνα που πήρα απΆ τη ζωή ήταν εκείνη της μάνας μου να με αποχαιρετά δακρυσμένη κουνώντας το χέρι , έτσι όπως με αποχαιρέτισε τότε που έφευγα απΆ το σπίτι μου για να Άρθω στην Ελλάδα .
Με σήκωσαν μέσα στα αίματα και με πήγαν στο νεκροτομείο . ΤΆ αδέρφια μου οι Πακιστανοί ήρθαν , με αναγνώρισαν και πήραν το σώμα μου . Μάζεψαν χρήματα απΆ τις άδειες  τσέπες τους για να μου πάρουν ένα καλό φέρετρο . ΜΆ έντυσαν με ρούχα καλά που δεν είχα φορέσει ούτε ζωντανός κι ύστερα με πήραν στους ώμους για να με κηδέψουν . Έκλαιγαν. Φώναζαν . Διαμαρτύρονταν . Πού και πού σταματούσαν. Ακούμπαγαν το φέρετρο στο δρόμο . Φώναζαν συνθήματα .Κι ύστερα συνέχιζαν την πορεία για το τελευταίο μου σπίτι στη γη . Μαζί τους ήταν και πολλά αδέρφια μου Έλληνες .  Έχουν δουλέψει κι αυτοί σαν εμάς . Δυστυχούν κι αυτοί σαν εμάς . Και ξέρουν καλά πως για τη δυστυχία τους δε φταίμε εμείς ΟΙ ΞΕΝΟΙ όπως λένε κάποιοι και οπλίζουν τα χέρια τους εναντίον μας .

-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα .

Είχα μακριά μαύρα μαλλιά , δασιά φρύδια , μάτια μαύρα σαν το κάρβουνο , δε χαμογελούσα ποτέ και οι κοπέλες στο χωριό μου εκεί στο Πακιστάν λέγανε ότι είμαι όμορφος .Το χώμα της Ελλάδας που πάνω του φύτεψα τη μάταιη ελπίδα μου για ένα αύριο καλύτερο , με σκέπασε για πάντα . Ο τάφος μου θα ξεχαστεί . Θα χορταριάσει και θα χαθεί . Τίποτα δε θα μαρτυρά , τίποτα δε θα θυμίζει , πως δυο μέτρα κάτω από τις παπαρούνες και τις μαργαρίτες της άνοιξης που θα Άρθει βρίσκεται ένα νέο παιδί 27 χρονών από το μακρινό Πακιστάν , εγώ ο Σαχτζάτ , που ήρθε στην Ελλάδαπάνω στα φτερά του ονείρου και βρέθηκε σωριασμένος στοι δρόμο μΆ ένα μαχαίρι στην καρδιά , στις 3.20 τα ξημερώματα στα Πετράλωνα , την ώρα που πήγαινε να ξεφορτώσει πορτοκάλια στη λαϊκή αγορά για 20 ευρώ μεροκάματο.

Από κείνους που έκλαψαν για μένα θέλω μόνο μια χάρη : Να βρουν τρόπο να παρηγορήσουν τη μανούλα μου που φώναζε τΆ όνομά μου στο τηλέφωνο «Σαχτζάτ μου …Σαχτζάτ μου …» κι όλο με ρωτούσε πότε θα γυρίσω στο σπίτι . Αν ο τάφος μου είχε μάρμαρο όπως όλοι οι καθωσπρέπει τάφοι θα  Άθελα να γραφτούν πάνω του  τα όμορφα και αληθινά λόγια που έγραψαν για μένα και για τους άλλους ξένους κάποια αδέρφια μου Έλληνες εργάτες που είχαμε βρεθεί μαζί στα κολαστήρια της ζωής :

«Ο Σαχτζάτ Λουκμάν είναι ένας από τους «αόρατους» που γλιστρούν σαν σκιές στους δρόμους αυτής της πόλης , που ζουν στο πλάι των αυτοκινητόδρομων , που αναπνέουν στις υπόγειες λάτζες …Είναι μια από τις «παράπλευρες απώλειες» του Ξένιου Δία , ένας αριθμός με ονοματεπώνυμο στις στατιστικές του υπουργείου προ-πο …Ο Σαχτζάτ Λουκμάν , ένας δολοφονημένος μετανάστης εργάτης πριν από άλλους , πλάι σε άλλου … Ο Σαχτζάτ Λουκμάν είναι ένας απΆ αυτούς/ές  που πνίγονται υπό «αδιευκρίνιστες συνθήκες» κάπου έξω από τη Σάμο ή τη Μυτιλήνη , που γερνάνε ξεχασμένοι στα  κρατητήρια της Ομόνοιας και του Α. Παντελεήμονα . Ο Σαχτζάτ Λουκμάν είναι ένας απΆ αυτούς/ές που εξεγείρονται στα κέντρα κράτησης – κολαστήρια της Αμυγδαλέζας . Είναι ένας απΆ αυτούς/ές με τα περίεργα  ονόματα που έχουν διασχίσει με τα πόδια τις πολιτείες αυτού του κόσμου που μεγαλώνουν στα υπόγεια και τις πλατείες  , μαθαίνοντας να ξεφεύγουν από τους αστυνομικούς ελέγχους , μαθαίνοντας να επιβιώνουν , να γιορτάζουν , να μοιράζονται … ΚΑΜΙΑ  ΠΑΤΡΙΔΑ  ΔΕ  ΜΑΣ  ΧΩΡΙΖΕΙ...»
 
-Με λέγανε Σαχτζάτ Λουκμάν  και με μαχαίρωσαν στην Ελλάδα!
Η υπάτη αρμοστεία του ΟΗΕ κατάδίκασε τη δολοφονική επίθεση εναντίον μου .
Αν δεν ήμουνα πεθαμένος σίγουρα θα ξεκαρδιζόμουν στα γέλια .
Αν θέλετε , εσείς , οι απλοί Έλληνες ,  μη με ξεχάσετε . Κάντε το θανατό μου ασπίδα για τους ανθρώπους από άλλες πατρίδες που ζουν ανάμεσά σας , για να σπάζουν επάνω της τα μαχαίρια που σηκώνονται εναντίον τους  .

Βαγγέλης Μητράκος

Η APELA προτείνει

image

Eτικέτες :
images ¶ρθρα
17-03-2026

Τι ζούμε!

images ¶ρθρα
11-02-2026

Η γλώσσα μας